ston psixiatro Skala 4
ΑπόψειςΒιβλίοΠολιτισμός

Ιστορίες ανθρώπων στη ρωγμή του χρόνου

Η ψυχίατρος Κατερίνα Βρατσίστα γράφει τους λόγους για να διαβάσει κανείς το βιβλίο του Νίκου Μπιλανάκη «Στον Ψυχίατρο». Το κείμενο είναι η ομιλία της στην παρουσίαση, που έγινε την Κυριακή το μεσημέρι στη Σκάλα.

Ο Νίκος ήταν και παραμένει ένας από τους τρείς δασκάλους μου στην Ψυχιατρική. Και συνεργάτης και συνοδοιπόρος τα τελευταία 18 χρόνια. Όταν κανείς γνωρίζει τον Νίκο γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι πρόκειται για έναν άνθρωπο δίκαιο, γενναιόδωρο, με έμφυτη ευγένεια, βαθιά καλλιεργημένο, έναν Πολίτη του Κόσμου. Αλλά και για ένα ανήσυχο πνεύμα με διεισδυτικό και διορατικό μυαλό που πλημμυρίζει από ιδέες, τις περισσότερες φορές πρωτοποριακές για την εποχή του. Αλλά και από λέξεις. Αμέτρητες λέξεις που κονταροχτυπιούνται για το ποια είναι η πιο κατάλληλη για την κάθε περιγραφή, χρωματίζονται από πληθώρα συναισθημάτων και μπαίνουν τελικά σε σειρά με ευλάβεια και δεξιοτεχνία, γεννώντας έτσι τα γραπτά του, τις ιστορίες του. Ιστορίες που κατά κύριο λόγο νοηματοδοτούν την κοινωνική πραγματικότητα, την καθημερινότητα και τα μύχια των ανθρώπων.

Αυτό ακριβώς πρεσβεύει και τούτο το βιβλίο του.  Ένα σπονδυλωτό βιβλίο που αποτελείται από μια σειρά αφηγήσεων που ήρωες τους είναι άνθρωποι με τσακισμένα μυαλά που ο συγγραφέας συνάντησε στην πολυετή καριέρα του, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, άνθρωποι εξ ημών.

Γιατί να διαβάσει κανείς το βιβλίο του Νίκου

  • Γιατί μέσα από αυτό το βιβλίο προσπάθησε και κατάφερε να υμνήσει την ζωή σε όλες της τις εκφάνσεις. Και διάλεξε να την υμνήσει από την πιο ταπεινή, την πιο παρεξηγημένη και περιθωριοποιημένη πλευρά της: αυτή του τρελού. Και το έκανε με σεβασμό, αξιοπρέπεια και μπόλικη τρυφερότητα.
  • Γιατί επιθυμεί να κάνει την τρέλα κατανοητή στο ευρύ κοινό, να την αποκρυπτογραφήσει, να την κάνει ανθρώπινη. Όπως κι ο νευρολόγος Oliver Sacks που στο βιβλίο του με τίτλο «ο άντρας που μπέρδεψε την γυναίκα του μ’ ένα καπέλο» αναφέρεται σε νευρολογικά σύνδρομα με απλουστευμένο τρόπο. Ο Νίκος μιλά για την Ψυχιατρική χωρίς να χρησιμοποιεί δυσνόητους για τους περισσότερους ψυχιατρικούς όρους. Μας τη συστήνει εξιστορώντας όχι στεγνά ψυχιατρικά συμπτώματα, αλλά τις ζωές των ανθρώπων αυτών, ανθρώπων που εργάζονται, αγαπούν, παθιάζονται, έχουν μάνα, πατέρα όπως όλοι μας. Και μας την γνωρίζει επίσης εντάσσοντας τα ψυχιατρικά συμπτώματα μέσα στην προσωπική ιστορία του καθενός, δημιουργώντας έτσι ένα συνεχές που σε κάποιο σημείο του μπορεί να ραγίσει από ένα καταθλιπτικό ή ψυχωτικό επεισόδιο, από μια απώλεια, αλλά καταφέρνει να κολλήσει ξανά, ίσως με μια αλλιώτικη μορφή. Η συγκολλητική ουσία δεν είναι άλλη από την φροντίδα, την ιατρική και την φαρμακευτική πρωτίστως, αλλά και την ανθρώπινη και την κοινωνική φροντίδα, που σε συνδυασμό με την ανάδειξη από τον συγγραφέα των κινήτρων πίσω ακόμη και από ειδεχθείς πράξεις αποτελούν το κύριο ζητούμενο σε κάθε ιστορία του. Καταφέρνει έτσι να απομυθοποιήσει το αλλόκοτο και το απόμακρο των ανθρώπων αυτών, να τους κάνει πιο οικείους σε εμάς και να τους τοποθετήσει εκεί που ανήκουν, μέσα στην ζωή και στον κοινωνικό ιστό.

