Το δικό μου αντίτυπο του βιβλίου του Νίκου Μπιλανάκη «Τόποι ντυμένοι με χρόνο» στην πρώτη του σελίδα, κάτω από την αφιέρωση του συγγραφέα, έχει γραμμένη και μια ημερομηνία: 30/4/2023. Το πήρα στα χέρια μου, δηλαδή, πριν από έναν χρόνο, όταν πρωτοξεκίνησε το ταξίδι του για να συναντήσουν οι ζωές και οι τόποι των ηρώων του τις ζωές, τους τόπους και τον χρόνο των αναγνωστών του. Από τότε, έγινε μόλις μία παρουσίασή του, στην Άρτα, το περασμένο καλοκαίρι –έναν τόπο που δεν θα τον συναντήσετε (όχι με το όνομά του πάντως) στο βιβλίο, αλλά είναι πολύ οικείος στον συγγραφέα του. Καθώς πρόσωπα, τόποι και χρόνος μπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο και αλλάζουν, χωρίς κάποιο να κυριαρχεί ή κάποιο άλλο να υπολείπεται, και καταστρατηγώντας τη γραμμική, νομοτελειακή ακολουθία του χρόνου, ας συμφωνήσουμε, χωρίς απαραίτητα να αυθαιρετούμε, ότι δεν πέρασε και πολύς καιρός απ’ όταν το βιβλίο κυκλοφόρησε. Ας πούμε ότι εκδόθηκε πριν λίγες μέρες λοιπόν και το Σάββατο αργά το απόγευμα παρουσιάστηκε σε έναν από τους τόπους για τον οποίο μιλάει: τα Γιάννενα. Έχοντας διαβάσει άλλωστε δυο φορές το βιβλίο, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι το ταξίδι του είναι διαρκές, αλλάζει και ανανεώνεται συνέχεια. Σαν να ξεκίνησε μόλις τώρα.
Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς για το βιβλίο του Νίκου, χωρίς να μιλήσει για κείνον. Δεν είναι μόνο η προσωπική σχέση και η φιλία που υπαγορεύουν την αναγκαιότητα αυτή. Είναι και που, καθώς διαβάζεις το βιβλίο του, τον συναντάς στις συνήθειες του ήρωά του, στις διαδρομές του, στα πρόσωπα που βρήκε στον δρόμο του και τον ακούμπησαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, στην αγγελικούλα στον κήπο του σπιτιού του Σήφη στην Πρέβεζα, αλλά και στις ίδιες τις λέξεις, που τόσο πολύ τις φροντίζει και τόσο περίτεχνα τις επιλέγει, πάντα με την ίδια προσήλωση, είτε για να περιγράψει έναν γαλανό «ευρύχωρο» ουρανό, είτε για να αναλύσει και να ερμηνεύσει μια ολόκληρη γενιά και τα γεγονότα που τη σημάδεψαν, τους τόπους από τους οποίους πέρασε και τους άλλαξε αλλάζοντας κι η ίδια, τη μετάβαση σε μια καινούρια και τα κουσούρια που αυτή η μετάβαση μοιραία αφήνει. Και οι λέξεις του ανταποδίδουν αυτή τη φροντίδα. Αλλά έτσι γράφει και μιλάει ο Νίκος. Δεν θέλω να πω «οικουμενικά», γιατί είναι πολύ κλισέ. Τα λόγια του -στα γραπτά του και στις κουβέντες του- είναι πυξίδα, είναι ο οδηγός που χρειαζόμαστε για να βρούμε τον δρόμο που έχουμε χάσει. Είναι απαντοχή και καταφύγιο. Όσα καταγράφει και μοιράζεται στο βιβλίο του τα διατρέχουν μια πρωτόγνωρη συγκατάβαση, μια καταδεκτικότητα, μια ανοιχτωσιά και μια γενναιοδωρία δίχως ασφαλώς να πελαγοδρομεί ή να φλυαρεί. Κάθε άλλο. Είναι τόσο συμπυκνωμένος ο λόγος του, στέρεος, βατός, φυσικά ρέων που ο αναγνώστης έχει συχνά την αίσθηση ότι αυτά θέλει να πει κι ο ίδιος, αλλά δεν βρίσκει τις λέξεις ή δεν είναι σε θέση να τις τακτοποιήσει, να τις βάλει σε μια σειρά, όχι για να βγάζουν νόημα, αλλά για να αποκτήσουν αξία, ουσία και διάρκεια. Αυτό το κάνει τόσο μαγικά ο Νίκος για μας. Και του είμαστε ευγνώμονες. Όπως ευγνώμονες του είμαστε και για όλες αυτές τις εικόνες που με τόση μαεστρία και λεπτομέρεια φτιάχνει -άλλοτε πολύχρωμες, πολύβουες και φωτεινές κι άλλοτε σε σέπια, ασπρόμαυρες, βουβές, σκοτεινιασμένες. Και το ακόμη πιο μαγικό απ’ όλα είναι ότι έχει κρατήσει μια θέση και για μας τους αναγνώστες του μέσα σ’ αυτές. Μας τοποθετεί στο παρόν του ήρωά του ή και των ηρώων του, μας γυρίζει πίσω στο παρελθόν τους, που δεν διαφέρει και τόσο πολύ από το δικό μας, μας προσφέρει μια κλεφτή ματιά στο μέλλον.
