Θύμα των αγορών ή αναπόφευκτο αποτέλεσμα λαθεμένων επιλογών;
Η Ελλάδα διέρχεται την χειρότερη οικονομική κρίση από την μεταπολίτευση και μετά. Οι πολιτικές που ακολουθήθηκαν μετά την είσοδο της χώρας στο ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα είχαν σαν αποτέλεσμα να βιώνουμε σήμερα ένα εκρηκτικό μείγμα τεράστιων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, υψηλού χρέους, σταθερά αυξανόμενου ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, κατάρρευσης της ανταγωνιστικότητας και αρνητικής ανάπτυξης.
|
Η παγκόσμια οικονομική κρίση, αναμφισβήτητα διόγκωσε τις ενδογενείς αδυναμίες και παθογένειες της ελληνικής οικονομίας. Δεν μπορεί, όμως, σε καμία περίπτωση, να χρησιμοποιείται ως άλλοθι για τις καταστροφικές πολιτικές των ελληνικών κυβερνήσεων των τελευταίων ετών. Οι πολιτικές αυτές είναι, λίγο πολύ, γνωστές στους παροικούντες την Ιερουσαλήμ. Ας εξετάσουμε τι συμβαίνει τους τελευταίους τέσσερις μήνες.
Το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος που αγγίζει τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ ή ως ποσοστό επί του ΑΕΠ το 120%. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να πρέπει να καταβάλλει σημαντικά ποσά για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το πρόβλημα δεν θα ήταν τόσο μεγάλο αν η οικονομική πολιτική δημιουργούσε πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα. Σε αυτή την περίπτωση, η αποπληρωμή του χρέους δεν θα απαιτούσε νέο δανεισμό και θα ήταν εφικτή η σταδιακή αποκλιμάκωση και η μείωσή του. Εξάλλου, οι περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης έχουν κι αυτές υψηλό χρέος. Δυστυχώς, η Ελλάδα όχι μόνο δεν δημιουργεί το απαραίτητο πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά έχει εκτοξεύσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα στο 12,9% του ΑΕΠ στο τέλος του 2009. Πιο πρακτικά, η χώρα δαπανά περίπου 33 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει από φόρους και άλλες πηγές.
Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι η μόνη επιλογή για την εξυπηρέτηση του χρέους, βραχυπρόθεσμα, είναι ο δανεισμός από τις διεθνείς αγορές. Το κρίσιμο στοιχείο, που αποτελεί και το κυρίαρχο θέμα συζήτησης παγκοσμίως τους τελευταίους 4 μήνες, είναι το επιτόκιο με το οποίο οι αγορές μας δανείζουν. Θεωρητικά, το επιτόκιο το οποίο απαιτούν οι επενδυτές για να αγοράσουν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου είναι συνάρτηση δύο παραγόντων.
Ο πρώτος είναι τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη. Μία χώρα με ισχυρή ανάπτυξη, μικρά δημοσιονομικά ελλείμματα, νομισματική σταθερότητα και χαμηλό χρέος είναι σε θέση να δανείζεται με χαμηλά επιτόκια γιατί αποτελεί ασφαλή επενδυτική επιλογή με εξασφαλισμένη απόδοση. Ας θυμηθούμε ότι το επιτόκιο είναι αντιστρόφως ανάλογο της ζήτησης για ομόλογα. Η βασική αυτή αρχή είναι καθοριστικής σημασίας, ιδιαίτερα σε περιόδους χρηματοοικονομικών διαταραχών και επενδυτικού πανικού σαν αυτή που βιώνουμε παγκοσμίως τα τελευταία δύο χρόνια όπου οι επενδυτές προτιμούν να τοποθετούν τα χρήματά τους σε περιουσιακά στοιχεία χαμηλού ρίσκου.
