Με αφορμή την περίπτωση αυτή, που δεν είναι η μοναδική ούτε θα είναι η τελευταία, ο Σύνδεσμος σημειώνει πως ο χαρακτηρισμός του εν λόγω τροφίμου ως μη ασφαλούς δεν είναι ακριβής και ενδέχεται να προκαλεί παρανόηση, δεδομένου ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι κανονικές συνθήκες χρήσης του τροφίμου από τους καταναλωτές και οι πληροφορίες που παρέχονται στον καταναλωτή, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που παρέχονται στην ετικέτα, σχετικά με αποφυγή συγκεκριμένων αρνητικών συνεπειών για την υγεία από το συγκεκριμένο τρόφιμο, δεδομένου ότι το προϊόν θα καταναλωθεί μετά από μαγείρεμα και άρα ο παθογόνος παράγοντας θα σταματήσει να υφίσταται.
Σημειώνει δε πως ο ενωσιακός Κανονισμός 2073/2005, ορίζει ως κριτήριο ασφάλειας στο νωπό κρέας πουλερικών μόνο δύο ορότυπους, όλοι οι υπόλοιποι ορότυποι δεν αποτελούν πρόβλημα και το κρέας διακινείται κανονικά. Όταν όμως το κρέας αυτό γίνει παρασκεύασμα (κιμάς, ρολό, μπιφτέκι), όλοι οι ορότυποι γίνονται κριτήρια ασφάλειας, ενώ δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο εξυγίανσης.
«Αυτό το παράδοξο της νομοθεσίας ισχυροποιεί περαιτέρω την υποχρέωση απόδοσης ορθού χαρακτηρισμού», σημειώνει και συνεχίζει επισημαίνοντας πως η έκδοση δελτίου τύπου από τον ελεγκτικό φορέα είναι «ένα εργαλείο για την άμεση πληροφόρηση των καταναλωτών σε περιπτώσεις ανάκλησης και όχι μέσο εκφοβισμού τους και σπίλωσης των επιχειρήσεων, με τη χρήση συγκεκριμένης φρασεολογίας και ακολούθως χρησιμοποίησης από μερίδα των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για δημιουργία εντυπώσεων».
Μάλιστα, ο ΣΒΕΚ τονίζει πως όλες οι υπόλοιπες χώρες – μέλη της Ε.Ε, χρησιμοποιούν φράσεις που στόχο έχουν την σαφή, ακριβή και αντικειμενική πληροφόρηση, χωρίς υπερβολές και στρεβλώσεις, ενώ αφήνει αιχμές για άδικη μεταχείριση των εγχώριων σε σχέση με τις μη ελληνικές επιχειρήσεις. «Αντιθέτως, ακόμα και στην χώρα μας, οι επίσημες αρχές χρησιμοποιούν πιο ήπιους όρους και δε χαρακτηρίζουν εισαγόμενα τρόφιμα που προέρχονται από μη ελληνικές εταιρείες, προάγοντας την άνιση μεταχείριση σε βάρος των εγχώριων επιχειρήσεων. Η επίσημη αρχή ελέγχου θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη της, τον τρόπο και τα αποτελέσματα αυτοελέγχου της κάθε επιχείρησης, ως οφείλει. Πέραν της νομικής και ηθικής διάστασης του θέματος, μια τέτοια αντιμετώπιση προάγει όχι μόνο τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, αλλά ισοπεδώνει τις διάφορες εταιρείες, αφαιρώντας το οποιαδήποτε κίνητρο για όλο και μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή των διαδικασιών αυτοελέγχου. Και είναι λογικό, αφού όλοι γνωρίζουν ότι σε όλες τις περιπτώσεις, ανεξαιρέτως και χωρίς διάκριση, στο τέλος θα επιβληθούν πρόστιμα», τονίζεται σε ανακοίνωση.
Προσθέτει δε πως με βάση στοιχεία που προέρχονται από τις εταιρείες του κλάδου, στο σύνολο των ελέγχων από τις επίσημες αρχές, που ακολούθησε του εντοπισμού θετικού δείγματος, όλες οι εταιρείες βρέθηκαν συμμορφούμενες (δεν υπήρξε δηλαδή αμέλεια της εταιρείας) και ωστόσο, τα πρόστιμα επιβλήθηκαν.
«Θεωρούμε αυτονόητο ότι θα πρέπει να εφαρμόζεται η νομοθεσία και σε αυτή να στηρίζεται ο χαρακτηρισμός των τροφίμων, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους όπως αυτές ορίζονται από την ενωσιακή νομοθεσία. Επιπλέον βασικό μέλημα τόσο των επιχειρήσεων όσο και των αρμοδίων αρχών, αποτελεί η προστασία και η ορθή πληροφόρηση των καταναλωτών. Η δημιουργία φόβου και τρομοκρατίας περισσότερο παραπλανά τον καταναλωτή», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση, με τον ΣΒΕΚ να προτείνει την σύνταξη ακριβούς και στα πρότυπα και των άλλων κρατών μελών της Ε.Ε., Δελτίου Τύπου, για την σωστή απεικόνιση κάθε ανάλογης περίπτωσης, «με γνώμονα την σωστή ενημέρωση του καταναλωτικού κοινού, χωρίς υπερβολές, κινδυνολογίες και στρεβλώσεις και ταυτόχρονα την αντιμετώπιση των επιχειρήσεων όχι με μονοσήμαντο τρόπο, αλλά με την αξιολόγηση του ιστορικού και του επιπέδου συμμόρφωσης της, με βάση πάντα τα οριζόμενα από τη νομοθεσία».
Η ανακοίνωση καταλήγει με τον Σύνδεσμο να τίθεται στη διάθεση των αρχών, για διαμόρφωση του κατάλληλου κειμένου.
