Ο Διακογιάννης στα Γιάννινα 1992
Από την άφιξη του Γιάννη Διακογιάννη το 1992 στο αεροδρόμιο Ιωαννίνων. Διακρίνονται από αριστερά Γιώργος Φαρμάκης, Βασίλης Ρώιμπας, Γιάννης Διακογιάννης και Βαγγέλης Γυφτόπουλος
Αίθουσα ΣύνταξηςΑθλητικά

Ο Διακογιάννης που γνωρίσαμε στα Γιάννινα

Βαθιά αίσθηση και θλίψη προκάλεσε σε όλο τον κόσμο ο θάνατος του θρυλικού σπορτκάστερ της τηλεόρασης Γιάννη Διακογιάννη.

Η φωνή του μας συνόδεψε σε μεγάλα αθλητικά γεγονότα, Ολυμπιακούς Αγώνες και Παγκόσμια Κύπελλα. «Μας ενώνει μας δονεί του Διακογιάννη η φωνή» όπως λέει και ο Κηλαηδόνης. Ήταν ένας και μοναδικός. Με κουλτούρα, γνώσεις, εύστοχες παρατηρήσεις, όχι μόνο δεν κούραζε τους τηλεθεατές, αλλά τους έκανε να κρέμονται από τα χείλη του. Ήξερε πότε θα μιλούσε, τι θα πει και τι ενδιέφερε τον αναγνώστη. Είχε απίστευτες γνώσεις, μεγάλες εμπειρίες και φοβερό αρχείο. Και αν σήμερα μέσω του διαδικτύου μπορούμε να μάθουμε τα πάντα με ένα «κλικ» από το κινητό μας, ο Διακογιάννης, όπως μας είπε μια φορά στα Γιάννινα, έτρεχε ακόμα και στις πρεσβείες ξένων χωρών για να προμηθευτεί εφημερίδες και να καταγράψει στο αρχείο του γεγονότα από ξένους αγώνες. Ήταν ο δημιουργός και παρουσιαστής της εκπομπής «Αθλητική Κυριακή», ταυτισμένος με την Ιστορία της τηλεόρασης στην Ελλάδα.
Πολλές γενιές μεγάλωσαν με την φωνή του Γιάννη Διακογιάννη. Αλλά και όσοι δεν τον πρόλαβαν στην τηλεόραση, έχουν ακούσει σίγουρα γι’ αυτόν τον θρύλο της δημοσιογραφίας και του μικροφώνου των γηπέδων. Έφυγε χθες σε ηλικία 91 ετών. Τον είχαμε γνωρίσει για πρώτη αλλά και τελευταία φορά, πριν από 30 χρόνια στα Γιάννινα. Έμεινε για ένα τριήμερο στην πόλη μας, προσκεκλημένος του Γιώργου Φαρμάκη, τον οποίο γνώριζε από αποστολές της εθνικής ομάδας και άλλες διεθνείς διοργανώσεις. Ο Γιάννης Διακογιάννης έδωσε και μια διάλεξη στην κατάμεστη από κόσμο αίθουσα της Εταιρίας Ηπειρωτικών Μελετών (ΕΗΜ) με θέμα: «Αθλητικός Τύπος και αναμνήσεις». Είχαμε την τύχη να του πάρουμε συνέντευξη για την τοπική τηλεόραση, αλλά πίνοντας και εκλεκτό κρασί μας πήραν τα χαράματα στο λόμπι του παλιού «Ξενία» συζητώντας πολλές ώρες για τον αθλητισμό, το ποδόσφαιρο και την δημοσιογραφία. Παρέα και με άλλους φίλους κόντευαν χαράματα χωρίς να το καταλάβουμε ακούγοντας με πολύ προσοχή τα όσα ενδιαφέροντα έλεγε ο Γιάννης Διακογιάννης. Μας είπε ιστορίες και γεγονότα για την καριέρα που έκανε ο Ριγκάνι, πατέρας του Εδουάρδο Κοντογιωργάκη στη δεκαετία του ’50 στην Ιταλία. Ήξερε πολύ καλά και τις παλιές ομάδες των Ιωαννίνων, Αβέρωφ, Ατρόμητο, Ολυμπιακό. Στο τετράτομο έργο του, «100 χρόνια ποδόσφαιρο», που εξέδωσε μετά από λίγα χρόνια κάνει ειδική αναφορά και στον ΠΑΣ Γιάννινα, ως ένα κομμάτι από την Ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου. Στην παρέα ήταν ακόμα ο Γιώργος φαρμάκης ως οικοδεσπότης, καθώς με δική του πρόσκληση ήρθε στα Γιάννινα ο κορυφαίος Έλληνας σπορτκάστερ, ο Βασίλης Ρώιμπας, ο αείμνηστος αθλητικογράφος Βαγγέλης Λέκκος και ο οφθαλμίατρος Νίκος Κανταρτζής.