Για παράδειγμα ο ήρωας στο τελευταίο διήγημα, που είναι γραμμένο με ποιητικό σχεδόν λόγο, διάλεξε να ζήσει στο διαμέρισμα της οικογενειακής πολυκατοικίας το πρώτο κάτω από τον ουρανό όπως γράφει ο συγγραφέας, γιατί ήθελε να πετάξει, να φτάσει ψηλά μόνος του. Όμως  σκοτώνει τη μητέρα του κατεβαίνοντας τη σκάλα που χώριζε τον ουρανό του από το ισόγειο διαμέρισμα της μάνας, γιατί δεν καταφέρνει να ελευθερωθεί, να εξατομικευτεί και πιστεύει λανθασμένα λόγω της παράνοιας του ότι για αυτό φταίει εκείνη. Ξαπλώνει στη συνέχεια στο κρεβάτι της που είναι για κείνον -κι εδώ δανείζομαι τα λόγια του συγγραφέα- «το σύμβολο της μητέρας του, της συγχώνευσης μαζί της, η γέφυρα μεταξύ της συμβιωτικής σχέσης μαζί της και της εξατομίκευσης του, το μεταβατικό αντικείμενο που λειτουργούσε κατευναστικά για το άγχος που πάντα σηκώνεται στην πορεία προς την ελευθερία». Και που ακόμη και μετά τον θάνατο της αυτό αποζητά. Στην ιστορία αυτή αναλογιζόμαστε ότι από τον συμβολικό ουρανό ως το ισόγειο, παρεμβαίνει μια σκάλα δρόμος κι ότι τελικά όλα είναι μέσα στη ζωή, ίσως όχι τόσο μακριά μας.

Αλλά κι ο Αρίστος στο διήγημα της γυναικοκτονίας σκοτώνει την Αγγελική γιατί από τη μια δεν μπορεί να φύγει από εκείνη και από την άλλη δεν μπορεί να κατέχει πλέον ολοκληρωτικά το αντικείμενο της αγάπης του. Γράφει ο Νίκος «Όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται η δολοφονία της Αγγελικής δεν αποτέλεσε πράξη αποχωρισμού από αυτήν, αλλά απόπειρα απόλυτης συμβίωσης μαζί της, αφού με τον φόνο της νιώθει ότι πλέον την κατέχει ολοκληρωτικά, ότι εκείνη θα μείνει για πάντα δική του».

Και η ιστορία του Σ. και Α., του ασθενούς που έπασχε από βαριά Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, αποτελεί το τρανό παράδειγμα ότι η  σχέση γιατρού- ασθενούς, η ολιστική συνεχιζόμενη φροντίδα, το κράτος Πρόνοιας και μια κοινωνία συμπεριληπτική εξασφαλίζουν την υγεία και την ποιότητα ζωής για τους ψυχικά πάσχοντες. Το γράφει ο Νίκος με μια υπέροχη πρόταση: «Ο Σ. και ο Α. σύντροφοι στο τελευταίο κομμάτι της ζωής τους ζουν με ασφάλεια, προστασία και αξιοπρέπεια».

