korovesis 1 1
ΙστορίεςΑίθουσα Σύνταξης

Ο Κοροβέσης και ένα βιβλίο

Ο ψυχίατρος Νίκος Μπιλανάκης επιστρέφει σε μια προσωπική συνάντηση με τον Περικλή Κοροβέση, φωτίζοντας πλευρές ενός ανήσυχου και βαθιά ελεύθερου ανθρώπου. Μέσα από μια αφήγηση βιωματική και στοχαστική, αναδεικνύεται η πολυπλοκότητα της σκέψης και της στάσης ζωής του.

«Δεν υπάρχει κελί που να μην τρυπιέται.

Δεν υπάρχει φυλακή που δεν μπορείς να δραπετεύσεις.
Δεν υπάρχει σκλαβιά που να εμποδίζει την ελευθερία σου.
Όλα είναι στο κεφάλι σου.
Σπάσ’ το και πέτα.
Ο ουρανός είναι απέραντος.
Υπάρχει μια γωνιά που σε περιμένει∙
βρες την».

Μπορεί όλοι οι άνθρωποι να είναι ξεχωριστοί, αλλά ο Περικλής Κοροβέσης ήταν ακόμα πιο ξεχωριστός. Ξεχωριστός σε όλα του. Στον τρόπο που προσέγγιζε την πολιτική, τη λογοτεχνία, τον έρωτα, τον χορό, τη διασκέδαση, εντέλει τους ανθρώπους και την ίδια τη ζωή. Γεμάτος αποδοχή για τον άλλο, απλότητα, αμεσότητα και ευαισθησία αλλά και με μια γνώση για τη ζωή που σπάνια συναντάται.

Τον Περικλή Κοροβέση τον γνώρισα από κοντά το 1996 όταν τον κάλεσα να έρθει στα Γιάννενα για να παρουσιάσει ένα βιβλίο που είχε γράψει ένας  Bορειοηπειρώτης, θύμα βασανιστηρίων του προηγούμενου απολυταρχικού καθεστώτος. Και εκείνος αποδέχθηκε την πρόταση. Τον παρέλαβα, όπως είχαμε συνεννοηθεί, στο αεροδρόμιο, σε μια αεροπορική πτήση από την Αθήνα. Επειδή ήταν μεσημέρι, περάσαμε πρώτα από το σπίτι μου για να φάμε. Στο τραπέζι είχαμε τις πρώτες μας συζητήσεις. Ένιωθα πως ο Περικλής μετερχόμενος ανθρώπων – συμβόλων, όπως π.χ. του ψυχιάτρου Κλεάνθη Γρίβα, του γιατρού Οικονομόπουλου ή του δημοσιογράφου Γιώργου Βότση, με το δεδομένο αξιακό τους φορτίο και την αυτονόητη κοινωνικοπολιτική σημασιοδότησή τους, προσπαθούσε να οριοθετήσει τον δικό του αξιακό χώρο αλλά και να τεστάρει τον δικό μου. Σε αυτές του τις προσπάθειες, ανταπαντούσα ανόρεχτα, μην επιβεβαιώνοντας άμεσα και πλήρως τα λεγόμενα του Περικλή. Ίσως από κούραση που εκείνη την ώρα ένιωθα πολλή ή από μια εγγενή μου αδυναμία να λειτουργήσω όπως επιβάλλεται τις μεσημεριάτικες ώρες! Έκανα όμως προσπάθειες να αναδείξω, στον δικό μου λόγο, άλλες αντίστοιχες δικές μου προσωπικές αναφορές και αξίες. Φαίνεται πως ήταν κομματάκι δύσκολο όλο αυτό, αφού τα νοήματα που εγώ εννοούσα, ο Περικλής δεν τα αντιλαμβανόταν επακριβώς. Ίσως γιατί δεν τα έλεγα εγώ καλά, ποιος ξέρει;

