Στόχος του υπουργείου Υγείας είναι η μείωση των πιθανοτήτων ταυτόχρονης προσβολής και με τους δύο ιούς, που μπορεί να επιβαρύνει την κατάσταση των ασθενών, καθώς και η μείωση του φόρτου των υπηρεσιών υγείας και ειδικότερα των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας, ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν καλύτερα σε μια ενδεχόμενη αυξημένη ζήτηση.
Οι γιατροί έχουν ήδη ξεκινήσει τη συνταγογράφηση του εμβολίου της γρίπης στα άτομα που ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες, σύμφωνα με της οδηγίες που έχουν δοθεί, ενώ από την πλευρά τους τα φαρμακεία έχουν παραλάβει την πρώτη δόση των εμβολίων και μέχρι στιγμής φαίνεται πως δε θα υπάρξει πρόβλημα επάρκειας, καθώς οι ποσότητες είναι ικανές να καλύψουν τις ανάγκες, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Φαρμακευτικού Συλλόγου Ιωαννίνων Δημήτρη Μήτρικα.
«Πριν αρχίσουν οι συνταγογραφήσεις ακόμη, υπήρξαν πολίτες που ερχόταν στα φαρμακεία για να “κατοχυρώσουν” το εμβόλιο, καθώς φοβόταν ότι δε θα επαρκούν, ωστόσο οι λίστες αυτές δεν ισχύουν. Οι γιατροί κατηγοριοποιούν τους ασθενείς με βάση τις προτεραιότητες που υπάρχουν και έτσι είναι πιο εύκολο για εμάς», σημείωσε ο κ. Μήτρικας, προσθέτοντας πως πλέον τα φαρμακεία έχουν πιστοποιηθεί για να κάνουν τον εμβολιασμό, κάτι που βοηθά ώστε να μην υπάρχει συνωστισμός στα νοσοκομεία και τα ιατρεία.
Παράλληλα, γίνεται ο εμβολιασμός και κατά του πνευμονιόκοκκου, όπως συνέβαινε και τα προηγούμενα χρόνια, ενώ ένα ζήτημα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι φαρμακοποιοί, είναι ότι από την 1η Σεπτεμβρίου οι αντιβιώσεις δίνονται μόνο με ιατρική συνταγή. Και αυτό γιατί θα πρέπει οι πολίτες να «πειστούν», ώστε να μη λαμβάνουν αντιβιώσεις, όπως συνήθιζαν στο παρελθόν, χωρίς την εντολή του γιατρού.
Ποιοι πρέπει να κάνουν το αντιγριπικό εμβόλιο
Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών της χώρας μας, ο αντιγριπικός εμβολιασμός πρέπει να εφαρμόζεται συστηματικά και κατά προτεραιότητα σε άτομα που ανήκουν στις ομάδες αυξημένου κινδύνου.
Πρόκειται για άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών και παιδιά (6 μηνών και άνω) και ενήλικες με έναν ή περισσότερους επιβαρυντικούς παράγοντες ή χρόνια νοσήματα.
Επίσης, έγκυες γυναίκες ανεξαρτήτως ηλικίας κύησης, λεχωΐδες και θηλάζουσες, άτομα με νοσογόνο παχυσαρκία (Δείκτη Μάζας Σώματος >40Kg/m2) και παιδιά με ΔΜΣ >95ηΕΘ, παιδιά που παίρνουν ασπιρίνη μακροχρόνια (π.χ. για νόσο Kawasaki, ρευματοειδή αρθρίτιδα και άλλα), ατομα που βρίσκονται σε στενή επαφή με παιδιά μικρότερα των 6 μηνών ή φροντίζουν ή διαβιούν με άτομα με υποκείμενο νόσημα, που αυξάνει τον κίνδυνο επιπλοκών της γρίπης, κλειστοί πληθυσμοί, όπως προσωπικό και εσωτερικοί σπουδαστές (σχολείων, στρατιωτικών και αστυνομικών σχολών, ειδικών σχολείων κλπ.), νεοσύλλεκτοι, ιδρύματα χρονίως πασχόντων και μονάδες φιλοξενίας ηλικιωμένων, καταστήματα κράτησης.
Ακόμη, εργαζόμενοι σε χώρους παροχής υπηρεσιών υγείας (ιατρονοσηλευτικό προσωπικό, λοιποί εργαζόμενοι, φοιτητές επαγγελμάτων υγείας σε κλινική άσκηση) και σε κέντρα διαμονής προσφύγων-μεταναστών, άστεγοι, κτηνίατροι, πτηνοτρόφοι, χοιροτρόφοι, εκτροφείς, σφαγείς και γενικά άτομα που έρχονται σε συστηματική επαφή με πτηνά ή χοίρους.
Κομβικής σημασίας είναι βέβαια ο εμβολιασμός των υγειονομικών, καθώς το υγειονομικό προσωπικό βρίσκεται σε αυξημένο κίνδυνο να προσβληθεί από λοιμώξεις κατά την εργασία και να τις μεταδώσει στους συναδέλφους, τους ασθενείς και την οικογένεια του.
Στο σύνολο του πρέπει να είναι εμβολιασμένο το προσωπικό των Μονάδων Εντατικής Θεραπείας, συμπεριλαμβανομένων και των Μονάδων Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών, των Μονάδων Αυξημένης Φροντίδας, καθώς και το προσωπικό των Μονάδων Ειδικών Λοιμώξεων, των ειδικών Μονάδων Ανοσοκατασταλμένων, των Μονάδων Μεταμοσχεύσεων, των Αιματολογικών και Ογκολογικών Κλινικών και των Τμημάτων Επειγόντων Περιστατικών (ΤΕΠ).
