Σεργιο Εσπινοζα 1973 74
Ο Σέργιο Εσπινόζα τη σεζόν 1973-74 με τη φανέλα της Καλαμάτας
ΑθλητικάΑίθουσα Σύνταξης

Σέργιο Εσπινόζα: Λόγω Αβέρωφ και Γιαννάκου πήγα στον ΠΑΣ

Ο Σέργιο Κλεμέντες Εσπινόζα, είναι ένας από τους λατινοαμερικάνους ποδοσφαιριστές που ήρθαν στην Ελλάδα αρχές της δεκαετίας του ’70 και ομόρφυναν το ελληνικό ποδόσφαιρο.

Με την διαφορά ότι ο συγκεκριμένος ποδοσφαιριστής έμεινε για πάντα στην χώρα μας, έκανε μια υπέροχη οικογένεια, σπούδασε γεωπόνος στην Αθήνα, αλλά κατέληξε να γίνει στη Λιβαδειά εκδότης εφημερίδας, καθώς με την δημοσιογραφία είχαν ασχοληθεί η σύζυγός του Καίτη και η κόρη του Σοφία. Ο γιός τους Εδρούλφο – Γιώργος ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο. Σπούδασε ιατρική και σήμερα είναι διακεκριμένος νευροχειρουργός, αλλά και πολύ καλό παιδί. Στα φοιτητικά του χρόνια βοηθούσε και αυτός στην λειτουργία της εφημερίδας. Η έκδοση της βδομαδιάτικης πολιτικής εφημερίδας «ΘΑΡΡΟΣ των Βοιωτών» από τον Σέργιο Εσπινόζα, τον ανάγκασε να αποσυρθεί από τον χώρο του ποδοσφαίρου και της προπονητικής, καθώς ήταν επίσημο  μέλος της Ένωσης Ιδιοκτητών επαρχιακών εφημερίδων και υπήρχε το ασυμβίβαστο με άλλα επαγγέλματα. Πως τα φέρνει η ζωή. Όπως λέει στη σημερινή συνέντευξη στο «ΦΩΣ» ο Σέργιο Εσπινόζα, μικρός ήθελε να γίνει πιλότος. Τελικά έγινε ποδοσφαιριστής, για λίγο προπονητής και μετά εκδότης εφημερίδας.
Ο Εσπινόζα, όπως μας είπαν και άλλοι παλαίμαχοι παίκτες εκείνης της εποχής, υπήρξε ένας πολύ μεγάλος ποδοσφαιριστής. Αγωνίστηκε στην Α’ Εθνική με τις ομάδες Καλαμάτα, Ατρόμητο Περιστερίου, ΠΑΣ Γιάννινα, Καβάλα και στη Β’ Εθνική με Παναιγιάλειο, Προοδευτική, Λεβαδειακό. Είχε προσόντα να παίξει και σε μεγαλύτερες ομάδες. Ήταν από τους λίγους επιθετικούς των ελληνικών γηπέδων, που χωρίς να είναι κλασικό σέντερ φορ σημείωσε πολλά και καταπληκτικά γκολ. Στο ψηλό παιχνίδι ήταν ανίκητος. Είχε ύψος, δύναμη, αλτικότητα, δυνατό σουτ, γερά πόδια. Δεξιός εξτρέμ ήταν η κανονική θέση του. Σήμερα ένας ποδοσφαιριστής με αυτά τα προσόντα θα μπορούσε να παίξει ακόμη και στην Ευρώπη. Τότε ήταν άλλες εποχές. Πέρα από το γεγονός ότι οι παίκτες ήταν δέσμιοι των ομάδων, για τους ξένους ποδοσφαιριστές υπήρχε και το πρόβλημα του περιορισμένου αριθμού που μπορούσε να έχει μια ομάδα στο δυναμικό της. Από τη μια μεριά αυτό ήταν καλό, γιατί δεν τους μάζεψαν όλους τους Αργεντινούς ποδοσφαιριστές οι ομάδες του παλιού ΠΟΚ. Έτσι, είχαν την χαρά οι φίλαθλοι της επαρχίας να δουν ένα διαφορετικό ποδόσφαιρο από σημαντικούς άσσους της εποχής όπως οι έξι του ΠΑΣ (Παστερνάκης, Γκλασμάνης, Αλβαρέζ, Λίσα, Κοντογιωργάκης, Μοντέζ) και οι Εσπινόζα, Μάνα, Βάλιαν, Καντίχιεβιτς της Καλαμάτας, Χιλ, Καβόλι, Μοράλες της Λάρισας. Από την άλλη ήταν άδικο που ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου χαραμίστηκαν στα ξηρά γήπεδα της επαρχίας.