Δηλωσεις Διακογιαννη Ιωαννινα 1992
Δηλώσεις του Γιάννη Διακογιάννη στα τοπικά κανάλια των Ιωαννίνων

Στην διάλεξη που έδωσε στην ΕΗΜ η αίθουσα ήταν κατάμεστη. Οι Γιαννιώτες έδειξαν την εκτίμησή τους στο πρόσωπο του Γιάννη Διακογιάννη. Και αυτός είχε την υπομονή να καθίσει στο βήμα για να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις του κόσμου. Ακόμα και για τον ποιον θεωρούσε κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή. Ανέφερε τον Μίμη Δομάζο. Όταν τον ρώτησαν «γιατί τον Δομάζο και όχι τον Κούδα ή τον Χατζηπαναγή» τους είπε: «Γιατί ο Δομάζος επί 20 χρόνια ήταν ο Στρατηγός και γιατί στο ποδόσφαιρο η διάρκεια είναι αυτή που φέρνει την καταξίωση και την κορυφή».
Δεν υπάρχει στάδιο ή γήπεδο στον κόσμο που να μην έχει πάει ο κορυφαίος δημοσιογράφος. Σε εκείνη τη συνέντευξη μας είχε πει: «Υπήρχαν εποχές που ήμουν συνεχώς με μια βαλίτσα στο χέρι. Η πιο μεγάλη δοκιμασία και κούραση ήταν το 1976 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μόντρεαλ. Καλύψαμε με τον Βαγγέλη Φουντουκίδη 96 ώρες μεταδόσεων για όλα τα αθλήματα. Ξεκινούσαμε την δουλειά στις έξι το πρωί και τελειώναμε στις δύο μετά τα μεσάνυχτα». Όταν τον ρωτήσαμε για τον πλούτο των γνώσεών του για όλα τα αθλήματα, μας είπε: «Οφείλεται στη μελέτη, στο διάβασμα και στο αρχείο. Έτρεχα μέχρι τις πρεσβείες των ξένων χωρών για να προμηθευτώ ξένες εφημερίδες και να ενημερωθώ. Με το αρχείο μου ασχολούμαι δύο με τρεις ώρες ημερησίως. Όταν τελείωναν οι Ολυμπιακοί Αγώνες που κάλυπτα, ετοιμαζόμουν για τους επόμενους». Μπορεί να πήγε σε πάρα πολλά γήπεδα, αλλά έκανε ξεχωριστή αναφορά για το Γουέμπλεϊ: «Αισθάνομαι δέος όταν πηγαίνω σε αυτό το στάδιο. Αλλά και οι παίκτες θεωρούν τιμή όταν πατούν το χόρτο του. Στον τελικό Άγιαξ – Παναθηναϊκός, το 1971 στο Γουέμπλεϊ, ένιωσα περίεργα συναισθήματα. Τότε είχα χαρακτηρίσει τον Μίμη Δομάζο, ως τον Ελευθέριο Βενιζέλο του ελληνικού ποδοσφαίρου».
Αφού η διάλεξη που έδωσε στα Γιάννινα είχε ως θέμα τον αθλητικό Τύπο και τις αναμνήσεις του, όταν ρωτήθηκε για την κατάσταση του Τύπου στην Ελλάδα, ανέφερε ότι «υπάρχει κρίση, αλλά γι’ αυτό ευθύνονται οι εκδότες των εφημερίων και όχι οι δημοσιογράφοι». Κάποια παιδιά που τον ρώτησαν στην ΕΗΜ πως πρέπει να ξεκινήσουν τη δημοσιογραφία, τους συνέστησε να ξεκινήσουν από εφημερίδες και όχι από κανάλια ή ραδιόφωνα, προσθέτοντας ότι οι εφημερίδες είναι το σχολείο της δημοσιογραφίας. «Να ξέρετε –τους είπε- ότι η δημοσιογραφία είναι σκληρό επάγγελμα, δεν έχει ωράρια και προσωπική ζωή, απαιτεί προσωπικές θυσίες. Όποιος δεν συμβιβαστεί με αυτά, δεν κάνει για δημοσιογράφος».

