wim wenders wings of desire
Wings of Desire (1986/87)
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Στη χώρα του καλού – Άγγελοι κι άνθρωποι

Γράφει ο Νίκος Μπιλανάκης, λίγο πριν την Ανάσταση.

Οδηγώ στην εθνική οδό Αθηνών-Πατρών, βρίσκομαι λίγο έξω από το Αίγιο, επιστρέφοντας στα Γιάννενα. Ήταν μεγάλη ταχύτητα, αλλά είχε και το καπό του αυτοκινήτου πρόβλημα. Δεν πατούσε καλά, δεν ασφάλιζε -το είχα καταλάβει από καιρό αλλά ο φαναρτζής που το πήγα, μου είχε πει «τώρα δεν μπορώ, έλα άλλη φορά να στο φτιάξω, δεν θα έχεις πρόβλημα». Έτσι, δεν του έδωσα τη σημασία που έπρεπε. Ήταν και ο άνεμος αντίθετος, ένας δυνατός άνεμος που ερχόταν από τα δυτικά. Και ενώ όλα πήγαιναν καλά και εγώ οδηγούσα ήσυχα, τα παιδιά μου κοιμόντουσαν στο πίσω κάθισμα και η μάνα τους στο μπροστινό, ξαφνικά και απροειδοποίητα, όπως συμβαίνει πάντα όταν έρχεται το κακό, σηκώνεται η πλευρά του καπό  που δεν πατούσε καλά στη θέση του κι έρχεται με δύναμη και σκάει, χαλκομανία γίνεται, πάνω στο παρμπρίζ και τον ουρανό του αυτοκινήτου, εμποδίζοντας μου την οποιαδήποτε ορατότητα. Αφήνοντας μου μόνο μια σχισμή, μια χαραμάδα φωτός στο παρμπρίζ, που οριζόταν από το κοίλο της σηκωμένης πλευράς του καπό. Έσκυψα ενστικτωδώς και από εκείνη την χαραμάδα κατάφερα να ελέγξω το αυτοκίνητο. Που με ελάχιστα ζιγκ-ζαγκ, ακινητοποίησα τελικά λίγες δεκάδες μέτρα παρακάτω, στην άκρη του δρόμου. Μόλις το αυτοκίνητο σταμάτησε, τράβηξα χειρόφρενο, έκλεισα την μηχανή, αναστέναξα και αφέθηκα στην ηδονή των στιγμών ζωής που γευόμουν. Προσπαθώντας να κατανοήσω τι είχε μόλις συμβεί. Εκείνη την στιγμή ένοιωσα ένα άγγιγμα από ένα χέρι που είχε εισχωρήσει στο αυτοκίνητο από το ανοιχτό παράθυρο του οδηγού, να μου χαϊδεύει το μάγουλο. Γύρισα ξαφνιασμένος προς το μέρος του και είδα έναν στρογγυλοπρόσωπο, φαλακρό, καλοκάγαθο, μεσήλικα άντρα να με κοιτάει τρυφερά, και να με ρωτάει με συμπόνια: «είστε καλά, μπορούμε να κάνουμε τίποτα για εσάς;». Όπως είπε, ερχόταν πίσω από το δικό μας αυτοκίνητο, είδε όλη την φάση και τρόμαξε! Κι όταν σταμάτησα το αυτοκίνητο μου, αυτός σταμάτησε και το δικό τους. Και βγήκε αυτός και η γυναίκα του, που στεκόταν δίπλα του, και ήρθαν προς το μέρος μας, να ρωτήσουνε πως είμαστε, αν χρειαζόμαστε καμιά βοήθεια, ένα νερό, ένα καφέ, που μπορούσαν να φέρουν από το μαγαζί παρακάτω, να ειδοποιήσουν μήπως κανένα; Συζητήσαμε λίγο, ελάχιστα, για το τι έπρεπε να κάνουμε στη συνέχεια, «να φωνάξεις-είπε- την οδική βοήθεια να πάει το αμάξι σε συνεργείο» και έφυγε. Εξαφανίστηκε μαζί με την γυναίκα του όπως είχαν εμφανιστεί. Έχοντας με, όμως, πρώτα βοηθήσει να συνέλθω!

Χρόνια αργότερα, είχα μόλις πάρει εξιτήριο από την Καρδιολογική Κλινική όπου μου είχαν τοποθετηθεί επειγόντως δυο-τρία «μπαλονάκια», για να μπορέσω να κατέβω από τα σύννεφα που είχα προλάβει για λίγο να ανέβω. Και οδηγούσα προς την Αθήνα. Βρισκόμουν λίγο έξω από τα Γιάννενα, μετά την διασταύρωση της Πεδινής, και αντιλαμβάνομαι κάποια στιγμή πως το τιμόνι του αυτοκινήτου, τραβούσε δυνατά κι επίμονα προς μια κατεύθυνση. Βγήκα έξω από το αυτοκίνητο και διαπίστωσα εύκολα ότι είχα λάστιχο. Οδική βοήθεια δεν είχα, έβρεχε καταιγιστικά και μετά από δισταγμό λίγων δευτερολέπτων αποφάσισα να αλλάξω μόνος μου το λάστιχο. Το είχα κάνει αρκετές φορές στο παρελθόν, μπορούσα να το ξανακάνω και τώρα, σκέφθηκα. Να πρόσεχα μόνο, αυτή τη φορά, να μην πιέσω με την προσπάθεια την καρδιά μου. Κι αν δεν τα καταφέρω, φωνάζω την οδική βοήθεια, συνέχισα τις σκέψεις μου. Βγήκα έξω στην βροχή και καταπιάστηκα με την ζημιά, αρκετά  προσεκτικά και με φόβο. Εκείνη την στιγμή, ένα άλλο αυτοκίνητο σταμάτησε πίσω από το δικό μου. Και μια λιανή, μικροκαμωμένη κοπελίτσα βγήκε αποφασιστικά από αυτό και ήρθε αμέσως προς το μέρος μου, ρωτώντας με «θέλετε βοήθεια;». Ξαφνιάστηκα είναι αλήθεια, μέσα στη βροχή ποιος θα κατέβαινε να σου προσφέρει βοήθεια, και μάλιστα μια γυναίκα, μια τόσο μικροκαμωμένη γυναίκα! Τελικά, αυτή η μικροκαμωμένη κοπέλα – δασκάλα μου είπε πως ήταν σε κάποιο σχολείο εκεί κοντά και πηγαινοερχόταν καθημερινά στα Γιάννενα που ήταν το σπίτι της- με βοήθησε και αλλάξαμε το λάστιχο στο αυτοκίνητο μου. Και μετά εξαφανίστηκε και αυτή! Μπήκε στο αυτοκίνητο της και έφυγε και δεν την ξανάδα από τότε!