  • Γιατί σε αυτό το βιβλίο ο Νίκος καταπιάνεται μεν με ιστορίες τρέλας που αποτελούν για πολλούς και λίγο κάτι από ιστορίες της κλειδαρότρυπας, εξωπραγματικές και αναπόφευκτα εθιστικές, αλλά καταπιάνεται και με πιο μεγάλα ζητήματα με τα οποία έχουν καταπιαστεί όλοι οι μεγάλοι του πνεύματος άνθρωποι κι έχουν απασχολήσει διαχρονικά το θέατρο, την λογοτεχνία, την ζωγραφική, την τέχνη γενικότερα. Παιδοκτονίες, Μήδειες, γυναικοκτονίες παρελαύνουν στο βιβλίο, όπως και  ο Jean Genet,  ο Όμηρος, ο Joseph Roth που προσπαθούν να ερμηνεύσουν και να δικαιολογήσουν  την ανθρώπινη συμπεριφορά και να απαντήσουν σε διαρκή και θεμελιώδη ερωτήματα. Πώς φτάνει κανείς στο έγκλημα; Πώς γεννιούνται τα τέρατα; Πώς τιθασεύονται αρχέγονα ένστικτα που οδηγούν σε κτηνώδεις πράξεις; Που οφείλεται η κακοποιητική συμπεριφορά; Που είναι η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της τρέλας και της αποκλίνουσας συμπεριφοράς; Ποιος μπορεί να θεραπευτεί και ποιος όχι; Τι πρέπει να κάνουν οι κοινωνίες ώστε να εκλείψουν τέτοια φαινόμενα;

Για παράδειγμα ο Πελικό με τις κτηνώδεις σεξουαλικές παρεκκλίσεις του δεν είχε σκοπό το σεξ αυτό καθαυτό αλλά τον έλεγχο και την εξουσία στον άλλο. Κι εδώ μπαίνει για τον ψυχίατρο το ερώτημα: που είναι η ψυχιατρική παθολογία και που η παρεκκλίνουσα – παραβατική συμπεριφορά  που διώκεται ποινικά; Η απάντηση είναι ότι μπορεί να είχε την σεξουαλική παρέκκλιση, όμως από τον τρόπο που δρούσε γίνεται φανερό ότι είχε καταλογισμό.

Και η περίπτωση της ψευδολογίας, μιας γυναίκας που όλη της η ζωή ήταν ένα υφαντό από διαρκή ψέματα, που έφτιαχναν μια άλλη πλαϊνή πραγματικότητα που οι δρόμοι της ήταν οι δρόμοι των μύθων. Που στην επικράτεια τους όλες οι επιθυμίες της ικανοποιούνται κι η ζωή ευωδιάζοντας πολλαπλασιάζεται, εκτός βέβαια από εκείνης, γιατί στον αληθινό κόσμο έχασε το μωρό που κυοφορούσε και την μήτρα της εξαιτίας των ψεμάτων της πάλι. Μπορεί αυτή η γυναίκα να θεραπευτεί; Η απάντηση είναι όχι. Όχι δεν μπορεί να θεραπευτεί γιατί δεν δέχεται ότι είναι άρρωστη και το ψέμα είναι η ίδια της η ζωή.

  • Ήμουν μάρτυρας στις περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου και διαπιστώνω μια απόσταση από αυτές που γνωρίζω πρωτογενώς και από εκείνες που διαβάζω στο βιβλίο. Κι αυτό γιατί ο Νίκος έδωσε την πνοή του λογοτέχνη σ αυτές. Με μια γραφή ρέουσα, ήσυχη, χωρίς εξάρσεις που όμως δεν στερείται δύναμης και μουσικότητας, περιγράφει βίαιες ιστορίες, ειδεχθείς πράξεις φτιάχνοντας εικόνες και σκηνές βγαλμένες σαν από θεατρικό έργο.  Με μια γραφή ήσυχη και αφτιασίδωτη, όπως αφτιασίδωτα και ύπουλα κάποιες φορές μπορεί κάποιος να διολισθήσει στην τρέλα, στην αποκλίνουσα συμπεριφορά  ή ακόμη και στο έγκλημα. Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο λοιπόν αντιλαμβάνεται κανείς τον συμβολισμό της γραφής του: χαρακτήρες, αντικείμενα, περιρρέουσα ατμόσφαιρα χρησιμοποιούνται από  τον συγγραφέα για να εκφράσει βαθύτερες, εσωτερικές έννοιες και ψυχικές καταστάσεις. Τα κείμενα του χαρακτηρίζονται από μια ατμοσφαιρική και σχεδόν θολή διάθεση και καταφέρνουν έτσι να μας  εισάγουν μέσα στο θολό και ταραγμένο μυαλό των ηρώων του ως συμμετέχοντες και να μας φωτίσουν τα κίνητρα των πράξεων τους. Το μαχαίρι που σκοτώνει την Αγγελική, που τρυπά την μάνα του Μπάμπη 77 φορές, η καραμπίνα του γιου που σκοτώνει την μάνα του δεν είναι φονικά όπλα και η πράξη δεν είναι φόνος ή απόπειρα δολοφονίας, αλλά σε συμβολικό επίπεδο πρόκειται για πράξεις αγάπης- στρεβλής αγάπης, αδυναμίας αποχωρισμού, προσπάθειας να συνεχίσουν οι ήρωες να κατέχουν το αντικείμενο της αγάπης τους. Ο γιος που σκοτώνει την μάνα δεν έχει όνομα. Ο μόνος ήρωας που δεν έχει όνομα. Κι αυτό γιατί δεν έχει σημασία. Σημασία έχει τι συμβολίζει ο γιος αυτός, ο κάθε γιος  που νοσεί και αδυνατεί να σπάσει το συγκύτιο μάνας-γιου και να εξατομικευτεί. Η Λέα στις αδερφές Παπέν του Jean Genet σε μια ιστορία folie a deux σκοτώνει με εξαιρετικά βίαιο τρόπο την κυρία της γιατί προσπαθεί να σώσει την αδερφή της, το μοναδικό αγαπημένο πρόσωπο στη ζωή της, από τον επικείμενο κίνδυνο. Ο Τζαβέλας αποδιωγμένος περιπλανιέται σε όλο τον κόσμο λόγω του στίγματος της ψυχιατρικής ασθένειας αλλά και γιατί ποτέ δεν είχε την πατρική αποδοχή.

