Πριν 30 περίπου χρόνια περπατούσα στον μικρό διάδρομο των γραφείων των καθηγητών του Τμήματος ΦΠΨ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στη Δομπόλη. Στο κτήριο αυτό που τώρα κρύβει από πίσω του, ύπουλα, την εφορία. Στην εξωτερική πλευρά της πόρτας ενός από τα γραφεία του Τμήματος, βλέπω την ταμπέλα «Νικ. Λ. Χρηστάκης, Λέκτορας». Ρωτάω αν ο συγκεκριμένος έχει κάποια σχέση με τον γνωστό εκδότη Χριστάκη και η απάντηση που μου δίνουν είναι καταφατική. Χαίρομαι, νοιώθω σαν να επαναπροσεγγίζω το αθηναϊκό μου, όχι τόσο μακρινό παρελθόν, και να αποκτώ νέες σχέσεις με το νεότερο ηπειρωτικό παρόν μου που βρίσκεται υπό κατασκευή, που το καθιστούν περισσότερο ευρύχωρο και αισιόδοξο!
Ο Χριστάκης -ή για τους μυημένους ο κ. Λέο Κριστ- γεννήθηκε στην Ελλάδα, σε μια δύσκολη εποχή. Γεννήθηκε μετά τον εμφύλιο πόλεμο, τότε που οι άνθρωποι μπορούσαν να ήταν μόνο δεξιοί ή αριστεροί. Τότε που πολλοί άνθρωποι ήθελαν να ξεφύγουν από το ασφυκτικό αγκάλιασμα αυτών των πιεστικών καιρών, όμως δεν ήταν εύκολο να μπορέσουν να διαπεράσουν την ατσάλινη διάκριση που χώριζε όλη την ελληνική κοινωνία σε δύο στρατόπεδα, σε δεξιούς και σε αριστερούς, μια διάκριση που δεν επέτρεπε σε κανέναν να υπάρξει στον ενδιάμεσο χώρο. Διαφυγή καμιά!
Μέχρι που, από τη δεκαετία του 1960 και πέρα, ξαφνικά και απροσδόκητα, στις πρωτεύουσες όλου του δυτικού κόσμου, όπως και στην Αθήνα, άρχισαν να εμφανίζονται νέες ιδέες, νέες μόδες, νέες μουσικές, νέοι τρόποι ζωής. Στο Παρίσι γίνεται ο Μάης του ’68 και οι διαδηλωτές προτρέπουν τον κόσμο «γίνετε ρεαλιστές, απαιτείστε το αδύνατον», στο Λονδίνο οι Beatles ξεσηκώνουν τη νεολαία στον ρυθμό των τραγουδιών τους, στο Βερολίνο εμφανίζεται το κίνημα των καταλήψεων παλιών ακατοίκητων κτιρίων, στην Κοπεγχάγη οργανώνεται το πρωτοποριακό κοινόβιο Christiania. Το φεμινιστικό κίνημα απαιτεί δικαιώματα για τις γυναίκες και οι νέοι διεκδικούν το δικαίωμα άρνησης στην στράτευσή τους. Οι ομοφυλόφιλοι εμφανίζουν τον εαυτό τους και η ερωτική πράξη απελευθερώνεται από τον γάμο και τον έρωτα. Ιδρύονται αντιαυταρχικά σχολεία, διεκδικούνται δικαιώματα για τους ψυχικά ασθενείς, αμφισβητούνται οι συνθήκες κράτησης στις φυλακές, εμφανίζονται νέοι εκδοτικοί φορείς που εκδίδουν νεωτερικές εφημερίδες και περιοδικά. Μέσα σε αυτή τη περιρρέουσα πραγματικότητα αμφισβήτησης και ελευθερίας, μορφοποιούνται τα λεγόμενα νέα κοινωνικά κινήματα. Κινήματα, που σε αντίθεση με το παλαιότερο εργατικό κίνημα, έδιναν σημασία και έμφαση σε αφηρημένες -όχι υλιστικές- αξίες, όπως στην προσωπική ελευθερία, στην ισότητα, στην έκφραση της ταυτότητας, στην οικολογική ισορροπία κ.ά. Κινήματα που δραστηριοποιούνταν στον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ δεξιάς και αριστεράς, διεκδικώντας πολιτικό λόγο που δεν μπορούσε να καταχωρηθεί ούτε ως δεξιός ούτε ως αριστερός.
Παρόμοιες ιδέες άρχισαν να εμφανίζονται και στην Αθήνα. Στην Αθήνα, που τις δεκαετίες 1960-1980 δεν ήταν, όπως έγινε μετά. Πολλά καλλιτεχνικά συμβαίνοντα και πρωτοπορίες γίνονταν ακόμα στο Κολωνάκι, όχι στα Εξάρχεια. Αυτό είχε ακόμα την ασυλία. Εκεί συναντούσες τον Τσαρούχη, τον Ταχτσή, τον Μιχάλη τον Κατσαρό, τον Νάνο Βαλαωρίτη αλλά και άλλους πιο νεαρούς, όπως τον Θόδωρο Πάγκαλο, τον μετέπειτα υπουργό, τον Πητ Κουτρουμπούση, τον Αντώνη τον Ευθυμιάδη, τον Δημήτρη τον Πουλικάκο. Στην ίδια παρέα ήταν η Λένα Μακρή και ο Γιώργος Μακρής που τους άφησε όλους πολύ γρήγορα για να αυτοκτονήσει το 1968, πέφτοντας από την ταράτσα της πολυκατοικίας του. Λίγο πριν είχε ζητήσει από τον θυρωρό το κλειδί της ταράτσας.
