Έχει πολλούς λόγους να κατέβει κάποιος στην πλατεία Αυδή, στην καρδιά μιας παράγωνης πρωτεύουσας. Αρκεί να του αρέσουν οι βιτρίνες των κινέζικων μαγαζιών, οι μυρωδιές των μπαχαρικών της Ανατολής, γλώσσες και κουλτούρες αλλιώτικες και νυχτερινές αναμνήσεις από το ιστορικό -κλειστό πια εδώ και πολλά χρόνια- μπαρ Αστοιβή. Τότε, προσεγγίζοντάς την μέσα από πολύβουα στενά, θα αντικρίσει το εξαιρετικά ανακαινισμένο απομεινάρι μιας άλλης εποχής: το Μεταξουργείο, μια ακμαία βιομηχανία επεξεργασίας μεταξιού του 19ου αιώνα (την «Σηρική Εταιρεία της Ελλάδος Αθανάσιος Δουρούτης & Σία»). Το εργοστάσιο που έδωσε το όνομά του και στην αθηναϊκή συνοικία.
Το κτήριο, που σχεδίασε το 1833 ο Δανός αρχιτέκτονας Χανς Κρίστιαν Χάνσεν για να λειτουργήσει αρχικά ως εμπορικό κέντρο, αποτελεί από το 2010 τη Νέα Πινακοθήκη του Δήμου Αθηναίων. Λίγο πριν, τον Οκτώβριο του 2003, το όνομα του Λέοντος Αυδή, βουλευτή του ΚΚΕ και πρώην δημοτικού συμβούλου, δόθηκε από την τότε δημοτική αρχή στην πλατεία, μεταξύ των οδών Μυλλέρου, Λεωνίδου, Γιατράκου και Κεραμεικού.
Άηχοι διάλογοι
Εκτός από τα θέατρα, τα καφέ και τα ουζερί που τα τελευταία χρόνια έχουν κατακλύσει την περιοχή, οι πάντα προσεγμένες και δωρεάν εκθέσεις της Πινακοθήκης αποτελούν την καλύτερη επιλογή για μια βόλτα στην άλλοτε κακόφημη γειτονιά. Η πρόσφατη έκθεση δύο δημιουργών από τα Γιάννενα, των αδελφών Γιώργου και Νίκου Χουλιαρά, με τίτλο «’Αηχοι Διάλογοι», ήταν για μένα ένα επιπλέον κίνητρο. Όσο κι αν μοιάζει οξύμωρο, φαίνεται ότι οι καλύτεροι διάλογοι είναι συχνά αυτοί που ακούγονται στη σιωπή.
Τον Νίκο τον θυμάμαι από μικρή. Μη φανταστείτε ότι τον άκουσα να ερμηνεύει «Νέο Κύμα» ή θαυμάσιες διασκευές ηπειρώτικων δημοτικών. Τον γνώρισα στο δημοτικό κι αυτό επειδή έζησε ένα διάστημα στην πατρική πολυκατοικία στην Αθήνα. Έτσι, μια χρονιά, παραμονή Χριστουγέννων που του χτυπήσαμε με τον αδελφό μου την πόρτα για τα κάλαντα, εκείνος μας δώρισε μια φλογέρα. Η φλογέρα αυτή, για πολύ καιρό, βρήκε τη θέση της στο καθισματάκι του πιάνου που άνοιγε για τις παρτιτούρες.