Τον χορό αγοράς παικτών από τη Λατινική Αμερική έσυρε πρώτος ο ΠΑΣ Γιάννινα, όταν στο πρώτο εξάμηνο του 1972 έφερε σταδιακά έξι σημαντικούς ποδοσφαιριστές από την Αργεντινή. Πρόσωπο κλειδί ο τότε προπονητής της γιαννιώτικης ομάδας Αυγουστίνο Γκομέζ Ντε Φαρία. Πορτογάλος στην καταγωγή, από την Μαδέρα, δούλεψε αρκετά χρόνια σε χώρες της Λατινικής Αμερικής και είχε τις γνωριμίες. Αυτός βοήθησε να έρθουν το καλοκαίρι του 1972 στην Καλαμάτα οι Σέργιο Εσπινόζα, Ραούλ Βάλιαν, Έλβιο Μάνα, Λουίς Καντίχεβιτς, Αρμάντο Τζιλιότι. Ο τελευταίος κάθισε στη «Μαύρη Θύελλα» του ιστορικού προέδρου Λυκούργου Γαϊτάναρου για έναν χρόνο στην Α’ Εθνική και μετά έφυγε για τη Γαλλία.
Ξετυλίγοντας το νήμα της ζωής του ο Σέργιο Εσπινόζα τόνισε στο «ΦΩΣ»: «Γεννήθηκα τον Μάρτιο του 1948. Οι γονείς μου ήταν μετανάστες από την Παραγουάη. Μεγάλωσα στο Μπουένος Άυρες. Προσπάθησα να γίνω πιλότος. Ήμουν έβδομος σε σειρά επιτυχίας, αλλά με έκοψαν, γιατί ήμουν παιδί μεταναστών. Κοινωνικός ρατσισμός υπήρχε από τότε. Ξεκίνησα το ποδόσφαιρο από τις ακαδημίες τις Ρίβερ Πλέιτ σε ηλικία 11 ετών και συνέχισα στις ομάδες νέων της Κίλμες. Στη συνέχεια έγινα επαγγελματίας. Εκεί είχα σημαντικούς συμπαίκτες τους όπως οι Φιλιόλ, Μάνα, Ρολντάν, Μπιλία και άλλοι. Το καλοκαίρι του 1972 με την βοήθεια του προπονητή του ΠΑΣ Γκομέζ Ντε Φαρία, ήρθαμε στην Ελλάδα για την ομάδα της Καλαμάτας. Ήρθαμε μαζί, εγώ, ο Μάνα, ο Βάλιαν και ο τερματοφύλακας Καντίχιεβιτς. Στο αεροδρόμιο μας υποδέχτηκαν άνθρωποι της Καλαμάτας. Το ίδιο βράδυ πήγαμε στη Νέα Φιλαδέλφεια για να δούμε ένα φιλικό παιχνίδι της ΑΕΚ. Εκεί είδα πρώτη φορά ελληνικό ποδόσφαιρο. Μου άρεσε πολύ ο Μίμης Παπαϊωάννου. Παίξαμε μετά αντίπαλοι. Στον δρόμο για την Καλαμάτα μου έκαναν μεγάλη εντύπωση τα βουνά της Αρκαδίας. τα δικά μου μέρη στην Αργεντινή είχαν πεδιάδα. Τρομάξαμε να φτάσουμε. Στενός και δύσκολος δρόμος. Εκεί έγινε η πρώτη γνωριμία με τον πρόεδρο Λυκούργο Γαϊτανάρο. Δεν μας κάθισε καλά, όταν μας είπαν ότι θα μας δοκιμάσουν. Ποιους να δοκιμάσουν, εμάς που παίζαμε σε ομάδες Α’ Εθνικής της Αργεντινής; Στο πρώτο φιλικό έβαλα πέντε γκολ. Ζήτησαν πρώτα να υπογράψω εγώ. Τους είπα «όλοι ή κανένας». Υπογράψαμε όλοι τα δελτία μας. Έτσι ξεκίνησε η καριέρα μου στην Ελλάδα. Την πρώτη χρονιά παίξαμε με την Καλαμάτα στην Α’ Εθνική για πρώτη φορά. Πολύς κόσμος στο γήπεδο. Πρόβλημα για εμάς τα ξηρά γήπεδα που μας δυσκόλευαν πολύ. Μοναδικό μειονέκτημα η έλλειψη ομοιογένειας. Βρεθήκαμε τρεις διαφορετικοί κόσμοι. Οι ντόπιοι, οι μεταγραφέντες από αθηναϊκές ομάδες και εμείς οι πέντε παίκτες από την Αργεντινή. Η Καλαμάτα είχε καλή ομάδα. Εγώ δέθηκα πολύ με τον Γιώργη τον Μπιστικέα. Μεγάλος παίκτης και καλός άνθρωπος. Δεν μας άξιζε ο υποβιβασμός. Πέσαμε για έναν βαθμό την σεζόν 1972-73».