Ο δεύτερος παράγοντας καθορισμού του επιτοκίου δανεισμού είναι συνέχεια της τελευταίας παρατήρησης. Αν οι αγορές κρίνουν ότι μία επένδυση είναι πιο επισφαλής από μία εναλλακτική τότε θα απαιτήσουν αυτό που αποκαλείται ασφάλιστρο κινδύνου (risk premium), δηλαδή ένα υψηλότερο επιτόκιο με το οποίο είναι διατεθειμένοι να δανείσουν αφού είναι εκτεθειμένοι σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Προφανώς ένα ομόλογο του γερμανικού δημοσίου είναι πιο ασφαλής επενδυτική επιλογή από ένα ομόλογο του ελληνικού και, άρα, απαιτείται ένα υψηλότερο επιτόκιο για να δανείσει κάποιος την Ελλάδα. Το θεμελιώδες ερώτημα, όμως, είναι πόσο πιο επισφαλές θεωρείται ένα ελληνικό ομόλογο από ένα γερμανικό. Πόσο δηλαδή πρέπει να είναι το spread ανάμεσα στα ελληνικά και στα γερμανικά ομόλογα;
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της Ελλάδας επιδεινώθηκαν ραγδαία τα τελευταία δύο χρόνια. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το έλλειμμα έφτασε στο 12,9% και το χρέος στο 120%, στο τέλος του 2009. Παρόμοια επιδείνωση, αν και σε μικρότερο βαθμό, παρουσιάστηκε σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, χώρες-μέλη της Ευρωζώνης με παρεμφερή χαρακτηριστικά και οικονομικά προβλήματα, όπως η Πορτογαλία, δανείζονται με αρκετά χαμηλότερα επιτόκια από την Ελλάδα. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι η Ελλάδα δανειζόταν με επιτόκια μικρότερα του 5% στα δεκαετή ομόλογα μόλις πριν από μερικούς μήνες. Αυτή τη στιγμή, μια χώρα-μέλος της Ευρωζώνης θεωρείται από τις αγορές πιο επισφαλής επενδυτική επιλογή από χώρες της Λατινικής Αμερικής με βεβαρημένο παρελθόν ως προς τη διαχείριση των οικονομικών τους. Επιπρόσθετα, οι αγορές έχουν στοιχηματίσει κολοσσιαία ποσά σε μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της χώρας μας, στην αδυναμία της δηλαδή να αποπληρώσει το χρέος της. Η συζήτηση περί χρεοκοπίας δεν είναι καθόλου θεωρητική. Να υπενθυμίσουμε ότι τον Αύγουστο του 1998 η Ρωσία δήλωσε ότι αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος της ύστερα από μια σειρά εμφατικών διαψεύσεων, καταρρίπτοντας το αφελές επιχείρημα των μεγάλων επενδυτικών κεφαλαίων και πολλών οικονομολόγων ότι οι πυρηνικές δυνάμεις δεν χρεοκοπούν ποτέ. Όσοι επικαλούνται ότι μια χώρα-μέλος της Ευρωζώνης δεν μπορεί να χρεοκοπήσει ξεχνούν αυτό που η ιστορία μας έχει διδάξει με τόσο επώδυνο τρόπο, πολλές φορές στο παρελθόν, ότι σε μια εποχή ελεύθερης και ανεξέλεγκτης κίνησης του κεφαλαίου δεν υπάρχουν οικονομικά θέσφατα. Πόσο μάλλον όταν η χώρα μας βιώνει τον εκρηκτικό συνδυασμό κολοσσιαίων ελλειμμάτων και χρέους, αλλά και ένα έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας της συστηματικής προσπάθειάς της να αποκρύψει τα πραγματικά στοιχεία για τα δημοσιονομικά της μεγέθη.
