Ο λόγος για τον 36χρονο ανιψιό της 62χρονης, ο οποίος ήταν και ο άνθρωπος που ειδοποίησε τις αστυνομικές αρχές, λέγοντας ότι φτάνοντας στο σπίτι της θείας του, τη βρήκε σε μια λίμνη αίματος με τραύματα από κυνηγετικό όπλο στο σώμα της.
Από την πρώτη στιγμή οι έρευνες της Αστυνομίας είχαν στραφεί στο περιβάλλον της γυναίκας, η οποία είχε επιστρέψει στην Περίβλεπτο τα τρία τελευταία χρόνια από την Αθήνα, όπου εργαζόταν. Η 62χρονη ζούσε σε ένα μικρό σπίτι στο κέντρο του χωριού, χωρίς ανέσεις, καθώς η οικονομική της κατάσταση ήταν δύσκολη, περιμένοντας να βγει η σύνταξή της. Η γυναίκα ήταν ιδιαίτερα αγαπητή, χωρίς να έχει διαφορές με κανέναν, ενώ οι συγχωριανοί της έλεγαν πως το σπίτι της ήταν πάντα ανοιχτό σε όλους.
Οι αστυνομικοί δε διαπίστωσαν ίχνη παραβίασης στην είσοδο του σπιτιού, ούτε υπήρχαν ενδείξεις που να παραπέμπουν σε ληστεί, ενώ η ύπαρξη ενός σκύλου στην είσοδο του οικοπέδου θα λειτουργούσε προφανώς αποτρεπτικά σε κάποιον άγνωστο να πλησιάσει.
Οι υποψίες στράφηκαν αμέσως στον ανιψιό της, ο οποίος σχεδόν καθημερινά την επισκεπτόταν και τη βοηθούσε σε εργασίες, ενώ τον τελευταίο καιρό διέμενε στο σπίτι της, λόγω κάποιων οικογενειακών ζητημάτων.
Ο ανιψιός της γυναίκας οδηγήθηκε στην Ασφάλεια για να δώσει λεπτομερή κατάθεση, ενώ στην Περίβλεπτο κλήθηκε και ο γερανός της Αστυνομίας για να παραλάβει ένα όχημα ιδιοκτησίας του, το οποίο τον τελευταίο καιρό βρισκόταν εκεί σταθμευμένο, μετά από σύγκρουση με αγελάδα.
Λίγη ώρα αργότερα, ο ίδιος ομολόγησε την πράξη του, υποστηρίζοντας πως έφτασε στο σημείο να την πυροβολήσει με όπλο, που βρισκόταν στον χώρο, μετά από έναν καβγά, χωρίς μέχρι στιγμής να είναι απόλυτα ξεκαθαρισμένο τι αφορούσε. Οι αρχικές πληροφορίες έκαναν λόγο για προστριβές λόγω οικονομικών ζητημάτων, ωστόσο ενδέχεται να οφείλεται σε κάποια προσβολή του θύματος προς τον δράστη.
Το θύμα είχε δεχθεί δύο πυροβολισμούς με τον έναν να προκαλεί στην 62χρονη επιπόλαιους τραυματισμούς στο χέρι, το σώμα και το κεφάλι, ενώ ο δεύτερος πυροβολισμός, που την πέτυχε στο στήθος και τον λαιμό, ήταν και ο μοιραίος. Με βάση την εκτίμηση της ιατροδικαστή που κλήθηκε στο σημείο, η γυναίκα ήταν νεκρή τις τελευταίες δύο ημέρες, κάτι που συμπίπτει και με μαρτυρίες συγχωριανών και συγγενών της, που είχαν να επικοινωνήσουν μαζί της από την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, αλλά και με την ομολογία του δράστη, που κατέθεσε ότι σκότωσε τη θεία του τις πρώτες πρωινές ώρες της Πέμπτης. 
Οι έρευνες συνεχίζονται για τον εντοπισμό του όπλου, το οποίο ο δράστης υποστήριξε ότι πέταξε σε ένα ρέμα, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει βρεθεί.
Σε βάρος του 36χρονου σχηματίστηκε από την Υποδιεύθυνση Ασφάλειας Ιωαννίνων. δικογραφία για ανθρωποκτονία με δόλο και παραβάσεις της νομοθεσίας περί όπλων, και θα οδηγηθεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Ιωαννίνων.