Ο συγγραφέας έχει μια εξαιρετική ικανότητα να βλέπουν οι αναγνώστες με τα μάτια των ηρώων του, να δημιουργεί με τις λιτές προτάσεις του οικειότητα με τους χαρακτήρες, κυρίως  με την άλλη πλευρά τους, την τρυφερή, την γλυκιά, την ανθρώπινη. Ρίχνει αχτίδα φωτός στο σκοτάδι τους και φροντίζει τα εσωτερικά τους τραύματα προσφέροντας παρηγορία στους ήρωες του και στον αναγνώστη.

Η Πηνελόπη του ‘Δυσσέα, είναι ένα συγκλονιστικό κείμενο που υμνεί την αγάπη, την αφοσίωση και την συντριβή της απώλειας του συντρόφου. Εδώ ο συγγραφέας αναδεικνύει τα δύο είδη πένθους που συνοδεύουν την απώλεια: το πρώτο το χαρωπό, το ανολοκλήρωτο πένθος, αυτό δηλαδή που δεν συνοδεύτηκε από αποχαιρετισμό, από την πλήρη αποδοχή του αμετάκλητου της απώλειας. Γράφει ο Νίκος «Είναι τόσο δύσκολο να αποδεχτείς την απώλεια κάποιου αν δεν συναντηθείς με τα πειστήρια του χαμού του, αν δεν ψαύσεις την πληγή που οδήγησε στον χαμό του, αν δεν δεις νεκρό το σώμα του».(τι δύναμη έχουν αυτά τα λόγια). Κι ακολουθεί το δεύτερο είδος πένθους που επιβάλλεται από την σκληρή πραγματικότητα. Αυτό του επιπλεγμένου με κατάθλιψη πένθους στο οποίο βυθίστηκε η ηρωίδα « χτίστηκε μέσα στο σπίτι της» γράφει ο συγγραφέας και που την οδήγησε να ακινητοποιηθεί στην κυριολεξία σαν ένα άψυχο κουφάρι πάνω σ ένα κρεβάτι και στη συνέχεια για μήνες στην Ψυχιατρική Κλινική. Μετά τη θεραπεία της συνέχισε τη ζωή της έχοντας όμως συνειδητοποιήσει ότι εμείς οι άνθρωποι «είμαστε μόνο μια δροσιά» όπως  εξομολογήθηκε στον συγγραφέα-γιατρό της «με μια σοφία που αποκτούν οι άνθρωποι που έχουν φάει χώμα κι έχουν ταπεινωθεί πολύ στη ζωή τους, όμως αν δεν συντηρηθεί με επαρκείς επαναληπτικές δόσεις ταπείνωσης, γρήγορα εξατμίζεται και η επιφανειακότητα και η υπεροψία παίρνουν πάλι τα σκήπτρα».