Προχθές το πρωί, έκανα με τη γυναίκα μου το καθημερινό μου σχεδόν πέρασμα από το κοιμητήριο, εκεί όπου έχουμε κάποιο λατρευτό μας πρόσωπο. Συνεχίζουμε να το επισκεπτόμαστε σχεδόν καθημερινά, αν και έχει περάσει καιρός από τότε που πρωτοξεκινήσαμε να ‘ρχόμαστε. Ίσως γιατί στον τόπο αυτό, μπορούμε  να νοιώθουμε εντονότερη την ηδονική γεύση που δίνει ο θάνατος. Στα πέντε μέτρα παραδίπλα μου, μια άλλη γυναίκα φροντίζει τον τελευταίο τόπο της δικής της απώλειας. Γυναίκα μεγάλης ηλικίας, με μαύρα ρούχα, τσεμπέρι στο κεφάλι και μια ποδιά περασμένη στη μέση της, απευθύνεται ξαφνικά σε μένα και μου λέει:  «γιατί δεν βγάζετε τον άνθρωπο σας, έχουν περάσει τόσα χρόνια! Εμείς εδώ, τους βγάζουμε στα μισά από τα δικά σας χρόνια. Έτσι και εσείς να κάνετε.  Να αφήσετε τον άνθρωπό σας να φύγει απ’ το χώμα, που σας ενώνει.  Να βρείτε την κατάλληλη ημερομηνία, να βγάλει πρώτα ο παππάς τον σταυρό. Να κάνει κι ένα μνημόσυνο. Μετά θα αναλάβουν τα παιδιά. Είναι δυο παλληκάρια για αυτή τη δουλειά. Θα βάλουν τα οστά σε ένα κουτάκι, καθαρά, ωραία. Να μπουν στη σειρά τα κουτάκια στο πίσω μέρος της εκκλησίας, στο πίσω μέρος της ζωής. Να τακτοποιηθούν μνήμες και πένθος και να πάρει ο καθένας, νεκρός και ζωντανός,  τον δρόμο του.  Και οπότε θέλετε, να πηγαίνετε εκεί, στη χώρα των μνημών, να ανάβετε ένα κεράκι. Μόνο, να νοιώσετε έτοιμοι, πως ήρθε η ώρα!» Λέγοντας αυτά τα λόγια η γριά γυναίκα με το τσεμπέρι, μας γύρισε την πλάτη κι έφυγε, παίρνοντας τον δρόμο της. Μην αφήνοντας μας χρόνο να την ευχαριστήσουμε για την καλοσύνη και τη συμπόνια που εμπεριείχαν τα λόγια της!

Σήμερα που τα σκέφτομαι όλα αυτά, σκέπτομαι πως όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι, για τους οποίους σας μίλησα, μπορεί να είναι και άγγελοι. Που ‘ρχονται ξαφνικά και επισκέπτονται τους ανθρώπους. Για να τους βοηθήσουν, να τους δώσουν κουράγιο να συνεχίσουν να προσπαθούν στη ζωή τους. Άγγελοι που μοιάζουν με ανθρώπους καθημερινούς, στρογγυλοπρόσωποι άντρες με κοιλίτσα και φαλακρίτσα ή κοντές γυναίκες με τσεμπέρι και ποδιά στη μέση ή μικροκαμωμένες, λιανές νεαρές σαν αδύνατα κλαδάκια! Άνθρωποι καλοσυνάτοι που για μια μόνο στιγμή, από το πουθενά, εμφανίζονται και σου χαϊδεύουν το μάγουλο, σε βοηθούν να αλλάξεις το σκασμένο λάστιχο ενός αυτοκινήτου ή σου ζεσταίνουν την ψυχή από την σκληράδα ενός αποχαιρετισμού που δεν μπορείς να αποφασίσεις. Και μετά εξαφανίζονται. Τρυφεροί σαν πούπουλο, απαλοί σαν τη φωτιά, φωτεινοί σαν χαμόγελο μικρού παιδιού! Ναι λοιπόν, εγώ πιστεύω στους αγγέλους. Μα και εγώ να κάνω λάθος και να μην υπάρχουν τελικά άγγελοι, η πίστη των ανθρώπων ότι υπάρχουν άγγελοι,  δικαιολογεί και συντηρεί την καλοσύνη των ανθρώπων και δημιουργεί ανθρώπους που μοιάζουν σαν αγγέλους. Που με την καλοσύνη τους κολλάνε ότι έχει σπάσει μέσα μας, γύρω μας και μεταξύ μας!

Καλό Πάσχα, με Αγάπη!