Το θέατρο είναι ένας ολόκληρος κόσμος -ορατών και αοράτων στον θεατή στοιχείων. Είναι οι κουΐντες, τα καμαρίνια, τα μπατόν, το κυκλόραμα. Είναι τα σκηνικά, τα props, τα κοστούμια, οι προβολείς, το dimmer. Και φυσικά είναι το τελικό αποτέλεσμα, αυτό που φτάνει ορατό στο κοινό: οι ηθοποιοί, ο λόγος, η ερμηνεία, η σκηνοθεσία.
Η άγραφη συμφωνία σκηνής και θεατή
Η σύμβαση με τον θεατή είναι άγραφη. Οι όροι της όμως είναι δεδομένοι. Τόπος, χρόνος, πρόσωπα, συγγραφέας, συντελεστές αναγράφονται στο πρόγραμμα και τα δελτία τύπου. Όλα τα υπόλοιπα -τα κρυφά, αλλά καθοριστικά- είναι άρρητα, ωστόσο οφείλουν να θεωρούνται και από τις δύο… συμβεβλημένες πλευρές δεδομένα και σεβαστά.
Ο θεατής δεν μπορεί να μασουλάει το πατατάκι του ενοχλώντας τον διπλανό του -ενίοτε και τους ίδιους τους ηθοποιούς. Πρέπει να κλείσει το κινητό του, να μην βιντεοσκοπεί ή φωτογραφίζει μέρος της ή ολόκληρη την παράσταση. Να μείνει στη θέση του χωρίς να πηγαινοέρχεται ή να πιάνει ψιλοκουβέντα με την παρέα του. Απαράβατοι θεωρητικά κανόνες. Πολλές φορές παραβιασμένοι, ελέω απουσίας θεατρικής παιδείας.
Από την άλλη, οι πάνω και πίσω από τη σκηνή οφείλουν να ξεκινήσουν στην προκαθορισμένη ώρα, να εξασφαλίσουν μία συνθήκη άνεσης και σιωπής στο κοινό, να φωτίσουν την πράξη και να φροντίσουν για την ακουστική του χώρου. Συνήθως, αυτή η πλευρά είναι πολύ πιο συνεπής και προσεκτική, κυρίως γιατί τα παραπάνω είναι μέρος της θεατρικής παράστασης και καθόλου άσχετα με την εξέλιξή της ή την αποδοχή της από το κοινό.
Όταν όμως οι συντελεστές παραγνωρίζουν ή υποτιμούν τις συνθήκες γύρω από τη σκηνή και περιορίζονται μόνο σε ό,τι συμβαίνει πάνω σε αυτή, το τελικό προϊόν, που φτάνει στον θεατή, φθίνει καθοριστικά. Και αδικεί κυρίως τον κόπο που κατέβαλαν όλοι και τη δουλειά που παρουσιάζουν στο σύνολό της.
Το δύσκολο στοίχημα της Κιτσοπούλου στη σκηνή
Πήγαμε να δούμε χθες βράδυ τον «Μουνή» της Λένας Κιτσοπούλου σε σκηνοθεσία και θεατρική διασκευή Νατάσας Παπαμιχαήλ. Είναι η τέταρτη φορά που βλέπουμε κείμενο της συγγραφέα να ανεβαίνει στη σκηνή, η δεύτερη που αφορά μεταφορά διηγήματός της. Όσοι πηγαίνουν σε έργο της Κιτσοπούλου, γνωρίζουν τον ανελέητο λόγο της, τη μαεστρία της στην πρόκληση δυσφορίας, τα απανωτά, χωρίς διακοπή, χαστούκια της στα καθαρά, καθωσπρέπει, ανυποψίαστα μάγουλά μας. Η γνώση αυτή προλαβαίνει -στο μέτρο του δυνατού- το στοιχείο του αιφνιδιασμού και του σοκ, που είναι το δυνατό της σημείο, χωρίς, ωστόσο, να το ακυρώνει.
Εκτός από τη διαχείριση του άβολου λόγου της Κιτσοπούλου, ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί έχουν άλλο ένα στοίχημα να κερδίσουν: να τον «σηκώσουν» από το χαρτί, να τον κάνουν εικόνα και τρισδιάστατο χωρίς να χαθεί το μέτρο -πράγμα πολύ εύκολο να συμβεί, όταν έχει κανείς να αναμετρηθεί με κείμενα σαν τον Καραφλομπέκατσο, τη Σπυριδούλα ή τον Μουνή. Και την ίδια στιγμή καλούνται να τον μοιράσουν σε ρόλους, να τον κάνουν κίνηση, συγχρονισμό. Να του βάλουν ρούχα, να του δώσουν κάτι να κρατάει στο χέρι, να του γεμίσουν τις σιωπές ή να δημιουργήσουν νέες εκεί που δραματουργικά χρειάζεται.