Πέρα από τους καθαρά οικονομικούς λόγους, κάτι που δε πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι η οικονομία είναι και ψυχολογία. Ο Keynes μίλησε πριν από πολλές δεκαετίες για τα περίφημα animal spirits, τις προσδοκίες δηλαδή που τείνουν να γίνουν αυτοεκπληρούμενες χωρίς κάποιον σοβαρό λόγο που να δικαιολογείται από μια σημαντική αλλαγή στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα, παρά μόνο εξαιτίας της εδραιωμένης πεποίθησης ότι ο πανικός των μαζών θα οδηγήσει τα πράγματα σε ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα στην οικονομική ιστορία. Πως λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός; Όλα ξεκινούν από κάποια ραγδαία επιδείνωση στα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη, κατά κύριο λόγο του δημοσίου χρέους, του ελλείμματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ή από κάποια φούσκα στις αγορές περιουσιακών στοιχείων, συνήθως στην αγορά ακινήτων ή στις κεφαλαιαγορές. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εκτόξευση του χρέους και του ελλείμματος οδήγησαν τις αγορές στο συμπέρασμα ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι διατηρήσιμη και ότι η χώρα δεν θα μπορεί να χρηματοδοτήσει το χρέος της μεσοπρόθεσμα. Η συνήθης συνταγή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι είτε η υποτίμηση του νομίσματος, είτε η αύξηση των επιτοκίων ώστε να διατηρηθεί η εισροή κεφαλαίου στη χώρα. Από τη στιγμή που η υποτίμηση δεν είναι εφικτή, οι αγορές θα πιέσουν για υψηλότερα επιτόκια για να δανείσουν. Επιπλέον, το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας τους οδηγεί στην υπόθεση ότι η χώρα δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσει τα υψηλότερα τοκοχρεολύσια και στοιχηματίζουν στην χρεοκοπία. Το σενάριο είναι εφιαλτικό, αλλά απόλυτα ρεαλιστικό αφού το βιώνουμε, από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε ότι το έλλειμμα της χώρας ήταν υπερδιπλάσιο από αυτό που εμφάνιζε η ελληνική κυβέρνηση επισήμως.
Οι κερδοσκοπικές επιθέσεις που δέχεται η χώρα και η εκτόξευση των spreads έχουν, επομένως, μια λογική εξήγηση. Προς το παρόν είμαστε ακόμη σε θέση να δανειζόμαστε από τις διεθνείς αγορές, έστω και με υψηλό επιτόκιο. Η περίπτωση να μην μπορούμε καν να δανειστούμε από τις αγορές, όπως συνέβη σε άλλες χώρες με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Ουγγαρία το 2008 (γεγονός που την οδήγησε στην υποτίμηση του νομίσματός της και στον δανεισμό από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με αντάλλαγμα ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας) έχει απομακρυνθεί μετά τη δημοσιοποίηση του μηχανισμού στήριξης από την ΕΕ και το ΔΝΤ, και τα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση με στόχο την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% έως το 2013. Το στοίχημα της κυβέρνησης είναι να μπορεί να δανείζεται από τις αγορές με χαμηλότερα επιτόκια ώστε να μην αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό στήριξης, αφού αυτό θα σήμαινε την, εν μέρει, «ομηρία» της από το ΔΝΤ με πιθανή τη λήψη νέων σκληρών μέτρων που θα βύθιζαν τη χώρα σε μια μεγαλύτερη και πιο παρατεταμένη ύφεση. Η πολιτική αυτή είναι η ενδεδειγμένη σε αυτή τη χρονική περίοδο και η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από την απαρέγκλιτη εφαρμογή του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που έχει καταθέσει στην ΕΕ, τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό σύστημα, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την καλύτερη αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων μέσω του ΕΣΠΑ και, κυρίως, τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα με το σχέδιο Καλλικράτης. Οι γενναίες μεταρρυθμίσεις είναι ο μόνος τρόπος να εξυγιανθούν τα δημόσια οικονομικά και να περιοριστούν οι συνέπειες της αναπόφευκτης βραχυχρόνιας οικονομικής κάμψης που δεν έχει γίνει ακόμη πλήρως ορατή. Είναι, όμως, ακόμα πιο σημαντικές για να πείσουμε τις αγορές και τους κερδοσκόπους ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ας ελπίσουμε ότι η παλαιότερη ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου ότι ή η Ελλάδα θα εξαφανίσει το χρέος ή το χρέος θα εξαφανίσει την Ελλάδα, θα εκπληρωθεί ως προς το πρώτο σκέλος της.