ΚΑΛΑΜΑΤΑ 1973 1974 ΕΣΠΙΝΟΖΑ
Η Καλαμάτα την σεζόν 1973-74 που ανέβηκε στην Α’ Εθνική σε μπαράζ αγώνα με τον Ατρόμητο και σκόρερ τον Εσπινόζα. Όρθιοι από αριστερά: Καντίχιεβιτς, Λαζαρακόπουλος, Μάνα, Μάραντος, Σκαφιδάς, Κάχρης. Καθιστοί: Σταματόπουλος, Εσπινόζα, Βάλιαν, Καπαματζιάν, Χάνιος.

Έκλεψε τη νύφη και παντρεύτηκε!

Στην Καλαμάτα έμελλε να γραφτεί το ριζικό του και να μείνει για πάντα στην Ελλάδα. Εκεί γνώρισε και παντρεύτηκε την γυναίκα της ζωής του, την κυρία Καίτη Πατρικίου με την οποία έκαναν μια υπέροχη οικογένεια. Ζηλευτό ζευγάρι και σήμερα, με άξιους απογόνους, την Σοφία και τον Γιώργο. Η κόρη δημοσιογράφος, απόφοιτη της σχολής του Antenna, ο γιός νευροχειρουργός. Όλα ξεκίνησαν από μια τυχαία γνωριμία, καθώς τα καλύτερα σενάρια τα γράφει η ζωή. «Με είχαν χτυπήσει οι τάπες του παπουτσιού, γιατί ήταν σκληρά τα γήπεδα χωρίς χόρτο και έβγαλαν φουσκάλες τα πόδια μου» λέει ο Σέργιο Εσπινόζα. «Η Καίτη ήρθε να δει τον πατέρα μιας φίλης της και με το πρώτο βλέμμα που ανταλλάξαμε ένιωσα να με διαπερνά ηλεκτρικό ρεύμα. Την έψαξα για πολύ καιρό στην Καλαμάτα μέχρι να υπάρξει γνωριμία. Ο μετέπειτα πεθερός μου, ένας αξιόλογος άνθρωπος, ήταν αυστηρών αρχών και αντιδρούσε. Με την Καίτη κλεφτήκαμε αρχικά και μετά παντρευτήκαμε μόνοι στην Αθήνα. Δεν ήρθε κανένας από την ομάδα». Η συνάδελφος κυρία Καίτη Εσπινόζα συμπλήρωσε πάνω σε αυτό: «Η σχέση με τον Σέργιο λίγο έλειψε να του στοιχίσει την καριέρα του. Ο πατέρας μου ήταν εφοριακός, βοηθούσε την ομάδα και ήταν αδελφικός φίλος με τον Γαϊτανάρο. Για ένα διάστημα δεν τον έβαζαν να παίξει γιατί είχαμε φύγει κρυφά. Μετά τον γάμο μας και αφού όλα ήταν καλά, ήρθε πρόταση για να πάει στη Μαρσέιγ. Τους είχε μιλήσει ο Τζιλιότι για την αξία του Σέργιο. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να φύγω από την Καλαμάτα, πόσω μάλλον από την Ελλάδα. Πίεσε τον Γαϊτανάρο και δεν του έδωσε μεταγραφή».