«Θα αργήσετε, κύριε Γιώργο;», τον είχε ρωτήσει εκείνος.
«Μην ανησυχείς, παιδί μου, κατεβαίνω αμέσως», του απάντησε ο Μακρής. Ανέβηκε και κατέβηκε αμέσως, όπως του είπε!
Σε αυτή την Αθήνα των δεκαετιών 1960-1980, σε αυτά τα χρόνια -όπου, πέρα από το αναμφίβολα κυρίαρχο αριστερό και δεξιό mainstream ρεύμα, αρχίζει να εμφανίζεται και ένα εναλλακτικό, αμφισβητησιακό, underground κίνημα- έζησε και ο κ. Λέο Κριστ. Αποτελώντας έναν σημαντικό ατζέντη και μεταπράτη αυτών των ιδεών!
Αδύνατος πολύ σαν κλαράκι, ψηλός, με στέρνο στενεμένο, και γενειάδα Δον Κιχώτη. Το πίσω μέρος της κεφαλής του από παλιά αρρώστια φαγωμένο, το μπροστινό όμως, κυρίως το βλέμμα του, έμοιαζε αλαφροΐσκιωτο σαν μαγεμένο από μια περίσσεια ζωής, για ισορροπία λες! Συνήθως φορούσε τριμμένα ρούχα, μαύρα πουκάμισα, αθλητικά παπούτσια και έναν μπερέ ψηλά, στο πίσω μέρος του κεφαλιού του, όπως οι σουρεαλιστές εκείνης της εποχής. Πνεύμα επαναστατικό, ασυμβίβαστο, ελευθεριάζον, ξενικό. Πολυπράγμονας εικαστικός, συγγραφέας, ζωγράφος, βιολονίστας, γραφίστας, εκδότης, γκαλερίστας ήταν μερικά μόνο από αυτά που έκανε για να εξοικονομήσει τα προς το ζην.
Γεννούσε ιδέες αλλά και αγκάλιαζε πρωτοποριακές ιδέες άλλων που προσπαθούσε να τις κάνει πράξη. Όμως μόλις υλοποιούσε τις καινοφανείς ιδέες του στη ζωγραφική, στις εκδόσεις, στις γκαλερί, δεν δενόταν μαζί τους, όσο τουλάχιστον θα ήταν αναμενόμενο για άλλους. Τις παρατούσε και έφευγε για να υλοποιήσει άλλες, καινούργιες που καταλάμβαναν αιφνιδιαστικά το μυαλό του. Όπως άλλωστε έκανε και με τους ανθρώπους. Σαν αερικό ήταν οι κινήσεις του, υπάκουε σε ρεύματα αέρα που μόνο τα πουλιά νοιώθανε και οι άλλοι άνθρωποι πάνω στης γης δύσκολα μπορούσαν να αντιληφθούν. Στη ζωή του ήρθε σε επαφή, συνεργάστηκε ή συνδέθηκε φιλικά με όλη την ιντελιγκέντσια, ξένη όπως οι αμερικάνοι μπίτνικ αλλά και η ελληνική, όπως ο Νάνος Βαλαωρίτης, ο Σαββόπουλος, ο Τζέησον Ξενάκης, η Μαρία Μητσόρα. Όλους τούς είχε γνωρίσει, βραβευμένους και «καταραμένους», από την καλή και την ανάποδη.
Ο κ. Λέο Κριστ έζησε αυτεξούσια και αντεξουσιαστικά στα σύνορα, στην μεθόριο, εκεί απ’ όπου ερχόταν το αύριο. Υπήρξε λάτρης του εφήμερου και του έρωτα. Άλλαξε 30 σπίτια στη ζωή του και στο τέλος κατέληξε, μην έχοντας πού να μείνει, να του παραχωρηθεί από την αντιεξουσιαστική συλλογικότητα που τον διαχειριζόταν, η χρήση του παλιού κινηματογράφου ΒΟΞ, στη Θεμιστοκλέους. Τελικά, το 2009, ο κύριος Λέο Κριστ πέθανε σε πλήρη οικονομική δυσπραγία, αφήνοντας πίσω του τρεις διαλυμένους γάμους και δύο παιδιά.
Όπως είπε για αυτόν αργότερα ο γιος του ο Νικόλας, ο Λέκτορας, όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφο για τον πατέρα του: «Εκτός από ένας πολυπράγμονας περιθωριακός καλλιτέχνης, ο πατέρας μου ήταν η απουσία του!». Και εγώ, κάθε φορά που σκέφτομαι τον κ. Λεο Κριστ, μου ‘ρχεται στο μυαλό η φράση του φίλου του Τέο Ρόμβου από το βιβλίο του «Τρία φεγγάρια στην πλατεία»: «Όλους αυτούς τους τύπους που περνάνε τα σύνορα χωρίς χαρτιά, χωρίς διαβατήρια, μόνο με τον χάρτη στο μυαλό, ακολουθήστε τους, ξέρουν πάντα ένα καλό μονοπάτι…»