Το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι το τεράστιο δημόσιο χρέος που αγγίζει τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ ή ως ποσοστό επί του ΑΕΠ το 120%. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα το ελληνικό κράτος να πρέπει να καταβάλλει σημαντικά ποσά για την αποπληρωμή τοκοχρεολυσίων σε τακτά χρονικά διαστήματα. Το πρόβλημα δεν θα ήταν τόσο μεγάλο αν η οικονομική πολιτική δημιουργούσε πρωτογενή δημοσιονομικά πλεονάσματα. Σε αυτή την περίπτωση, η αποπληρωμή του χρέους δεν θα απαιτούσε νέο δανεισμό και θα ήταν εφικτή η σταδιακή αποκλιμάκωση και η μείωσή του. Εξάλλου, οι περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης έχουν κι αυτές υψηλό χρέος. Δυστυχώς, η Ελλάδα όχι μόνο δεν δημιουργεί το απαραίτητο πρωτογενές πλεόνασμα, αλλά έχει εκτοξεύσει το δημοσιονομικό της έλλειμμα στο 12,9% του ΑΕΠ στο τέλος του 2009. Πιο πρακτικά, η χώρα δαπανά περίπου 33 δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από όσα εισπράττει από φόρους και άλλες πηγές.
Γίνεται, επομένως, αντιληπτό ότι η μόνη επιλογή για την εξυπηρέτηση του χρέους, βραχυπρόθεσμα, είναι ο δανεισμός από τις διεθνείς αγορές. Το κρίσιμο στοιχείο, που αποτελεί και το κυρίαρχο θέμα συζήτησης παγκοσμίως τους τελευταίους 4 μήνες, είναι το επιτόκιο με το οποίο οι αγορές μας δανείζουν. Θεωρητικά, το επιτόκιο το οποίο απαιτούν οι επενδυτές για να αγοράσουν τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου είναι συνάρτηση δύο παραγόντων.
Ο πρώτος είναι τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη. Μία χώρα με ισχυρή ανάπτυξη, μικρά δημοσιονομικά ελλείμματα, νομισματική σταθερότητα και χαμηλό χρέος είναι σε θέση να δανείζεται με χαμηλά επιτόκια γιατί αποτελεί ασφαλή επενδυτική επιλογή με εξασφαλισμένη απόδοση. Ας θυμηθούμε ότι το επιτόκιο είναι αντιστρόφως ανάλογο της ζήτησης για ομόλογα. Η βασική αυτή αρχή είναι καθοριστικής σημασίας, ιδιαίτερα σε περιόδους χρηματοοικονομικών διαταραχών και επενδυτικού πανικού σαν αυτή που βιώνουμε παγκοσμίως τα τελευταία δύο χρόνια όπου οι επενδυτές προτιμούν να τοποθετούν τα χρήματά τους σε περιουσιακά στοιχεία χαμηλού ρίσκου.
Ο δεύτερος παράγοντας καθορισμού του επιτοκίου δανεισμού είναι συνέχεια της τελευταίας παρατήρησης. Αν οι αγορές κρίνουν ότι μία επένδυση είναι πιο επισφαλής από μία εναλλακτική τότε θα απαιτήσουν αυτό που αποκαλείται ασφάλιστρο κινδύνου (risk premium), δηλαδή ένα υψηλότερο επιτόκιο με το οποίο είναι διατεθειμένοι να δανείσουν αφού είναι εκτεθειμένοι σε μεγαλύτερο κίνδυνο. Προφανώς ένα ομόλογο του γερμανικού δημοσίου είναι πιο ασφαλής επενδυτική επιλογή από ένα ομόλογο του ελληνικού και, άρα, απαιτείται ένα υψηλότερο επιτόκιο για να δανείσει κάποιος την Ελλάδα. Το θεμελιώδες ερώτημα, όμως, είναι πόσο πιο επισφαλές θεωρείται ένα ελληνικό ομόλογο από ένα γερμανικό. Πόσο δηλαδή πρέπει να είναι το spread ανάμεσα στα ελληνικά και στα γερμανικά ομόλογα;
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, τα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της Ελλάδας επιδεινώθηκαν ραγδαία τα τελευταία δύο χρόνια. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το έλλειμμα έφτασε στο 12,9% και το χρέος στο 120%, στο τέλος του 2009. Παρόμοια επιδείνωση, αν και σε μικρότερο βαθμό, παρουσιάστηκε σε όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως, χώρες-μέλη της Ευρωζώνης με παρεμφερή χαρακτηριστικά και οικονομικά προβλήματα, όπως η Πορτογαλία, δανείζονται με αρκετά χαμηλότερα επιτόκια από την Ελλάδα. