laimou idrima gkani
ΠολιτισμόςΑίθουσα Σύνταξης

Σκαλίζοντας το ξύλο, σμιλεύοντας τη μνήμη

Η ζωντανή ιστορία ενός κτηνοτροφικού χωριού, του Χαλικίου Ασπροποτάμου, παρουσιάζεται μέσα από μία διαφορετική έκθεση, που φιλοξενείται από σήμερα στο Ίδρυμα Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή.

Η ζωή των κτηνοτρόφων του Χαλικίου παρουσιάζεται μέσα από φωτογραφικά τεκμήρια, από ξυλόγλυπτα έργα αλλά και από τον λόγο τους, κρατώντας ζωντανό τον δεσμό με μια ζωή που αλλάζει ανεπιστρεπτί.
Η έκθεση, που αποτελεί μια ιδέα και επιμέλεια της Νατάσας Δρόσου-Λαιμού, παρουσιάζει φωτογραφίες κυρίως από τη δεκαετία του 1950 μέχρι τις μέρες μας, καθώς και κλίτσες, ρόκες και άλλα ξυλόγλυπτα αντικείμενα, που έφτιαχναν και εξακολουθoύν να φτιάχνουν στο Χαλίκι, δίνοντας έμφαση στις δημιουργίες του Χρήστου Γκέβρου. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στο συνοδευτικό σημείωμα, «την ώρα του στάλου, όταν όλα ησυχάζουν, ο τσοπάνος πιάνει τη σμίλη και σκαλίζοντας το ξύλο, αφήνεται στους λογισμούς του…».
Η κ. Δρόσου – Λαιμού, στο πλαίσιο των ερευνητικών και επιστημονικών της δραστηριοτήτων, από το 1970 και μετά άρχισε να καταγράφει αφηγήσεις για τη ζωή των Χαλικιωτών στα βοσκοτόπια του Χαλικίου και στα χειμαδιά καθώς και τα τραγούδια τους. Σπούδασε νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Warwick με θέμα της διατριβής της «Η ιστορία τριών Βλάχικων χωριών της Πίνδου (Χαλικίου, Καλαρρυτών και Συρράκου)». Αργότερα πήρε δίπλωμα Τουρκικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Ανατολικών και Αφρικανικών Σπουδών του Λονδίνου, όπου απέκτησε και το διδακτορικό της δίπλωμα, με τη διατριβή της «Λογοτεχνικά θέματα σχετικά με την Μικρασιατική Καταστροφή στην Ελλάδα και τον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας στην Τουρκία». Είναι επισκέπτης ερευνητής στο King’s College, του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, από το 2017 συγκαταλέγεται μεταξύ των Επιτρόπων της Γενναδείου Βιβλιοθήκης και από το 2022 είναι μέλος του συμβουλίου του AngloHellenic League στο Λονδίνο. Είναι, επίσης, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής του Ελληνικού Κέντρου του Λονδίνου και με αυτήν την ιδιότητα έχει οργανώσει ένα μεγάλο αριθμό πολιτιστικών εκδηλώσεων για την προβολή του ελληνικού πολιτισμού στο εξωτερικό.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της έκθεσης;

Κάθε καλοκαίρι έρχομαι στα Γιάννενα από το Χαλίκι Ασπροποτάμου, όπου περνώ μεγάλο μέρος των διακοπών μου. Απαραίτητη είναι μία επίσκεψη στο ίδρυμα Γκανή, όπου ξέρω πως θα δω κάποια ενδιαφέρουσα έκθεση. Σε μία από τις επισκέψεις μου ρώτησα τον πρόεδρο του ιδρύματος, τον κ. Μάργαρη, αν θα υπήρχε ενδιαφέρον να γίνει μιά έκθεση σχετικά με τα ξυλόγλυπτα ενός χαρισματικού Χαλικιώτη, του Χρήστου Γκέβρου. Δυό τρία χρόνια μετά, το φθινόπωρο του 2022, έλαβα την πρόταση για μια τέτοια έκθεση. Και βέβαια δέχτηκα με πολύ μεγάλη χαρά, μιας και το Ίδρυμα Γκανή στα Γιάννενα είναι ο ιδανικός τόπος να παρουσιαστεί, μαζί με τα ξυλόγλυπτα, και ένα μικρό μέρος της ζωντανής ιστορίας του Χαλικίου, του τελευταίου χωριού της Θεσσαλικής Πίνδου κοντά στις πηγές του Αχελώου στο σύνορο με την Ήπειρο.