Το μπαράζ ανόδου με Ατρόμητο στο Αγρίνιο

Στην Καλαμάτα αγωνίστηκε τρία χρόνια, από το 1972 μέχρι το 1975, με 85 συμμετοχές και 24 γκολ. Δύο χρόνια στην Α’ Εθνική και ένα στην Β’. Σε όλα τα μεγάλα παιχνίδια της «Μαύρης Θύελλας» ο Εσπινόζα είχε πρωταγωνιστικό ρόλο. Σημείο αναφοράς ο αγώνας μπαράζ με τον Ατρόμητο στο ουδέτερο γήπεδο Αγρινίου, για το ποια ομάδα θα ανεβεί στην Α’ Εθνική. Την σεζόν 1973-74 η Καλαμάτα και ο Ατρόμητος ισοβάθμησαν στην πρώτη θέση του 2ου ομίλου της Β’ Εθνικής με 57 βαθμούς. Δεν υπήρχαν άλλα κριτήρια ισοβαθμίας, παρά μόνο αγώνας μπαράζ. Η ΕΠΟ όρισε να γίνει το μεγάλο αυτό παιχνίδι την Κυριακή 30 Ιουνίου 1974 στο γήπεδο του Παναιτωλικού στο Αγρίνιο. Διαιτητής ο Νίκος Ζλατάνος. Μεγάλος πρωταγωνιστής του αγώνα ο Σέργιο Εσπινόζα που πέτυχε το γκολ της νίκης με 1-0 που χάρισε στην Καλαμάτα άνοδο στην Α’ Εθνική. Προπονητής της Μεσσηνιακής ομάδας ο παλιός άσος του Παναθηναϊκού Γιώργος Ανδρέου, που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. Η Καλαμάτα αγωνίστηκε με τους Λαγογιάννη, Μουλατσιώτη, Σκαφιδά, Λαζαρακόπουλο, Μάνα, Μάραντο, Θεοδώρου, Σταματόπουλο, Βάλιαν, Εσπινόζα, Καλλιγέρη (46’ Δαμιανάκο) και ο Ατρόμητος του Κώστα Λινοξυλάκη με τους Κωνσταντινίδη, Ιστόριο, Τσιβγούλη, Λιάκουρη, Ζαντέρογλου, Καπάτσο, Κ. Μισαηλίδη, Κότσαλο, Χριστόπουλο, Στολίγκα, Ζαφειρόπουλο (70’ Σ. Μισαηλίδη). Ο σκόρερ και σούπερ σταρ του μπαράζ Σέργιο Εσπινόζα θυμάται για την μάχη του Αγρινίου: «Παίξαμε μέσα στο λιοπύρι με σαράντα βαθμούς θερμοκρασία. Έκαιγε ο τόπος από τη ζέστη. Το γήπεδο είχε γεμίσει πολλές ώρες πριν από το παιχνίδι. Συγκλονιστική η παρουσία των φιλάθλων μας. Κερδίσαμε 1-0 με δικό μου γκολ και επιστρέψαμε στην Α’ Εθνική. Το τι έγινε στον δρόμο της επιστροφής και στην Καλαμάτα δεν περιγράφεται. Δυστυχώς η ομάδα δεν στέριωσε στην Α’ Εθνική και υποβιβάστηκε την επόμενη σεζόν 1974-75. Είχαμε φοβερή έδρα, πολύ κόσμο, καλούς παίκτες. Χάσαμε βαθμούς σε παιχνίδια που δεν περιμέναμε».