Αθλητικη Κυριακή Διακογιάννης

ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΙΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ

Την τελευταία πνοή άφησε την Τρίτη (13/12) σε ηλικία 91 ετών ο Γιάννης Διακογιάννης, η πιο διάσημη… φωνή της αθλητικής δημοσιογραφίας στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στις 5 Ιανουαρίου του 1931 στη Αθήνα και πήγε στη Σχολή Καλπάκα στο Παγκράτι. Έχασε τον πατέρα του σε ηλικία 11 ετών από καρκίνο στον εγκέφαλο και η μητέρα του πούλησε το πιάνο της, με συνέπεια να το κόψει τα φτερά του στο χώρο της μουσικής, την οποία αγαπούσε περισσότερο και από τον αθλητισμό, όταν ήταν μικρός.
Με το ποδόσφαιρο άρχισε η τριβή στα μέσα της δεκαετίας του ’40, όταν πήγε με έναν συγγενή του σε φιλικό του Παναθηναϊκού με την ΑΕΚ. Έπαιξε μπάσκετ στους Εφήβους της ομάδας της περιοχής, αλλά ήταν και αθλητής στίβου, κάνοντας 100μ., 200μ. και μήκος. Σε αγώνες μεταξύ ιδιωτικών σχολείων της εποχής είχε έρθει 2ος στα 100μ. και 1ος στα 300μ.
Σπούδασε αθλητική δημοσιογραφία στη Γαλλία, από όπου ήταν ο παππούς του. Έμεινε από το 1954 μέχρι το 1960 και συνεργάστηκε σε ερασιτεχνική βάση με την Equipe, ενώ έγινε και ανταποκριτής της Αθλητικής Ηχούς. Όταν επαναπατρίστηκε, συνέχισε στην “Ηχώ” και έπιασε δουλειά παράλληλα στην “Ελευθερία”.
Το 1966 έκανε την πρώτη τηλεοπτική μετάδοση Παγκοσμίου Κυπέλλου στην Ελλάδα, με μαγνητοσκοπημένη περιγραφή. Συνολικά κάλυψε όλα τα τουρνουά από το 1954 στην Ελβετία μέχρι το 1998 στη Γαλλία (το 1994 δεν ταξίδεψε στις ΗΠΑ λόγω διαφωνιών με την ΕΡΤ). H περιγραφή του στον απίθανο τελικό της Ιταλίας με τη Δυτική Γερμανία το 1982 θα μείνει στην ιστορία.
Στο παλμαρέ του βρέθηκαν 31 τελικοί του Κυπέλλου Πρωταθλητριών/Champions League, από το 1969 και το Μίλαν – Άγιαξ 4-1 μέχρι το 2000 και το Ρεάλ – Βαλένθια 3-0. Ωστόσο, ο πρώτος τελικός της διοργάνωσης που είδε από κοντά ήταν ο “παρθενικός”, το 1956 στο “Παρκ ντε Πρενς”, ως φίλαθλος και κάτοικος Γαλλίας τότε. Ειδική μνεία στις περιγραφές του στην πορεία του Παναθηναϊκού μέχρι τον τελικό του “Γουέμπλεϊ” του 1971 και ιδίως εκείνη στο γκολ του Αριστείδη Καμάρα κόντρα στον Ερυθρό Αστέρα για τα ημιτελικά. Από το Σεπτέμβριο του 1966 έως το 1983 ήταν ο βασικός παρουσιαστής της εβδομαδιαίας αθλητικής τηλεοπτικής εκπομπής “Αθλητική Κυριακή” (αρχικά “Αθλητικά Νέα”).
