Η συμμετοχή των πολιτών – ψηφοφόρων στις εσωκομματικές εκλογές του Κινήματος Αλλαγής ξεπέρασε και τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες των επιτελείων της Χαριλάου Τρικούπη για την προσέλευσή τους στην ανάδειξη της νέας ηγεσίας. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε το τραγικό γεγονός του θανάτου της Προέδρου Φώφης Γεννηματά, η πολιτική μας εκτίμηση αναφερόταν στην ενδεχόμενη συναισθηματική επίδραση που θα ασκούσε η αδόκητη αυτή απώλεια στον χώρο του Κινήματος Αλλαγής. Συναισθηματική επίδραση η οποία, κατά τα φαινόμενα, συνέβαλε στη δυνητική επαναφορά σημαντικής μάζας ψηφοφόρων μέσω της συμμετοχής τους στην προαναφερόμενη εκλογική διαδικασία. Στην αθρόα αυτή προσέλευση καταλυτικό ρόλο είχε και η απόφαση του πρώην πρωθυπουργού κ. Γεωργίου Παπανδρέου για τη διεκδίκηση εκ νέου της ηγεσίας της παράταξης. Για τους γνωρίζοντες των τεκταινόμενων και πολιτικών συμπεριφορών του πάλαι ΠΑ.ΣΟ.Κ, η απόφαση αυτή του πρώην πρωθυπουργού ήταν μια απόφαση υψηλού πολιτικού ρίσκου. Στα χρόνια της διακυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ, οι συμμαχίες/ομάδες που αναπτύχθηκαν, και η όποια στοίχιση στο πρόσωπο του ηγέτη, είχαν πραγματοποιηθεί στο όνομα της νομής ή της προοπτικής για την κατάκτηση θέσεων ευθύνης, δηλαδή τη διακυβέρνηση του τόπου.
Ήταν μια αυτοκαταστροφική πολιτική τακτική η οποία «νομιμοποιήθηκε» μετά την αναγκαστική αποχώρηση από την ηγεσία και τελικά τον θάνατο του ιδρυτή του κινήματος Ανδρέα Παπανδρέου. Την περίοδο εκείνη το όραμα της αλλαγής που μετασχημάτισε κοινωνικά ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, στους κύκλους της εξουσίας και των αποφάσεων είχε αρχίσει να φθίνει με αποτέλεσμα την αλλοίωση της ιστορικής του αναγκαιότητας. Η διαπιστωμένη ανάγκη ανοικοδόμησης της χώρας, η χάραξη εξωτερικής πολιτικής στη γεωπολιτική της διάσταση, η πάταξη φαινομένων γενικευμένης ανομίας και διαφθοράς δυστυχώς δεν αποτελούσαν προτεραιότητες της τότε νέας ηγεσίας.
Την ανωτέρω παραδοχή επιβεβαιώνει πλήρως η συγκλονιστική ομιλία του ιστορικού στελέχους του ΠΑ.ΣΟ.Κ Μιχάλη Χαραλαμπίδη μπροστά στα αποσβολωμένα, πλήρως ανέκφραστα στελέχη του ΠΑ.ΣΟ.Κ στο εκλογικό συνέδριο του 1996. Αρθρώνοντας ένα απόλυτα τεκμηριωμένο, «ευθύ» πολιτικό λόγο, αποδόμησε την εφαρμοσμένη πολιτική της κυνικής δυστυχώς διαχείρισης των μεγάλων προκλήσεων για τη χώρα, δηλαδή την απόφαση της μη δημιουργίας ενός σύγχρονου αυτόνομου κράτους μέσω της ένωσης των περιφερειών και την ολοκλήρωση των μεγάλων έργων σύνδεσης της χώρας. Μία τελικώς επιβαλλόμενη «σμίκρυνση» του γεωγραφικού χάρτη, η οποία θα ευνοούσε σημαντικά την ανάπτυξη της οικονομίας, δημιουργώντας συνθήκες ευημερίας για τον πολίτη.
Η «εξελικτική» πορεία της χώρας ιστορικά τον δικαίωσε απόλυτα, η Ελλάδα ουσιαστικά χρεοκόπησε, τα συγκριτικά πλεονεκτήματα ποτέ δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκαν, και ο ίδιος εξαφανίστηκε πλήρως -απομακρύνθηκε- από τις όποιες θέσεις ευθύνης-ρόλους που τεκμηριωμένα θα προσέφερε.
Το διακύβευμα πια στους κόλπους του πάλαι ΠΑ.ΣΟ.Κ δεν ήταν ο σοσιαλισμός, η ισόρροπη ανάπτυξη, η κοινωνική δικαιοσύνη, ο σεβασμός στο περιβάλλον, η «συμμετοχή» του λαού στην εξουσία, αλλά τα προνόμια που η νομή της εξουσίας οριοθετούσε. Η ανάδειξη και η δικαστική καταδίκη εξάλλου αρκετών φαινομένων διαφθοράς ήταν διαπιστωμένο χαρακτηριστικό της οκταετίας 1996- 2004.