Ξανασυνάντησα τον πολυτάλαντο καλλιτέχνη της πολυκατοικίας μου στα βιβλία του, με την ενηλικίωσή μου στο δεύτερο σπίτι μου, τα Γιάννενα. Φοιτήτρια στην πόλη που γεννήθηκε. Στα δωρικά, βροχερά Γιάννενα της δεκαετίας του ’80, με τα λιγοστά φώτα των Λιγκιάδων απέναντι στο σιωπηλό Μιτσικέλι. Στην εικόνα της Τσεβούλας να βρίζει τους περαστικούς, ανεβαίνοντας την Αβέρωφ, του γιου της του Νικολάκη να σέρνει ένα ταλαίπωρο σκυλί στη βόλτα της λίμνης, στην εικόνα του Δημητράκη Μαντζαρόπουλου να χορεύει, κρατώντας το πορτοκάλι που του χάρισαν οι θαμώνες ενός καφενείου στην Καλούτσιανη. (Οι νεότεροί μπορούν να ρωτήσουν γονείς, γιαγιάδες και παππούδες για τα αρχετυπικά αυτά πρόσωπα. Η ιστορία μιας πόλης είναι και η ιστορία των «τρελών» της.) Όσο για μένα, οι μορφές τους μπερδεύτηκαν μέσα μου με τις μορφές των ηρώων των διηγημάτων του Χουλιαρά. Οι δρόμοι που περπάτησα, με εκείνους που έκλεισαν μέσα τους τις ιστορίες που αφηγήθηκε. Τόσο που καμιά φορά ξεχνάω τι ανήκει στη μνήμη μου και τι σ’ εκείνον.
Άφησα για το τέλος τη γνωριμία με τον εικαστικό Νίκο Χουλιαρά. Που αρχικά τον ξεφύλλισα μέσα από την εικονογράφηση των βιβλίων του, τον χόρτασα στη μεγάλη αναδρομική έκθεση που οργάνωσε το 2011 το Μουσείο Μπενάκη, στο κτήριο της οδού Πειραιώς και τον ξανασυνάντησα πριν από λίγους μήνες στην έκθεση της Πινακοθήκης του Δήμου Αθηναίων. Στις παραμορφωμένες μορφές του, στα σκοτεινά τοπία και στα μαύρα απειλητικά ζώα-σκυλιά-, τους φόβους μας-.
Το έργο του Γιώργου Χουλιαρά
Στις αίθουσες της Πινακοθήκης μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω μέρος της δουλειάς του γλύπτη και ομότιμου καθηγητή της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών Γιώργου Χουλιαρά, που μόνο αποσπασματικά την είχα προσεγγίσει. Αναρωτιέμαι ποια εντύπωση θα μου έκαναν τα συγκεκριμένα έργα αν τα είχα δει κάποια άλλη περίοδο και όχι αυτή τη φοβερή στιγμή του πολέμου και του θανάτου. Έκλεισα τα μάτια και φαντάστηκα τις αφηρημένες συνθέσεις του να σπάνε επιθετικά τη συλλογική σιωπή με τα ψυχρά υλικά, το μέταλλο, το γυαλί και τις αιχμές τους. Να χαρίζουν απλόχερα την αισιοδοξία και την επαναστατικότητα της ρήξης. Να αφήνουν στον επισκέπτη την ελευθερία να τις ξαναβαφτίσει και να τους δώσει τον δικό του τίτλο. ‘Ένα είδος πολιορκητικού κριού στον συμπαγή τοίχο της απραξίας.
Τελικά δεν ξέρω αν και με ποιους τρόπους συνομίλησαν οι δύο δημιουργοί. Πηγαίνοντας προς το μετρό αναρωτιόμουν αν αρκεί το κοινό βίωμα, ο γενέθλιος τόπος, η οικογενειακή μνήμη, οι χαρές, τα τραύματα, η κοινή ή η διαφορετική διαχείριση των τραυμάτων για να συνομιλήσεις με τ’ αδέλφια σου. Τι να πω. Σας δίνω δουλειά για το σπίτι…
Λίγο πριν τελειώσω το κείμενο έβαλα στο you tube κι άκουσα για μια ακόμη φορά το εμβληματικό τραγούδι «χαλασιά μου», που διασκεύασε και ερμήνευσε μοναδικά ο Νίκος, που έφυγε από τη ζωή το 2015.
Έτσι, αντί για μνημόσυνο.