ΠΑΣ ΑΕΚ Βάγκνερ Παπαϊωάννου Τσανλάιτερ Εσπινόζα
Δεξιά ο Εσπινόζα σε αγώνα του ΠΑΣ με την ΑΕΚ στα Γιάννινα. Διακρίνονται από αριστερά οι παίκτες της Ένωσης Βάγκνερ, Παπαϊωάννου, Τσανλάϊτερ.

Από την Καλαμάτα σε Ατρόμητο και ΠΑΣ

Το καλοκαίρι του 1975 έκλεισε το κεφάλαιο Καλαμάτα για τον Εσπινόζα. Τα πράγματα είχαν δυσκολέψει για τους ξένους παίκτες, τους οποίους είχαν «ελληνοποιήσει» οι ομάδες με διάφορα τρικ. Λόγω υποβιβασμού στη Β’ Εθνική δεν είχε δικαίωμα να αγωνιστεί στη «Μαύρη Θύελλα». Επόμενος σταθμός της καριέρας του ο Ατρόμητος Περιστερίου. Η ομάδα που πλήγωσε στο μπαράζ του Αγρινίου ένα χρόνο πριν με το γκολ που σημείωσε ως παίκτης της Καλαμάτας. Παρά την ήττα έμεινε και ο Ατρόμητος στην Α’ Εθνική, καθώς παρουσιάστηκε κενή θέση στην Α’ Εθνική, επειδή δεν θα αγωνίζονταν κυπριακές ομάδες λόγω της εισβολής των Τούρκων στη Μεγαλόνησο. Έδωσαν μπαράζ οι δευτεραθλητές των τριών ομίλων Κόρινθος, Ατρόμητος, Πιερικός, μέσω των οποίων εξασφάλισε άνοδο στη μεγάλη κατηγορία η ομάδα του Περιστερίου. «Στον Ατρόμητο αγωνίστηκε μόνον ένα χρόνο, αλλά έκανα φίλους, ένιωσα αγάπη και σεβασμό απ’ όλους. Με έδωσαν το περιβραχιόνιο του αρχηγού. Την σεζόν 1975-76 ήμασταν η μοναδική ομάδα που έσπασε το αήττητο του πρωταθλητή ΠΑΟΚ. Τον κερδίσαμε με σκορ 2-1 μέσα στην Τούμπα με δύο δικά μου γκολ. Από αυτή την ήττα κόντεψε να χάσει το πρωτάθλημα. Με πλησίασε ο Παντελάκης για να με πάρει στον ΠΑΟΚ, όπως και ο Μαντζεβελάκης που με ήθελε για τον Παναθηναϊκό. Δεν έγιναν οι μεταγραφές γιατί δεν είχα πάρει ακόμα την ελληνική υπηκοότητα».
Στα Γιάννινα το καλοκαίρι του 1976 ο κόσμος είχε διχαστεί λόγω της μεταγραφής του Όσκαρ Αλβαρέζ στον Παναθηναϊκό. Μόνο συλλαλητήρια στους δρόμους δεν είχαν γίνει. Η απόκτηση του Σέργιο Εσπινόζα από τον Ατρόμητο ήταν σημαντική κίνηση της διοίκησης για να ηρεμήσει την κατάσταση. Δεν έπαιζε στη θέση του σέντερ φορ όπως ο Αλβαρέζ, αλλά ο Εσπινόζα ήταν ο μοναδικός εκείνη την εποχή επιθετικός που είχε το γκολ. Ο ίδιος λέει: «Με βασάνιζε το θέμα της υπηκοότητας. Λόγω αυτού του προβλήματος έχασα τις μεταγραφές στον ΠΑΟΚ και στον Παναθηναϊκό. Έμαθα από τους συμπατριώτες μου Αργεντινούς ποδοσφαιριστές που έπαιζαν στον ΠΑΣ ότι υπήρχε ένας καλός δικηγόρος, ο Πύρρος Γιαννάκος, και ότι έχουν άκρες με τον Αβέρωφ για να με βοηθήσουν να πάρω την υπηκοότητα. Γι’ αυτό υπέγραψα στον ΠΑΣ. Την πρώτη χρονιά κάναμε πολλά ωραία παιχνίδια, με προπονητή τον Ζέτσεφ και πρόεδρο τον Χριστόφορο Παπαδόπουλο. Κερδίσαμε για πρώτη φορά τον ΟΦΗ στο Ηράκλειο με δύο δικά μου γκολ. Παίξαμε σπουδαία μπάλα. Το ένα γκολ το έβαλα με κεφαλιά, αφού ήμουν καλός στο ψηλό παιχνίδι. Και πώς να ξεχάσω το ματς με τον ΠΑΟΚ στα Χριστούγεννα του 1976 που χάσαμε 5-4 και εγώ έβαλα δύο γκολ. Με τον ΠΑΟΚ πάντα έβαζα γκολ. Και στις τρεις ομάδες που αγωνίστηκα στην Α’ Εθνική με Ατρόμητο, ΠΑΣ και Καβάλα έβαλα γκολ σε βάρος του. Πάντα είχα ταρίφα για τον ΠΑΟΚ, γι’ αυτό ήθελαν να με πάρουν στην Τούμπα. Επίσης κερδίσαμε 3-2 τον Εθνικό μέσα στο Καραϊσκάκη και έβαλα ένα φανταστικό γκολ με ανάποδο ψαλίδι. Έχω μια πικρία γιατί έφυγα το 1978 και δεν ολοκλήρωσα στον ΠΑΣ την καριέρα όπως θα ήθελα εγώ. Έλειπε η ποδοσφαιρική οργάνωση. Άλλα έβλεπες στις προπονήσεις όλη την εβδομάδα και άλλα την Κυριακή. Ο ΠΑΣ είχε εξαιρετικούς παίκτες και μπορούσε να πάει ακόμα και πιο πάνω από την 5η θέση».

