Ωστόσο, όπως υποστηρίζει, οι διαγραφές δε λύνουν κανένα πραγματικό πρόβλημα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. «Δεν αντιμετωπίζουν την υποχρηματοδότηση, τις ελλείψεις προσωπικού, την ανυπαρξία φοιτητικής μέριμνας και στέγης. Αντίθετα, στοχοποιούν τους εργαζόμενους φοιτητές, όσους σπουδάζουν μακριά από τον τόπο κατοικίας τους, όσους πάλεψαν να σπουδάσουν μέσα σε συνθήκες φτώχειας, ακρίβειας, στεγαστικής κρίσης, προβλημάτων υγείας και οικογενειακών υποχρεώσεων», σημειώνει.
Προσχηματικό χαρακτηρίζει το επιχείρημα του «κόστους», λέγοντας ότι οι ανενεργοί φοιτητές δεν επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό. «Αυτό που πραγματικά ενοχλεί την κυβέρνηση είναι η ύπαρξη ενός δημόσιου Πανεπιστημίου ανοιχτού, μαζικού και κοινωνικά ζωντανού», τονίζει, προσθέτοντας ότι η επιλογή αυτή δεν είναι μεμονωμένη, αλλά έρχεται σε συνέχεια της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής, των πειθαρχικών διώξεων, της αστυνόμευσης των ΑΕΙ και της θεσμικής προώθησης των ιδιωτικών πανεπιστημίων. «Είναι η ίδια στρατηγική: πρώτα απαξιώνεις το δημόσιο, μετά παρουσιάζεις το ιδιωτικό ως τη “μόνη λύση”, αναφέρει.
«Η κυβέρνηση επιδιώκει ένα Πανεπιστήμιο πειθαρχημένο, με φοιτητές που “τρέχουν και δε φτάνουν”, με τη διαγραφή να αιωρείται διαρκώς ως απειλή και την καταστολή ως απάντηση στις αντιδράσεις. Όχι έναν χώρο γνώσης, δημοκρατίας και κοινωνικής κινητικότητας», σημειώνει, τονίζοντας πως η Νέα Αριστερά στέκεται απέναντι σε αυτή την πολιτική, υπερασπιζόμενη το δημόσιο Πανεπιστήμιο ως κοινωνικό δικαίωμα και όχι ως προνόμιο. «Γιατί η Παιδεία δεν είναι κόστος – και οι ζωές των νέων δεν είναι “παράπλευρες απώλειες” μιας ιδεοληπτικής και νεοφιλελεύθερης ατζέντας», καταλήγει η Μ. Τζούφη.
Μ. Τζούφη: «Βαθιά ταξική επιλογή οι διαγραφές φοιτητών»
Βαθιά ταξική επιλογή για τα δημόσια ΑΕΙ χαρακτηρίζει η βουλευτής Ιωαννίνων της Νέας Αριστεράς Μερόπη Τζούφη τη διαγραφή 308.605 φοιτητών από τους καταλόγους των πανεπιστημίων, καταγγέλλοντας την κυβέρνηση εφαρμόζει μια πολιτική κοινωνικής εκκαθάρισης στα δημόσια Πανεπιστήμια.
