tsavalias
Αίθουσα ΣύνταξηςΙστορίεςΚαθημερινά

Κοινότης Τσεπελόβου, πάμε σαν άλλοτε

Στο Τσεπέλοβο δεν συναντά κανείς μόνο την ιστορία και την αρχιτεκτονική του Ζαγορίου, αλλά και ανθρώπους που κουβαλούν τη μνήμη του τόπου. Ο 81χρονος Στέφανος Τσαβαλιάς, με τη σοφία, την απλότητα και την αγάπη του για τη φύση, ξετυλίγει μέσα από μια αυθόρμητη κουβέντα ιστορίες μιας άλλης εποχής, τότε που στην εφημερίδα έγραφε ακόμη η ταχυδρομική ετικέτα «Κοινότης Τσεπελόβου».

Η ζωή του κοντά στη φύση από τότε που κατάλαβε τον εαυτό του, του άλλαξε τη γνώμη για τον κόσμο. Γέννημα και θρέμμα του Τσεπέλοβου, του πανέμορφου αυτού χωριού του Ζαγορίου του  ξαπλωμένου στις πλαγιές της Τύμφης, ο Στέφανος Τσαβαλιάς  απόμεινε ο μοναδικός σχεδόν παλιός να υποδέχεται, τους ξένους στο χωριό του και με αυτούς τα βρίσκει καλύτερα, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται. Οικείος, προσηνής και συνετός.  Είναι από εκείνους τους τύπους τους καλοσυνάτους, που στο χωριό τους θεωρούν αχμάκηδες, όπως ο ίδιος λέει.  Που  διαθέτουν όμως μια σοφία και φιλοσοφία ζωής, που φαντάζει πρωτόγνωρη σήμερα.

Ο Στέφανος επιστάτης του σχολείου επί χρόνια, όταν το χωριό του ήταν γεμάτο ζωή και κόσμο και  όλα ήταν ανοιχτά, χειμώνα καλοκαίρι, υπηρέτησε με όρεξη τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, που τα διοικούσαν φωτισμένοι δάσκαλοι. Υπήρχε τότε και Μαθητική Εστία, όπως επισημαίνει, μεταξύ άλλων. Τον συνάντησα την ώρα που χάζευα μια κερασιά στον περίβολο ενός κλειστού σπιτιού και προσπαθούσα να φτάσω ένα κλαρί, νομίζοντας πως οι καρποί ήταν κράνα, τόσο μικρά που ήταν. Κατάφορτο το δέντρο, λες κι έφερνε όλο το βάρος του πολιτισμού αυτού του χωριού, έγερνε προς το πλακόστρωτο.

Ανέβηκε τα σκαλιά σαν αίλουρος κι αφού κάναμε τις συστάσεις, με πληροφόρησε γελώντας με την αφέλειά μου, πως δεν υπάρχουν κράνα αυτή την εποχή, παρά μόνο κεράσια και κούμπλα. Όταν τον ρώτησα στο τέλος της κουβέντας μας, αν μπορώ να τον φωτογραφίσω εκεί στη μικρή αυλή, μου απάντησε κάπως έτσι: «Μετά χαράς, να πάρω κι εγώ ένα μικρό μεράδι στη δημοσιότητα και μάλιστα στην εφημερίδα που πρωτόπιασα στα χέρια μου. «Κοινότης Τσεπελόβου…» έγραφε  η ταχυδρομική ετικέτα κι εκείνος την άνοιγε πρώτος και τη διάβαζε λαθραία, όπως είπε. Στεκόταν λίγα λεπτά όρθιος, διάβαζε τις ειδήσεις και την ξανάκλεινε.

Αναζητούσε εκείνο το απόγευμα της Κυριακής τη Νινέτα Καππα,  που ήταν μαζί μας με το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών σε αυτή την εκδρομή στο ειδυλλιακό χωριό του. Πατρίδα της Μαρίκας Κοτοπούλη, του Δημήτρη Μυράτ, της μητέρας του Βασίλη Τσιτσάνη, της Φρόσως Ιωαννίδη και τόσων άλλων επιφανών. Και του Στέφανου Τσαβαλιά επίσης.