Εκδότης εφημερίδας ΘΑΡΡΟΣ Βοιωτών
Ο Εσπινόζα ως εκδότης στα γραφεία της εφημερίδα «Θάρρος των Βοιωτών»

Ο κύκλος της Α’ Εθνικής για τον Σέργιο Εσπινόζα έκλεισε για έναν χρόνο στην Καβάλα, την σεζόν 1978-79 έχοντας συμπαίκτες τους παλιούς φίλους και συμπατριώτες του Μάνα και Βάλιαν. Όπως λέει ο ίδιος, κάποια οικονομικά προβλήματα στην Καβάλα τον οδήγησαν στη σκέψη να σταματήσει και το ποδόσφαιρο. Όμως η πρόταση του μεγάλου παράγοντα του Παναιγιάλειου Αστέριου Μπέλα δεν τον άφησε ασυγκίνητο. Αγωνίστηκε σε δύο περιόδους στο Αίγιο με σημαντικούς συμπαίκτες όπως οι Δαβουρλής, Μωραϊτέλης, Δημαδάμας , Κορωνέλλος, Λιάτος, Γερούκαλης, Μισαηλίδης, Ρούμπας, Μπεκατώρος, Καραγιαννάκης, Νικολόπουλος και άλλοι. Στον Παναιγιάλειο αγωνίστηκε τις περιόδους 1979-80, 1981-83 και ενδιάμεσα τη σεζόν 1980-81 στην Προοδευτική με πρόεδρο τον Γιάννη Καρρά. Έχει να λέει τα καλύτερα και για τις δύο αυτές ομάδες. Το 1983 βρέθηκε στον Λεβαδειακό, καθώς ο τότε πρόεδρος Παναγιώτης Οικονόμου που είχε καταγωγή από τα Γιάννινα, τον θαύμαζε από την εποχή που έπαιζε στον ΠΑΣ. Η Λιβαδειά έγινε η πόλη του και άλλος ένας σταθμός της ζωής του. Αφού σταμάτησε το ποδόσφαιρο ασχολήθηκε ως προπονητής σε ομάδες της περιοχής, όπως ΠΑΟ Κυριακίου, Σχηματάρι, Αστέρας Ιτέας, Αταλάντη, Μαλεσίνα, Ατρόμητο Πειραιά, Αστέρα Καισαριανής, φτάνοντας και μέχρι την Αλεξανδρούπολη, ανεβάζοντας τον Ορφέα στη Γ’ Εθνική.