Για όλους αυτούς τους λόγους και γεμάτοι περιέργεια (και λίγη επιφύλαξη) για το αποτέλεσμα, βρεθήκαμε χθες βράδυ στο Stage Ioannina. Και απογοητευτήκαμε πολύ. Γιατί η αναμενόμενη δυσφορία δεν προήλθε από εκεί που την περιμέναμε, αλλά από όλες τις υπόλοιπες συνθήκες που οι ίδιοι οι συντελεστές αμέλησαν να φροντίσουν, αγνοώντας έναν πολύ βασικό κανόνα της σύμβασής τους με το κοινό: να εξασφαλίσουν την απερίσπαστη προσοχή του θεατή, την άρτια ακουστική του χώρου και τη στοιχειώδη άνεσή του όσο διαρκεί η παράσταση.
Μια παράσταση χαμένη στον θόρυβο
Σε όλη τη διάρκεια του «Μουνή» ένας ενοχλητικός και διαπεραστικός ήχος, μάλλον προερχόμενος από εξαερισμό, εμπόδιζε τον λόγο να φτάσει κάτω στον κόσμο -ακόμη και σ’ εμάς που καθόμασταν πολύ κοντά στη σκηνή. Δύο στα τρία λόγια χάνονταν, ο θεατής έπρεπε να καταβάλει μεγάλη προσπάθεια για να συγκεντρωθεί ή να μαντέψει περίπου από τα συμφραζόμενα τι θέλει να πει ο ηθοποιός. Χειλόφωνα άλλωστε δεν είχαν προβλεφθεί, με αποτέλεσμα ολόκληρες σκηνές να «καταπίνονται» και το κείμενο να χάνεται σε πεταμένες εδώ κι εκεί λέξεις μάλλον εξαιτίας της αυξομείωσης που η σκηνοθετική οδηγία είχε υποδείξει ως προς την ένταση της εκφοράς τους. Υπήρχαν και οι τυχεροί στο κοινό, που πρόσφατα είχαν διαβάσει το διήγημα και καταλάβαιναν στο περίπου τι λέγεται και τι παίζεται. Αλλά αυτό δεν μπορεί να είναι προαπαιτούμενο για να παρακολουθήσει κανείς μία παράσταση.
Οι θέσεις -οι καρέκλες των τραπεζιών όταν έχει συναυλία, δηλαδή- ήταν σκορπισμένες εδώ κι εκεί, μπροστά σε μια υπερυψωμένη σκηνή. Εκείνοι που κάθισαν κοντά, μπορεί να άκουσαν περισσότερα, αλλά σίγουρα ξύπνησαν με αυχενικό. Όσοι ήταν πιο μακριά, έχασαν μεγάλο μέρος της παράστασης, αλλά σήμερα τουλάχιστον μπορούν να στρίψουν δεξιά κι αριστερά τον λαιμό τους. Αναπαυτικά καθίσματα ούτε λόγος. Στριφογυρίζαμε διαρκώς στη θέση μας, χωρίς να καταφέρουμε να βολευτούμε ποτέ.
Το ερώτημα του χώρου
Μέχρι σήμερα, δεν έχουμε ξεκαθαρίσει γιατί επιλέχτηκε ένας αμιγώς συναυλιακός χώρος για την εν λόγω παράσταση, τη στιγμή που η πόλη διαθέτει θεατρικές σκηνές που φιλοξενούν θεατρικές παραγωγές από μακριά ερχόμενες. Μπορεί να μην έχουμε Πνευματικό Κέντρο (ακόμη), έχουμε όμως τον Κύκλο, τη Θεατρική Συμπαιγνία, την αίθουσα Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος ή ακόμη και τα -όχι τόσο κατάλληλα γι’ αυτή τη δουλειά- Παλιά Σφαγεία (αν ζητούμενο είναι η υπερυψωμένη σκηνή).
Είναι κρίμα. Όχι για μας τους θεατές. Μια κακή παράσταση πάνω, μία κάτω. Μικρή ζημιά. Είναι άδικο όμως για τη δουλειά και τον κόπο των ανθρώπων που έστησαν την παράσταση, καθώς -αν αφήσουμε στην άκρη τη γενικότερη δυσφορία που γέννησε η χθεσινοβραδινή εμπειρία- η αλήθεια είναι ότι φάνηκε να κρατούν γερά τον ρυθμό και τον λόγο, αποφεύγοντας τη διάχυση και την εκζήτηση. Οι ερμηνείες ήταν δυνατές και γεμισμένες, η κίνηση αφηγούταν μια δεύτερη ιστορία μέσα στην ιστορία, οι απότομες εναλλαγές προσώπων, ρόλων και νοοτροπιών δεν ακροβάτησαν -αντίθετα γίνονταν φυσικά, και την ίδια στιγμή σχεδόν σοκαριστικά. Όσες -λίγες- φορές καταφέραμε να απορροφηθούμε σε αυτό που βλέπαμε, η αίσθηση που γεννιόταν είχε κάτι από πληρότητα, αλλά δυστυχώς πολύ διακεκομμένη, γι’ αυτό και από ένα σημείο και μετά εγκαταλείψαμε.
Στο διά ταύτα. Είδαμε μια κακή παράσταση, ελάχιστα οφειλόμενη στην ανεπάρκεια των συντελεστών -σε επίπεδο απόδοσης. Ως προς τη φροντίδα του θεατή, όμως, της επιλογής του χώρου και της ακουστικής του, θα μας μείνει η απορία και κυρίως ο καημός του «πώς θα ήταν, αν…». Κρίμα.