Στο τέλος ο Περικλής μου εξομολογήθηκε τον προβληματισμό του: μήπως η δική του παρουσία στην παρουσίαση του βιβλίου βοηθήσει τελικά στο «ξέπλυμα» ενός κρυμμένου εθνικισμού που πιθανόν να εμπεριείχε το βιβλίο, μήπως, δηλαδή, το βιβλίο, που προσκλήθηκε και πρόθυμα αποδέχθηκε να προλογίσει, ήταν ένα εθνικιστικό βιβλίο που μιλούσε απλά για καλούς Έλληνες και κακούς Αλβανούς; Και χρησιμοποιούταν η παρουσία του εκεί για να κρυφτεί, να μην φανεί φόρα – παρτίδα το εθνικιστικό αυτό περιεχόμενο του; Τον διαβεβαίωσα πως από το δικό μου διάβασμα δεν αντιλήφθηκα να συνέβαινε κάτι τέτοιο και τον ρώτησα ποιες ήταν οι δικές του εντυπώσεις από το δικό του διάβασμα του βιβλίου. Ο Περικλής δεν μου απάντησε καθησυχαστικά. Στο τέλος της κουβέντας μας πάντως φάνηκε πως οι ανησυχίες του είχαν καθησυχαστεί, ήπιαμε και από έναν καφέ, και στο τέλος τον πήγα ως το ξενοδοχείο του για να ξεκουραστεί, δίνοντάς του ραντεβού για αργά το απόγευμα, την ίδια μέρα, στον χώρο που θα γινόταν η παρουσίαση του βιβλίου για το οποίο είχε προσκληθεί.

Όταν αργά το απόγευμα έφτασα στον Πολυθέαμα, στον χώρο που θα γινόταν η εκδήλωση, δεν βρήκα τον Περικλή. Κι όταν μετά από μία – δύο ώρες μετά την προγραμματισμένη ώρα έναρξης εκείνος φάνηκε, πολλοί άνθρωποι από το κοινό είχαν ήδη αποχωρήσει λόγω της καθυστερημένης άφιξής του. Και εκτός τούτου, ο Περικλής… μύριζε πάρα πολύ αλκοόλ! Σαν να ‘χε καταναλώσει τον Βόσπορο! Όπως μου εξήγησε, όταν τον άφησα στο ξενοδοχείο του, αυτός δεν ανέβηκε στο δωμάτιό του, αλλά ακολούθησε μια παρέα φοιτητών που τον αναγνώρισε και τον κάλεσαν μαζί τους και όλοι μαζί κατευθυνθήκαν στου Τσοκάνη, ένα διπλανό τσιπουράδικο, και αρχίσανε να πίνουν και να συζητούν μέχρι αυτή την ώρα. «Ήταν μια τόσο όμορφη κοπέλα ανάμεσά τους», μου είπε κάποια στιγμή «που δεν είχα το σθένος να αντισταθώ στη γοητεία της. Και, ξέρεις, το να ακολουθεί κάποιος την λίμπιντό του, να αναζητά να γονιμοποιήσει το φως στον πλησίον του είναι μια διαδικασία εξανθρωπισμού, μια επιθυμία ζωής!» Και συνέχισε «Και δεν το εννοώ μόνο σαρκικά, όπως συμβαίνει γενικά όταν παλεύουμε να κατακτήσουμε τον άλλο. Το εννοώ κυρίως πνευματικά, αφού η πεμπτουσία της σεξουαλικότητας είναι καταρχάς πνευματική -η σεξουαλικότητα σε κάνει ένθεο, τρόπον τινά».

Πέσαμε τότε πάνω του όλοι, ο ένας να του φτιάξει δυνατό καφέ μήπως καταφέρει να συνέλθει, ο άλλος πήγε στην αίθουσα να προετοιμάσει το κοινό για την έναρξη της εκδήλωσης· τελικά τα καταφέραμε και ο Περικλής έκανε την ομιλία του. Ομιλία που, όπως ορθά – κοφτά ξεκαθάρισε από την αρχή της, δεν ήθελε να συνδεθεί με τις όποιες τυχόν εθνικιστικές αναφορές του βιβλίου. Ομιλία που αναφερόταν στα βασανιστήρια που ο ίδιος είχε υποστεί κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και είχε το σθένος να περιγράψει στο βιβλίο του «Ανθρωποφύλακες» αλλά και αργότερα, ενώπιον της Επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης που εξέταζε την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που επικρατούσε τότε στην Ελλάδα. Όπως μου είπε την άλλη μέρα που τον ξαναείδα για να τον χαιρετήσω: «αυτό ήταν το νοιάξιμο και η αγκούσα μου -έτσι δεν το λέτε εσείς εδώ;- κι αυτό με έκανε να το ρίξω στα τσίπουρα και να καταλήξω “κόκκαλο”»!

Σχετικά άρθρα

Συλλήψεις σε Ιωάννινα και Ηγουμενίτσα για ναρκωτικά και τηλεφωνικές απάτες

Ο Μίλτος Πασχαλίδης επιστρέφει στα Γιάννενα για μια μεγάλη καλοκαιρινή συναυλία

Ηπειρωτικός Αγών

«Καμία βάση εναέριας διάσωσης στα Γιάννενα» καταγγέλλει ο Γιάννης Τσίμαρης

Ηπειρωτικός Αγών