Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στις 23 Ιουνίου, έπειτα από αίτημα της ΕΙΝΗ, με αντικείμενο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γιατροί και συνολικά η λειτουργία του νοσοκομείου. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ένωσης, εκφράστηκε δυσαρέσκεια για την καθυστέρηση της συνάντησης, ενώ παρουσιάστηκαν αναλυτικά στοιχεία για την εικόνα στελέχωσης και τις συνθήκες εργασίας στο «Χατζηκώστα».
Η ΕΙΝΗ υποστηρίζει ότι η υποστελέχωση εξακολουθεί να αποτελεί το σημαντικότερο πρόβλημα, επισημαίνοντας ότι αρκετές κλινικές λειτουργούν με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, ενώ για την κάλυψη των αναγκών απαιτούνται μετακινήσεις γιατρών από Κέντρα Υγείας. Παράλληλα, εκφράζει την εκτίμηση ότι οι τελευταίες προκηρύξεις μόνιμων θέσεων δεν επαρκούν για την κάλυψη των πραγματικών αναγκών του νοσοκομείου.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Παιδιατρική Κλινική, όπου, σύμφωνα με την ΕΙΝΗ, οι γιατροί εργάστηκαν τους τελευταίους μήνες με ιδιαίτερα αυξημένο φόρτο εργασίας, ενώ σημειώνεται ότι η προκήρυξη μίας θέσης επικουρικού παιδιάτρου ήρθε με σημαντική καθυστέρηση.
Η Ένωση θέτει ακόμη ζητήματα που αφορούν την υπερεφημέρευση, την υπέρβαση του νόμιμου ωραρίου, τις απλήρωτες πρόσθετες εφημερίες από τον Ιανουάριο του 2026, καθώς και τις συνθήκες υγείας και ασφάλειας στο νοσοκομείο, κάνοντας αναφορά, μεταξύ άλλων, στους ανελκυστήρες, στην πυροπροστασία, στις εξόδους κινδύνου και στη συντήρηση του εξοπλισμού.
Παράλληλα, εκφράζει τη διαφωνία της με την πρόταση για τον νέο οργανισμό του νοσοκομείου, θεωρώντας ότι δεν προβλέπει τον απαιτούμενο αριθμό θέσεων για την ασφαλή λειτουργία των κλινικών, ενώ ζητά να παραμείνουν στις θέσεις τους οι παρατασιακοί ειδικευόμενοι και επαναλαμβάνει την αντίθεσή της στις μετακινήσεις γιατρών προς άλλα νοσοκομεία της 6ης ΥΠΕ.
Η ΕΙΝΗ αναφέρει ότι αναμένει πλέον συγκεκριμένες ενέργειες από τη διοίκηση του νοσοκομείου για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που τέθηκαν στη συνάντηση. Όπως επισημαίνει, σε διαφορετική περίπτωση θα επανέλθει με νέες μαζικές παρεμβάσεις, υποστηρίζοντας ότι η ασφαλής λειτουργία του νοσοκομείου και οι συνθήκες εργασίας των γιατρών δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