Το βιβλίο «Τόποι ντυμένοι με χρόνο» είναι μια συλλογή διηγημάτων που το ένα όμως συνδέεται με το άλλο, όχι απαραίτητα με τη λογική της αλληλουχίας και της διαδοχικότητας. Είναι άλλωστε χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος ο συγγραφέας μας συστήνει πρόσωπα, χαρακτήρες οικείους, που όλοι μας έχουμε συναντήσει ή έχουμε υπάρξει κάποιος ή κάποιοι απ’ αυτούς στη ζωή μας. Το δεύτερο, με έναν μόνο κεντρικό ήρωα, τον Σήφη, αφηγείται την ιστορία τόπων και εποχών. Τόπων αντιπροσωπευτικών μιας εποχής, που αλλάζουν μαζί της, που θα μπορούσαν να είναι και τόσοι άλλοι ή με διαφορετικό τρόπο βιωμένοι για τον καθένα από μας που διαβάζει το βιβλίο. Σ’ αυτούς τους εφτά τόπους, σ’ αυτά τα εφτά κεφάλαια του δεύτερου μέρους, όπου περιγράφεται το ταξίδι του Σήφη στον χώρο (την Κρήτη, την Αθήνα, το Βουκουρέστι κ.λπ.) και στον χρόνο (από τα μισά περίπου της δεκαετίας του ’50 ως τις μέρες μας κι ακόμη πιο πέρα), συναντιόμαστε όλοι και παρακολουθούμε τη μετάβαση του ίδιου, αλλά και μιας ολόκληρης κοινωνίας (της ελληνικής, εν προκειμένω) από την εποχή του «είναι» στην εποχή του «έχειν» και εντέλει την έκπτωσή της στην εποχή του «φαίνεσθαι». Από τη συνύπαρξη των ανθρώπων και τον κοινό σχεδόν αγώνα τους για την επιβίωση στον πρώτο διαχωρισμό τους, όταν ακόμη κι οι ίδιοι οι τόποι τους έφερναν πολύ κοντά, στην απαρχή του πρόσκαιρου πλουτισμού, στη φρενήρη απόκτηση υλικών αγαθών ως μοναδικό κριτήριο κοινωνικής θέσης και αξίας και στο τέλος σε μια περιφορά εικόνας -της εικόνας μας- όμοια με την περιφορά σαρκίου, εντελώς και οριστικά αποκομμένοι ο ένας από τον άλλο, αλλά και από τον εσωτερικό μας εαυτό. Απόντες από το κοινό παρόν μας, συρμένοι σε ένα αβέβαιο και μοναχικό μέλλον, δίχως ποιοτική επαφή, μονόχνωτοι. Την ίδια, παράλληλη εκφυλιστική πορεία φαίνεται υπόγεια να ακολουθούν και οι τόποι: έρημοι, κενοί από την ανθρώπινη παρουσία, ή ασφυκτικά γεμάτοι από αυτή, στεγνοί όμως από συναισθήματα. Ερειπωμένα χωριά, γκρίζες συνοικίες, θορυβώδεις μεγαλουπόλεις με τεράστιες πολυκατοικίες και άναρχη (αχόρταγη θα την έλεγε κανείς) δόμηση -φαινομενικά εξελιγμένοι τόποι οι περισσότεροι, ουσιαστικά μονότονοι και άδειοι. Ο χρόνος -προσωπικός και συλλογικός- γίνεται πια κυκλικός και επαναλαμβανόμενος, σχεδόν καθηλωμένος, όπως άλλωστε είναι πάντα ο χρόνος κι οι συνήθειες των μοναχικών ανθρώπων. Μια μοναξιά που δεν επιβάλλει ο κύκλος της ζωής και της φύσης, αλλά υπαγορεύει ο φόβος του μοιράσματος, της σύνδεσης με τον άλλον και της δέσμευσης. Μοναχοποιημένους άνθρωπους μας περιγράφει ο Νίκος, μια διαδικασία μοναχοποίησης που ξεκίνησε στον νεωτερικό χρόνο και συνεχίζει ακάθεκτη στον μετανεωτερικό. Και κάπως έτσι οι μοναχικοί, κακορίζικοι, φοβισμένοι άνθρωποι του πρώτου μέρους εμβολίζουν το δεύτερο και εμφανίζονται ξαφνικά στον δρόμο το Σήφη. Ο Μίλτος, ο κύριος δικαστής, ο Μάκης, ο υπουργός, επανέρχονται για μια στιγμή μόνο φευγαλέα, συνδέοντας ανεπαίσθητα, αλλά καταλυτικά δύο φαινομενικά ασύνδετα μέρη (το πρώτο και το δεύτερο μέρος του βιβλίου), υποδηλώνοντας ταυτόχρονα την κοινή ιστορία, την κοινή πορεία, τους κοινούς τόπους που φτιάχνουν όπου κι αν βρεθούν, όπως κοινή είναι η μοίρα όλων των ανθρώπων -με κάποιες ίσως ασήμαντες διαφοροποιήσεις στα επιμέρους.