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι η Ελλάδα δανειζόταν με επιτόκια μικρότερα του 5% στα δεκαετή ομόλογα μόλις πριν από μερικούς μήνες. Αυτή τη στιγμή, μια χώρα-μέλος της Ευρωζώνης θεωρείται από τις αγορές πιο επισφαλής επενδυτική επιλογή από χώρες της Λατινικής Αμερικής με βεβαρημένο παρελθόν ως προς τη διαχείριση των οικονομικών τους. Επιπρόσθετα, οι αγορές έχουν στοιχηματίσει κολοσσιαία ποσά σε μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της χώρας μας, στην αδυναμία της δηλαδή να αποπληρώσει το χρέος της. Η συζήτηση περί χρεοκοπίας δεν είναι καθόλου θεωρητική. Να υπενθυμίσουμε ότι τον Αύγουστο του 1998 η Ρωσία δήλωσε ότι αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος της ύστερα από μια σειρά εμφατικών διαψεύσεων, καταρρίπτοντας το αφελές επιχείρημα των μεγάλων επενδυτικών κεφαλαίων και πολλών οικονομολόγων ότι οι πυρηνικές δυνάμεις δεν χρεοκοπούν ποτέ. Όσοι επικαλούνται ότι μια χώρα-μέλος της Ευρωζώνης δεν μπορεί να χρεοκοπήσει ξεχνούν αυτό που η ιστορία μας έχει διδάξει με τόσο επώδυνο τρόπο, πολλές φορές στο παρελθόν, ότι σε μια εποχή ελεύθερης και ανεξέλεγκτης κίνησης του κεφαλαίου δεν υπάρχουν οικονομικά θέσφατα. Πόσο μάλλον όταν η χώρα μας βιώνει τον εκρηκτικό συνδυασμό κολοσσιαίων ελλειμμάτων και χρέους, αλλά και ένα έλλειμμα αξιοπιστίας εξαιτίας της συστηματικής προσπάθειάς της να αποκρύψει τα πραγματικά στοιχεία για τα δημοσιονομικά της μεγέθη.
Πέρα από τους καθαρά οικονομικούς λόγους, κάτι που δε πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι η οικονομία είναι και ψυχολογία. Ο Keynes μίλησε πριν από πολλές δεκαετίες για τα περίφημα animal spirits, τις προσδοκίες δηλαδή που τείνουν να γίνουν αυτοεκπληρούμενες χωρίς κάποιον σοβαρό λόγο που να δικαιολογείται από μια σημαντική αλλαγή στα πραγματικά οικονομικά δεδομένα, παρά μόνο εξαιτίας της εδραιωμένης πεποίθησης ότι ο πανικός των μαζών θα οδηγήσει τα πράγματα σε ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα. Τα παραδείγματα είναι αναρίθμητα στην οικονομική ιστορία. Πως λειτουργεί αυτός ο μηχανισμός; Όλα ξεκινούν από κάποια ραγδαία επιδείνωση στα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη, κατά κύριο λόγο του δημοσίου χρέους, του ελλείμματος και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, ή από κάποια φούσκα στις αγορές περιουσιακών στοιχείων, συνήθως στην αγορά ακινήτων ή στις κεφαλαιαγορές. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εκτόξευση του χρέους και του ελλείμματος οδήγησαν τις αγορές στο συμπέρασμα ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι διατηρήσιμη και ότι η χώρα δεν θα μπορεί να χρηματοδοτήσει το χρέος της μεσοπρόθεσμα. Η συνήθης συνταγή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι είτε η υποτίμηση του νομίσματος, είτε η αύξηση των επιτοκίων ώστε να διατηρηθεί η εισροή κεφαλαίου στη χώρα. Από τη στιγμή που η υποτίμηση δεν είναι εφικτή, οι αγορές θα πιέσουν για υψηλότερα επιτόκια για να δανείσουν. Επιπλέον, το τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας τους οδηγεί στην υπόθεση ότι η χώρα δεν θα είναι σε θέση να αποπληρώσει τα υψηλότερα τοκοχρεολύσια και στοιχηματίζουν στην χρεοκοπία. Το σενάριο είναι εφιαλτικό, αλλά απόλυτα ρεαλιστικό αφού το βιώνουμε, από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε ότι το έλλειμμα της χώρας ήταν υπερδιπλάσιο από αυτό που εμφάνιζε η ελληνική κυβέρνηση επισήμως.
