Πρόκειται για μια διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλα τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της χώρας, καθώς οι διοικήσεις τους οφείλουν να αποστείλουν τα σχετικά στοιχεία στο Υπουργείο Παιδείας έως το τέλος του έτους.
Σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις, συνολικά 643 φοιτητές και φοιτήτριες διαγράφονται από τα δύο Τμήματα. Στο Τμήμα Χημείας οι διαγραφές ανέρχονται σε 411 άτομα, με ημερομηνίες αρχικής εγγραφής που εκτείνονται από το 1978 έως το 2016, ενώ στο Τμήμα Νοσηλευτικής διαγράφηκαν 232 φοιτητές, με έτη εγγραφής από το 1995 έως το 2016. Πρόκειται για φοιτητές που συμπλήρωσαν την ανώτατη επιτρεπόμενη διάρκεια φοίτησης, όπως αυτή προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία, χωρίς να έχουν ολοκληρώσει επιτυχώς τις σπουδές τους.
Οι οριστικοί κατάλογοι, όπως διευκρινίζεται στις σχετικές αναρτήσεις, επέχουν θέση διαπιστωτικής πράξης διαγραφής, αναρτώνται ανωνυμοποιημένοι στις ιστοσελίδες των Τμημάτων και αποστέλλονται στη Γενική Διεύθυνση Ανώτατης Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού. Παράλληλα, προβλέπεται η αποστολή προσωποποιημένης ενημέρωσης προς τους διαγραφέντες εντός του Ιανουαρίου. Όσοι λάβουν τη σχετική ειδοποίηση διατηρούν το δικαίωμα άσκησης αίτησης θεραπείας προς τη Γραμματεία του Τμήματος, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δέκα ημερολογιακών ημερών από την ημερομηνία αποστολής της ενημέρωσης. Οι αιτήσεις εξετάζονται από τη Συνέλευση του Τμήματος εντός 60 ημερών, με την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας να ισοδυναμεί με απόρριψη.
Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε δραστική μείωση του συνολικού αριθμού των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, με ευρύτερες συνέπειες για τη λειτουργία του Ιδρύματος. Η μείωση των εγγεγραμμένων φοιτητών εκτιμάται ότι μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη χρηματοδότηση των ΑΕΙ, η οποία σε μεγάλο βαθμό συνδέεται με ποσοτικά μεγέθη, ανοίγοντας τη συζήτηση για περαιτέρω υποχρηματοδότηση, συγχωνεύσεις ή ακόμη και καταργήσεις Τμημάτων, Σχολών ή και ολόκληρων Ιδρυμάτων. Παράλληλα, η συρρίκνωση του φοιτητικού πληθυσμού ενδέχεται να έχει επιπτώσεις και στο προσωπικό των Πανεπιστημίων, δημιουργώντας ανησυχίες για απώλεια θέσεων εργασίας και αποδυνάμωση της ακαδημαϊκής λειτουργίας.
Από την άλλη πλευρά, επισημαίνεται ότι τα τελικά νούμερα αναμένεται να είναι μικρότερα, καθώς η ρύθμιση προβλέπει δικλείδες προστασίας για φοιτητές που αντιμετωπίζουν τεκμηριωμένα εμπόδια ή βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση των σπουδών τους, με περιορισμένο αριθμό μαθημάτων να απομένει. Το εύρος εφαρμογής των εξαιρέσεων αυτών θα φανεί στην πράξη, μετά την εξέταση των αιτήσεων θεραπείας.
Σε πολιτικό επίπεδο, η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού, υπογράμμισε πρόσφατα ότι το υπουργείο θα προχωρήσει σε έλεγχο για το κατά πόσο τα Πανεπιστήμια εφαρμόζουν τον νόμο, σημειώνοντας χαρακτηριστικά ότι «εμείς ως υπουργείο θα ελέγξουμε εάν τηρήθηκε η εφαρμογή του νόμου από την πλευρά των Πανεπιστημίων». Βάσει σχετικής υπουργικής απόφασης, οι διοικήσεις των ΑΕΙ οφείλουν να ολοκληρώσουν τις διαδικασίες διαγραφών έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025 και να αποστείλουν τους καταλόγους στη Διεύθυνση Ανώτατης Εκπαίδευσης.
Τα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας καταδεικνύουν το εύρος του ζητήματος σε πανελλαδικό επίπεδο. Τον περασμένο Μάιο, περίπου 330.000 φοιτητές είχαν ξεπεράσει το ανώτατο όριο φοίτησης. Από αυτούς, εκτιμάται ότι 30.000 έως 35.000 καταβάλλουν από το 2021 προσπάθειες να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, ενώ οι υπόλοιποι περίπου 290.000 φέρονται να περιλαμβάνονται στους καταλόγους διαγραφών. Ενδεικτικό της χρονικής έκτασης του φαινομένου είναι το γεγονός ότι περίπου 35.000 φοιτητές είχαν εγγραφεί στα Πανεπιστήμια ήδη από τη δεκαετία του 1970 και παρέμεναν εγγεγραμμένοι μέχρι σήμερα.