Στη μοναχική αυτή διαδρομή ως το τέλος – του ήρωα, του καθενός από μας που ανακαλεί τη δική του καθώς διαβάζει το βιβλίο, αλλά και της συλλογικής ως κοινωνία- πλούτος και ελπίδα είναι οι άνθρωποί μας και οι τόποι μας, προκειμένου να επιβραδύνουμε το πέρασμα του χρόνου εφόσον αυτός κυλά νομοτελειακά σε βάρος μας. Κι αυτό ακριβώς αναδεικνύεται μέσα από το βιβλίο του Νίκου. Καθώς και η υποδόρια ανάγκη να επαναπροσδιορίσουμε τον εαυτό μας και να επανεφεύρουμε τη γλώσσα, προκειμένου να αποκαταστήσουμε τη χαμένη τιμή των λέξεων, να μάθουμε να μιλάμε από την αρχή για να επικοινωνήσουμε ουσιαστικά κι αληθινά ο ένας με τον άλλον. Να μοιράσουμε την απόσταση που μας χωρίζει, να συναντηθούμε στα μισά. Το βιβλίο, όσο νοσταλγικό, μελαγχολικό ή πικρό κι αν γίνεται, όσες σκληρές αλήθειες κι αν καταγράφει χωρίς να χαρίζεται ή να μαλακώνει, νομίζω ότι μας ταρακουνά και αφήνει στο τέλος ακριβώς αυτή την αίσθηση: ότι, κόντρα σε κάθε πιθανότητα και νομοτέλεια, υπάρχει ελπίδα, ότι μπορεί και να προλαβαίνουμε, προτού το κέλυφος που μας καλύπτει γίνει οριστικά και ανεπανόρθωτα αδιαπέραστο, να έρθουμε κοντά και να φτιάξουμε καινούριους τόπους.
Θα κλείσω περιγράφοντας δύο σημεία της δικής μου διαδρομής που δεν διαφέρει και τόσο από εκείνη του κεντρικού ήρωα, παρά μόνο, όπως είπαμε και παραπάνω, στα επιμέρους. Σε μια σχετικά παράλληλη πορεία με αυτή του Σήφη, κάπου λίγο πριν τα μισά της δικής του διαδρομής, είμαι φοιτήτρια, εδώ στα Γιάννενα, στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου στη Δομπόλη, όπου παρακολουθώ τον Νίκο να μας κάνει μάθημα και με ένα μικρό (ή μεγάλο, όπως το δει κανείς) άλμα στον χρόνο, πολύ κινηματογραφικό και εντυπωσιακό αν αποτυπωνόταν στη μεγάλη οθόνη με τα καρέ της ζωής μας να περνούν μπροστά μας σε fast forward, βρίσκομαι μερικές δεκαετίες μετά, εδώ δίπλα του και μιλάω για το βιβλίο του που με συνεπήρε (όπως με συνέπαιρνε το μάθημά του τότε). Φορτωμένοι κι οι δυο από τα χρόνια που πέρασαν, με τα αποτυπώματα που άφησαν πάνω μας άνθρωποι, τόποι και αλλαγές. Αλλά κοντά, σιμά, που έλεγε η γιαγιά μου.
Διαβάζω στο οπισθόφυλλο του πολύτιμου αυτού βιβλίου λοιπόν πως η ζωή μοιάζει μακρύτερη για εκείνους που συναντούν περισσότερους ανθρώπους ή ζουν σε περισσότερους τόπους. Και συμπληρώνω: ή που ξαναβρίσκονται στον ίδιο, αλλαγμένο ωστόσο τόπο, μιλώντας μια νέα ή την παλιά γλώσσα, περισσότερο ανθρώπινη και ζεστή, λιγότερο φοβισμένη και μόνη…