Οι κερδοσκοπικές επιθέσεις που δέχεται η χώρα και η εκτόξευση των spreads έχουν, επομένως, μια λογική εξήγηση. Προς το παρόν είμαστε ακόμη σε θέση να δανειζόμαστε από τις διεθνείς αγορές, έστω και με υψηλό επιτόκιο. Η περίπτωση να μην μπορούμε καν να δανειστούμε από τις αγορές, όπως συνέβη σε άλλες χώρες με πιο πρόσφατο παράδειγμα την Ουγγαρία το 2008 (γεγονός που την οδήγησε στην υποτίμηση του νομίσματός της και στον δανεισμό από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με αντάλλαγμα ένα σκληρό πρόγραμμα λιτότητας) έχει απομακρυνθεί μετά τη δημοσιοποίηση του μηχανισμού στήριξης από την ΕΕ και το ΔΝΤ, και τα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση με στόχο την μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος στο 3% έως το 2013. Το στοίχημα της κυβέρνησης είναι να μπορεί να δανείζεται από τις αγορές με χαμηλότερα επιτόκια ώστε να μην αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει τον μηχανισμό στήριξης, αφού αυτό θα σήμαινε την, εν μέρει, «ομηρία» της από το ΔΝΤ με πιθανή τη λήψη νέων σκληρών μέτρων που θα βύθιζαν τη χώρα σε μια μεγαλύτερη και πιο παρατεταμένη ύφεση. Η πολιτική αυτή είναι η ενδεδειγμένη σε αυτή τη χρονική περίοδο και η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από την απαρέγκλιτη εφαρμογή του Προγράμματος Σταθερότητας και Ανάπτυξης που έχει καταθέσει στην ΕΕ, τις απαραίτητες διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας και στο ασφαλιστικό σύστημα, την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, την καλύτερη αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων μέσω του ΕΣΠΑ και, κυρίως, τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα με το σχέδιο Καλλικράτης. Οι γενναίες μεταρρυθμίσεις είναι ο μόνος τρόπος να εξυγιανθούν τα δημόσια οικονομικά και να περιοριστούν οι συνέπειες της αναπόφευκτης βραχυχρόνιας οικονομικής κάμψης που δεν έχει γίνει ακόμη πλήρως ορατή. Είναι, όμως, ακόμα πιο σημαντικές για να πείσουμε τις αγορές και τους κερδοσκόπους ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Ας ελπίσουμε ότι η παλαιότερη ρήση του Ανδρέα Παπανδρέου ότι ή η Ελλάδα θα εξαφανίσει το χρέος ή το χρέος θα εξαφανίσει την Ελλάδα, θα εκπληρωθεί ως προς το πρώτο σκέλος της.
Προσφατα
27.01.10 | Καλλικράτης, η μεγάλη πρόκληση
Το σχέδιο «Καλλικράτης» για τη διοικητική αναδιάρθρωση της χώρας συγκεντρώνει διαφορετικές απόψεις....
26.01.10 | Προτιμητέα επέκτασηΣτην τελευταία συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου, ο Δήμαρχος της πόλης μας, με μια αφοπλιστική...
26.01.10 | Πινακοθήκη στην πλατεία ή πλατεία...Όλο και περισσότεροι διαφωνούν με τον σχεδιασμό της δημοτικής αρχής να μετατρέψει την Όαση σε...
22.01.10 | Όαση εφ ώ ετάχθηΣτα πλαίσια του δημόσιου διαλόγου που έχει εξαγγείλει ο δήμος για την τύχη της Όασης, πολίτες...
20.01.10 | Νέα Όαση σε νέες περιπέτειεςΛίγο μετά τη δημοσιοποίηση των σχεδίων της δημοτικής αρχής για μετατροπή της Όασης σε πινακοθήκη, ο...