Το όνομά του είχε γίνει συνώνυμο των αθλητικών μεταδόσεων με αποτέλεσμα να περιληφθεί σε στίχο τραγουδιού, συγκεκριμένα στο “Το Ματς”, σύνθεσης και εκτέλεσης του Λουκιανού Κηλαηδόνη το 1979. Τον Σεπτέμβριο του 1969 παρουσίασε το 9ο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Αθλητισμού, που διεξήχθη στο “Γεώργιος Καραϊσκάκης” και αποτέλεσε την πρώτη μετάδοση αγώνων στίβου από ελληνικό τηλεοπτικό συνεργείο.
Μέχρι τη δεκαετία του ’90, όταν άρχισε να αποσύρεται από το προσκήνιο, μετέδωσε τηλεοπτικά σχεδόν όλα τα μεγάλα γεγονότα, όπως Ολυμπιακούς Αγώνες, Παγκόσμια Κύπελλα και Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα. Παράλληλα, εργαζόταν και για διάφορες εφημερίδες και περιοδικά, ενώ στο ραδιόφωνο εκτός από το σχόλιό του, έκανε και μουσικές εκπομπές. Από τα συγγραφικά έργα του ξεχωρίζουν το τετράτομο “100 Χρόνια Ποδόσφαιρο” (Μίλητος, 2006), το “60 Χρόνια Μουντιάλ” (Λιβάνης, 1990), το “Οι Μεγάλες Μορφές του Αθλητισμού” (Κάκτος, 1979) κ.α. Στην καριέρα του αλλά και κατόπιν συγκέντρωσε πλήθος βραβείων για το δημοσιογραφικό έργο του. Υπήρξε ο πρώτος που τιμήθηκε για την εν γένει προσφορά του με το βραβείο “Ελένη Βλάχου” το 2003, ως δημοσιογράφος των “Νέων”. Το 2015 του απονεμήθηκε ο Χρυσός Σταυρός από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο.
Υπήρξε νυμφευμένος με τη Βαρβάρα Δράκου, υιοθετώντας την κόρη της (από το γάμο με το δημοσιογράφο Οδυσσέα Ζούλα), την αείμνηστη Ρίκα Βαγιάνη. Κατά δήλωσή της, το επώνυμο προήλθε από τα ονόματα της μητέρας της και του Γιάννη Διακογιάννη, με τον οποίο είχε άριστη σχέση.

Από τη σημερινή έντυπη έκδοση του “Ηπειρωτικού Αγώνα” (14/12/2022)

Σχετικά άρθρα

Παναιτωλικός 100 ετών στα γήπεδα και στην κοινωνική προσφορά

Λευτέρης Τρούλλης: “Χωρίς υποδομές χάνονται τα ταλέντα”

Βαγγέλης Γυφτόπουλος

Δολοφονήθηκε πρόεδρος ποδοσφαιρικής ομάδας στην Κύπρο