Και εκδότης πολιτικής εφημερίδας!

Η Λιβαδειά έγινε η βάση του. Το 2003 ο Εσπινόζα αποφάσισε να σταματήσει κάθε ποδοσφαιρική δραστηριότητα, καθώς έγινε εκδότης της εφημερίδας «ΘΑΡΡΟΣ των Βοιωτών». Ήδη η σύζυγός του Καίτη δούλευε επαγγελματικά σε εφημερίδες της περιοχής, ενώ είχε αποφοιτήσει από τη δημοσιογραφική σχολή του Αντένα και η κόρη του Σοφία. «Το πρώτο φύλλο κυκλοφόρησε στη Λιβαδειά και σε όλη τη Βοιωτία στις 27 Αυγούστου 2003 και αγκαλιάστηκε από τον κόσμο» μας λέει συμπληρώνοντας: «Μπήκα σε έναν χώρο που δεν ήξερα, αλλά ένιωσα την μαγεία αλλά και το άγχος που έχει η έκδοση μιας εφημερίδας. Έγραφε για την εφημερίδα ακόμα και ο γιός μου που είχε ιατρείο στη Λιβαδειά. Ήταν μια οικογενειακή επιχείρηση. Εγώ δεν ήμουν δημοσιογράφος και ούτε ήξερα να γράφω, αλλά είχα την ευθύνη της έκδοσης. Έγινα επίσημο μέλος της Ένωσης ιδιοκτητών επαρχιακών εφημερίδων. Όμως μετά από κάποια χρόνια ανελλιπούς έκδοσης, με την οικονομική κρίση που έπληξε βαρύτατα τον χώρο έγινε αναστολή της έκδοσης. Όχι μόνο το «Θάρρος» αλλά δεκάδες έντυπα στην περιφέρεια έβαλαν λουκέτο».
Η οικογένεια Εσπινόζα ζει μόνιμα στην Αθήνα. Από τον Αύγουστο του 1977 πολιτογραφήθηκε Έλληνας πολίτης, καθώς απέκτησε και την Ελληνική Ιθαγένεια, δίνοντας τον όρκο στη Νομαρχία Μεσσηνίας. Κλείνοντας τη συνέντευξη μας είπε: «Η Ελλάδα είναι πλέον η πατρίδα μου. Νοσταλγώ την Αργεντινή, τα παιδικά μου χρόνια, τους φίλους και τους συγγενείς. Η Ελλάδα έγινε το λιμάνι της ζωής μου. Το 1974 που έγινε επιστράτευση και βρέθηκε η χώρα στα πρόθυρα πολέμου με την Τουρκία, μας είπαν από την πρεσβεία της Αργεντινής αν θέλουμε να γυρίσουμε πίσω με την δική της συνδρομή. Όχι μόνο δεν φύγαμε, αλλά με τον Μάνα πήγαμε στο στρατόπεδο της Καλαμάτας ως εθελοντές του στρατού. Τους είπαμε να μας στείλουν στην Κύπρο να πολεμήσουμε και ας μην είχαμε ούτε καν υπηκοότητα».

Σχετικά άρθρα

Δυστυχώς δεν ήταν πρωταπριλιάτικο ψέμα για τους Κράβαρη και Γέροντα

Βαγγέλης Γυφτόπουλος

Όταν ο ΠΑΣ συνέτριψε με 5-0 την Αναγέννηση Άρτας στο ντέρμπι της Ηπείρου!

Βαγγέλης Γυφτόπουλος

Αγαπούσε πολύ τον ΠΑΣ ο Τάκης Μουσαφίρης