Η Ανδρομάχη Μπούνα- Βάιλα σπούδασε Κοινωνική Ανθρωπολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου και διδακτορικού διπλώματος στο πεδίο της «Κοινωνιολογίας του Φύλου» του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Υπήρξε ακαδημαϊκός υπότροφος στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και Πανεπιστήμιο Πατρών και διδάσκουσα στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστήμιο Αιγαίου στα μαθήματα Κοινωνιολογία της οικογένειας και Κοινωνιολογία του φύλου, και στο Τμήμα Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σήμερα είναι διδάσκουσα στο ΤΕΕΠΗ του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου στα μαθήματα Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης και Κοινωνιολογία της παιδικής ηλικίας και στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Περιβαλλοντική Επικοινωνία και Προαγωγή Υγείας», στο Τμήμα Δημόσιας και Κοινοτικής Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής. Παράλληλα, ολοκλήρωσε τη μεταδιδακτορική της έρευνα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και σήμερα είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Παν/μιο Δυτικής Αττικής. Τέλος είναι εξωτερική συνεργάτιδα του Οργανισμού Κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ) για την υλοποίηση επιστημονικής έρευνας.
Τον τελευταίο καιρό η χώρα συγκλονίζεται από τις δολοφονίες αλλά και βιαιοπραγίες εις βάρος γυναικών από συντρόφους ή γενικότερα άνδρες του περιβάλλοντός τους. Διατυπώνονται ερωτηματικά από αρκετούς για την χρήση του όρου γυναικοκτονία. Είναι αυτός ο ορθός όρος και γιατί διαφοροποιούνται από τις εν γένει ανθρωποκτονίες; Είναι αναγκαίο να υπάρξει υιοθέτηση του όρου και από νομικής πλευράς;
Με το όρο γυναικοκτονία εννοούμε τις δολοφονίες γυναικών και κοριτσιών εξαιτίας του φύλου και του ρόλου τους. Ο όρος αυτός που προκύπτει από το αγγλικό femicide και χρησιμοποιείται εκτενώς στη Λατινική Αμερική. Ο στόχος με τον συγκεκριμένο όρο αποτελεί η σαφής διάκριση από την ανθρωποκτονία από πρόθεση. Πραγματοποιείται έτσι μία προσπάθεια νομικής αναγνώρισης του όρου γυναικοκτονία ως ένα υπαρκτό φαινόμενο της κοινωνίας μας και ευελπιστούμε σε αυτήν την αναγνώριση.
Υπάρχει αύξηση των περιστατικών έμφυλης βίας ή απλά πλέον είναι διακριτά ως τέτοια;
Υπήρχαν περιστατικά έμφυλης βίας τα οποία δεν καταγραφόταν, δεν ήταν ορατά λόγω της ενσωματωμένης στερεοτυπικής άποψης που επικρατεί περί ανδρικής βίας και γυναικείας παθητικότητας, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία παρατηρείται ωστόσο αύξηση των καταγεγραμμένων περιστατικών έμφυλης βίας σε καιρούς κρίσης όπως και τώρα με την πανδημία. Άρα το φαινόμενο αυτό δεν είναι νέο καθώς στη σχετική επιστημονική βιβλιογραφία έχει ήδη τεκμηριωθεί η αύξηση της σε περιόδους κρίσεων και καταστροφών, διογκώνοντας ένα προϋπάρχον και εξαιρετικά εκτεταμένο πρόβλημα.
Προφανώς κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, ωστόσο ποια είναι τα αίτια της έμφυλης βίας; Τι ρόλο παίζουν τα στερεότυπα, το περιβάλλον, η οικογένεια;
Τα αίτια της παραβατικής συμπεριφοράς είναι πολυπαραγοντικά, και διερευνώνται από τους/τις κοινωνικούς-ες επιστήμονες σε συνδυασμό με τις δημογραφικές μεταβλητές, τις στάσεις και τα χαρακτηριστικά των παραβατών. Από τη μεριά της κοινωνιολογίας που μπορώ να τοποθετηθώ, ως ένα σημαντικό αίτιο αποτελεί ο τρόπος με τον οποίο έχουν κοινωνικοποιηθεί οι άνθρωποι, με αυτή την αυστηρή ευθυγράμμιση που επικρατεί ανάμεσα στο βιολογικό και το κοινωνικό φύλο δηλαδή αυτό το δίπολο άνδρας- αρρενωπότητα, γυναίκα- θηλυκότητα και τα προνόμια που θεωρεί που έχει ο καθένας. Αρκετές φορές φαίνεται αυτονόητη η χρήση βίας, η εξουσιαστική συμπεριφορά και η κυριαρχία από έναν άνδρα. Νομίζω πως πρέπει να ξεκινήσουμε με την αποδόμηση αυτής της «κυριαρχίας».
Πως αντιμετωπίζεται το φαινόμενο;
Αρχικά θα πρέπει να εισαχθούν μαθήματα κατά της έμφυλης βίας στην εκπαίδευση και ταυτόχρονα ευαισθητοποίηση κατά του φαινομένου όχι μόνο σε ενήλικες αλλά και σε παιδιά. Μη ξεχνάμε πως η κοινωνικοποίηση του παιδιού ξεκινάει από τη στιγμή που γεννιέται, μπορούμε να πούμε πως ξεκινάει και πριν ακόμη γεννηθεί με την έννοια ότι εισέρχεται σε ένα περιβάλλον που είναι ήδη έμφυλα διαμορφωμένο και έτσι μοιάζει μονόδρομος για το παιδί να επιτελεί μέσω καθημερινών πρακτικών τοκοινωνικό του φύλο, δηλαδή την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα.
Ποιος πρέπει είναι ο ρόλος των ΜΜΕ;
Τα ΜΜΕ ως πρωτογενείς φορείς κοινωνικοποίησης μέσω της συνεχούς παραγωγής της λαϊκής συγκατάθεσης στην υπάρχουσα κοινωνική δομή, συντελούν στη διατήρηση των δεδομένων εξουσιαστικών και ιεραρχικών ισορροπιών. Ο δημοσιογραφικός λόγος επιτελεί διάφορες λειτουργίες μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, όταν κατασκευάζει πραγματικότητες που διαμορφώνουν ατομικές και συλλογικές ιδεολογίες: εμφανίζεται αντικειμενικός, χωρίς όμως να είναι, ενώ συχνά είναι και ιδεολογικά φορτισμένος, ακολουθώντας «τη γραμμή» και τις νόρμες του μέσου από το οποίο εκπέμπεται. Η ορατότητα περιστατικών έμφυλης βίας προσδοκούμε να έχει κατασταλτικό χαρακτήρα.