Κι αρχίζει η κουβέντα μας, ερώτηση, απάντηση:

Πού την ξέρεις τη Νινέτα, Στέφανε;

Ήταν εκείνο το κορίτσι το όμορφο, που ερχόταν όλα τα καλοκαίρια στο χωριό με τους γονείς της για διακοπές κι αργότερα γίνηκε δασκάλα, παντρεύτηκε τον Γιάννη Καππά.  Συνδεθήμαμε με βαθιά φιλία, τους αγαπήσαμε και μας αγάπησαν.

Αφού ήσουν τόσα χρόνια στα σχολεία επιστάτης, παίρνεις κάποια σύνταξη;

Παίρνω μια σύνταξη. Μείναμε τα δυο αδέλφια μοναχά, συντηρώ και  την αδελφή μου. Ένα παράπονο έχω μόνο. Περνούσαν τα γράμματα μπροστά μου σαν πουλιά που πετούσαν, όλα τα χρόνια στα σχολεία κι εγώ έκανα έτσι με το χέρι και δεν μπορούσα να τα πιάσω. Φτωχοί άνθρωποι ήμασταν, βόηθαγα τη μάνα, που ήταν εργάτρια σε σπίτια και περιβόλια. Όχι πως δεν τα έμαθα καθόλου, το τέλειωσα το δημοτικό, αλλά μη με βλέπεις έτσι, το μυαλό μου ήταν κοφτερό.

Τώρα με τι ασχολείσαι, φαίνεσαι νέος, έτσι λεπτός  και ζωντανός που είσαι; 

Τα πάτησα τα 81. Εξακολουθώ πάντα να ασχολούμαι με τη φύση. Έχω τον κήπο μου, έχω τα λουλούδια μου. Την αγαπώ. Πρέπει να ενδιαφερόμαστε και για τη ζωή των φυτών και των ζώων, όπως για τη δική μας και περισσότερο. Αλλά οι άνθρωποι γίναμε εγωϊστές και καλοπερασάκηδες και φαίνεται πως δεν την αγαπάμε. Μόλις βλέπω τους ξένους που καταφθάνουν στο χωριό, τους υποδέχομαι με καλοσύνη και κάνω παρέα με πολλούς. Μου δείχνουν την αγάπη τους κι εκείνοι. Μόνο οι ξένοι…

Τους δείχνεις και τα αξιοθέατα;

Αν  με ρωτήσουν το κάνω με ευχαρίστηση, όπως τώρα με σένα, κυρία Λουκία, αλλά είναι άλλοι που έχουν αυτό το έργο. Έχουμε σύλλογο πολιτισμού.

Η Πινακοθήκη είναι κλειστή κι η εκκλησία επίσης, του είπα, δείχνοντας τα δυο αξιοθέατα, που βρίσκονταν απέναντι.

Η εκκλησία είναι γεμάτη όλων των ειδών τα τριαντάφυλλα κι αν ήταν ανοιχτή θα θαύμαζες στο εσωτερικό της τις αγιογραφίες, οι οποίες με την οικονομική συμβολή της Σοφίας Δούμα, που καταγόταν από το χωριό και παντρεύτηκε Εμπειρίκο, καθαρίστηκαν και έγιναν αγνώριστες. Στην αυλή της Πινακοθήκης κοιμάται ο ποιητής μας, ο Ιωάννης  Βηλαράς. Αν έχεις χρόνο, να σου ιστορήσω πολλά.

Ύστερα μου μίλησε για την πρόσφατη  γιορτή των μανιταριών, ενώ απαντώντας σε κάποια φιλοφρόνηση, που του έκανα, είπε: «Οι καλοί άνθρωποι, κυρία Λουκία και στον ωκεανό να βρεθούν, παλεύοντας με το αγριεμένο κύμα, θα βρουν μια διέξοδο και δεν θα βυθιστούν».

Του υποσχέθηκα πως θα του στείλω αυτά που θα γράψω για εκείνον κι όχι πια με την ετικέτα «Κοινότης Τσεπελόβου», αλλά κάπως αλλιώς.

Σχετικά άρθρα

Γεύσεις, φύση και μανιτάρια στην 16η Ηπειρωτική Γιορτή Μανιταριού

Ηπειρωτικός Αγών

Το Selio Party επιστρέφει στο Τσεπέλοβο