Και στην πρώτη ιστορία του βιβλίου που ο Νίκος περιγράφει μια γυναίκα που λησμόνησε το παρελθόν της, μια γυναίκα με άνοια και την φροντίστρια της, μας μιλά και πάλι για απώλεια,  για άλλο είδος  απώλειας. Την απώλεια της προσωπικής ιστορίας και της προσωπικότητας της γυναίκας με την άνοια, αλλά και της προσωπικής ζωής και της οικογενειακής ζεστασιάς της έμμισθης φροντίστριας  που μακριά από τους οικείους της προσπαθεί να νιώσει δικά της τα ξένα σπίτια που εργάζεται φροντίζοντας ηλικιωμένους. Η άνοια ξέρετε είναι μια σκληρή, αμείλικτη ασθένεια όπου βλέπει κανείς την προσωπικότητα του αγαπημένου του ανθρώπου να αποσυντίθεται σιγά σιγά και που προκαλεί μεγάλο φορτίο συναισθηματικό, σωματικό, κοινωνικό και οικονομικό στον φροντιστή, οικογενειακό στην  πλειονότητα αλλά και έμμισθο. Στην χώρα μας το 90% των φροντιστών είναι μέλη της οικογένειας. Τα οποία βιώνουν καθημερινά στα προχωρημένα στάδια ένα ατελείωτο και επαναλαμβανόμενο πένθος από την διαρκή, βασανιστική απώλεια του ανθρώπου τους, ενώ είναι ακόμη ζωντανοί.

Πόσοι λοιπόν από εμάς δεν έχουμε συναντηθεί με κάποιον που πάσχει από άνοια; Πόσοι δεν έχουμε βιώσει απώλεια; Πόσοι δεν έχουμε νιώσει όπως η Πηνελόπη; Πόσοι δεν καθρεφτίζουμε τους εαυτούς μας σ αυτήν;

Αυτό κάνει η τέχνη. Ταυτιζόμαστε, καθρεφτιζόμαστε, δυναμώνουμε, κατανοούμε. Αυτό μας κάνει και το βιβλίο του Νίκου. Μας φωτίζει τα σκοτάδια των άλλων αλλά και τα δικά μας. Αλλά και μας προβληματίζει. Με όλα όσα είπαμε ως τώρα αλλά κυρίως με το ερώτημα: θα μπορέσουν να υπάρξουν κοινωνίες με λιγότερη βία και κακοποιητικές συμπεριφορές; Ως μία από τις πιθανές απαντήσεις σας παραθέτω τα λόγια του Νίκου στην ιστορία του Πελικό: «χρειάζονται μεγάλες δόσεις πολιτισμού για να προσδώσουν στον άνθρωπο ευγένεια και στα αρχέγονα, αδιαφοροποίητα ένστικτα κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους έκφρασης»

  • Σε μια εποχή που τα ανθρώπινα δικαιώματα δοκιμάζονται, που τα δικαιώματα των ψυχιατρικών ασθενών και οι κατακτήσεις χρόνων τίθενται υπό αμφισβήτηση το βιβλίο αυτό μοιάζει πιο επίκαιρο από ποτέ. Ο άνθρωπος που στις αρχές της δεκαετίας του 2000 συνέβαλε με τα επιστημονικά του άρθρα και βιβλία στην διάδοση των εννοιών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ηθικής, τα οποία υιοθετήθηκαν με πρωτόκολλα στο πέρασμα των χρόνων από το σύνολο των Ελλήνων Ψυχιάτρων, είναι ο ίδιος άνθρωπος, ο Νίκος που 20 χρόνια μετά έρχεται με τούτο το βιβλίο σε μια από τις πιο κρίσιμες καμπές στην ιστορία της Ψυχιατρικής να μας θυμίσει ότι όλοι οι ασθενείς από ότι και να πάσχουν έχουν ίσα δικαιώματα στην πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, στην αυτονομία, στην αξιοπρέπεια και στον σεβασμό της ανθρώπινης ζωής.

Σχετικά άρθρα

Γιάννενα χειμώνας προς άνοιξη του 1984.

Λουκία Τζάλλα

«Στον ψυχίατρο» του Νίκου Μπιλανάκη από τις εκδόσεις Ισνάφι – Ο άνθρωπος πίσω από το σύμπτωμα

Τιτίκα Τζάλλα

Βιβλιοπαρουσίαση: «Στον Ψυχίατρο» του Νίκου Μπιλανάκη