Για τον λόγο αυτό σε καμία περίπτωση δεν ήταν δυνατόν να στηρίξουν τα στελέχη του Κινήματος Αλλαγής τον πρώην πρωθυπουργό. Με την ίδρυση του Κινήματος Δημοκρατών Σοσιαλιστών «συνέβαλε» στην απώλεια των προνομίων που η εξουσία απλόχερα «προσέφερε». Τουναντίον, δεν απαλλάσσεται και ο ίδιος των βιαστικών, μη ώριμων αποφάσεων που έλαβε τόσο κατά την περίοδο της διακυβέρνησης της χώρας, όσο και στο διάστημα που ίδρυσε τον δικό του πολιτικό του σχηματισμό.
Ο πολίτης που αυτοπροσδιορίζεται πολιτικά στον χώρο της κεντροαριστεράς, ο πολίτης που φαίνεται να παρέχει ένα είδους πολιτική λήθης, σίγουρα δεν έχει ξεχάσει σε καμία περίπτωση την αλλοίωση της φυσιογνωμίας που έχει επέλθει στην παράταξή του.
Συστατικό της δημοκρατίας θα πρέπει να είναι και η αλλαγή των κομμάτων που μετέχουν στη διακυβέρνηση της χώρας, και συμπληρωματικά η λαϊκή «εντολή» της άσκησης της διοίκησης και σε ένα νέο σχηματισμό που δύναται τεκμηριωμένα να πείθει. Το Κίνημα Αλλαγής «τιμωρήθηκε» πολιτικά και όχι άδικα από τους πολίτες. Το αισθητήριο του λαού δεν είναι λανθασμένο και οι πολίτες διαγιγνώσκουν την ανάγκη του μετασχηματισμού και της επιβράβευσης του νέου σε υψηλό -ρεαλιστικό- βαθμό από τους επαΐοντες της κομματικής νομεκλατούρας. Η εκπεφρασμένη μαζικότητα στις εσωκομματικές διαδικασίες του ΚΙΝ.ΑΛ., εφόσον δεν θα διαθέτει τα χαρακτηριστικά της ένωσης των όμορων δυνάμεων, δύναται να έχει τα χαρακτηριστικά της πολιτικής κινούμενης άμμου. Για τον λόγο αυτό απαιτούνται σοβαρότητα, ωριμότητα και ρεαλιστικός πολιτικός σχεδιασμός στα επιτελεία των δύο υποψηφίων στις εκλογές του δεύτερου γύρου.
Η δημοκρατία έχει ανάγκη πολιτικούς σχηματισμούς, οι οποίοι μπορούν και ομνύουν στην πρόοδο, έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν την εμπειρία της διακυβέρνησης και κυρίαρχα να έχουν διδαχθεί, αυτοκριτικά και ουσιωδώς για τη χώρα, από τα λάθη τους.
Καταληκτικά για τα τεκταινόμενα στον σοσιαλιστικό χώρο της προηγούμενης περιόδου της χώρας, όπως αυτός εκφράστηκε μέσα από το ΠΑ.ΣΟ.Κ, το δύσκολο ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν τελικά ο πρώην πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, με την απόφασή του να στηρίξει τον Κωνσταντίνο Σημίτη στο ιστορικό συνέδριο μετά τον θάνατο του ηγέτη του ΠΑ.ΣΟ.Κ Ανδρέα Παπανδρέου, άνοιξε ο ίδιος την πολιτική του κερκόπορτα. Σημειολογικά ίσως κατά κάποιο τρόπο να «νομιμοποίησε» τα αρνητικά χαρακτηριστικά της νομής της εξουσίας. Δύσκολο το ερώτημα, η απάντηση σίγουρα δεν είναι η αυτονόητη, καθώς κρίθηκε πολιτικά και από τη ζωή ο έτερος των υποψηφίων. Ο ηγέτης όμως οφείλει να διαγιγνώσκει, να καθοδηγεί και πολιτικά να μετασχηματίζει τις εξελίξεις. Για τον λόγο αυτό ο Γεώργιος Παπανδρέου και οι στενοί του συνεργάτες, αν πραγματικά εμφορούνται πολιτικών αισθητηρίων και διαθέτουν αντανακλαστικά επιβίωσης, οφείλουν άμεσα να διαφοροποιηθούν πολιτικά όπως ευαγγελίζονται, δίνοντας καθαρό πολιτικό στίγμα για τις προκλήσεις που η χώρα αντιμετωπίζει, συμβάλλοντας στην επανίδρυση του ιδεολογικού τους χώρου και την επαναφορά της ρεαλιστικής – ωφέλιμης πολιτικής. Ο αγώνας αυτός θα είναι διδακτικός «διαδραστικά» για το κόμμα τους, κυρίως όμως θα είναι για τη δημοκρατία, γιατί θα αναδεικνύει το ηδύ της πολύφερνης υστεροφημίας.