Ποια είναι η ιστορία του Χαλικίου και τι εννοείτε με τη ζωντανή ιστορία;

Η ύπαρξη του χωριού με το σημερινό του όνομα τεκμηριώνεται ήδη από το πρώτο μισό του 14ου αιώνα και με συνεχή παρουσία σε αρχειακές πηγές μέχρι τις μέρες μας. Ένα από τα στοιχεία που αποκομίζουμε από τη μελέτη τους, είναι ότι η απασχόληση των κατοίκων ήταν από αιώνες η κτηνοτροφία. Πράγματι το Χαλίκι, ακόμη και τώρα, κατοικείται κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες από κτηνοτρόφους, που ανεβάζουν τα ζώα τους από τα χειμαδιά του θεσσαλικού κάμπου στα καλοκαιρινά βοσκοτόπια του χωριού. Αυτή η διαδικασία είναι τεκμηριωμένη τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα. Η επίσημη ιστορία του χωριού είναι λίγο πολύ γνωστή και εμπλουτίζεται διαρκώς με την αρχειακή έρευνα. Στην έκθεση οι ίδιοι οι κτηνοτρόφοι παίρνουν τον λόγο και δίνουν μιά μικρή εικόνα ενός τρόπου ζωής που ανήκει στο πρόσφατο παρελθόν. Οι αφηγήσεις τους–άγραφος μνήμη- πλαισιώνεται από φωτογραφίες της δεκαετίας του 1950 και μέχρι τις μέρες μας καθώς και από ξυλόγλυπτα αντικείμενα.

Η ξυλογλυπτική είναι παραδοσιακή τέχνη στο Χαλίκι;

Ναι, βέβαια. Πρώτα πρώτα οι τσοπαναραίοι σκάλιζαν την κλίτσα, που τους ήταν απαραίτητη για την βοσκή. Ακόμη και τώρα, όπως θα δείτε στις φωτογραφίες, οι Χαλικιώτες,ακόμη κι αν δεν έχουν πια πρόβατα, δεν την αποχωρίζονται. Ήταν το όπλο τους στα νιάτα τους –μόνο στην εκκλησία μπαίνουν ξαρμάτωτοι- και το στήριγμά τους στα γηρατειά. Εκτός από κλίτσες, έφτιαχναν και στεφάνια για τα κουδούνια των προβάτων, κλειδοπίνακα για να βάζουν το τυρί τους, τσιμπούκια για τον καπνό τους, αλλά και αντικείμενα για τις γυναίκες στο σπίτι με πρώτη πρώτη τη ρόκα για το γνέσιμο. Φυσικά κάποιοι είχαν μεγαλύτερη δεξιοτεχνία από άλλους. Στη έκθεση έμφαση δίνεται στις δημιουργίες του χαρισματικού Χρήστου Γκέβρου, που εξακολουθεί να σκαλίζει και να επινοεί σχέδια φτιαγμένα με μεράκι και προσήλωση στη λεπτομέρεια. Εκτός από τα σκαλιστά του, οι απλές κλίτσες του εντυπωσιάζουν με την τελειότητά τους!

Τι είδους ξύλα χρησιμοποιούσαν;

Πιο εύκολο και συνηθισμένο ήταν το ξύλο από έλατο. Για τις κλίτσες, όμως, το ξύλο της κρανιάς. Περιζήτητο για τη λαβή της κλίτσας αλλά και για τα σκαλιστά ήταν το πυξάρι, που δεν υπάρχει στο Χαλίκι, το έφερναν από αλλού. Επίσης και η ρίζα ενός θάμνου που βγάζει μικρό κόκκινο καρπό, το λένε στο Χαλίκι «το φαγητό της πέρδικας» ή οντρόγκι στα βλάχικα. Με αυτό φτιάχνουν φυλαχτά. Αλλά για να έχει αποτρεπτική ιδιότητα, πρέπει o θάμνος να βρίσκεται τόσο μακριά από το χωριό ώστε να μην ακούγεται το λάλημα του κόκκορα!

Ποια είναι η πηγή των εκθεμάτων;

Υπάρχουν ξυλόγλυπτα που ανήκουν σε ιδιωτική συλλογή, καθώς και άλλα που πρόσφερε ευγενικά ο Χρήστος Γκέβρος. Οι φωτογραφίες ανήκουν σε αρχεία οικογενειών του χωριού καθώς και του ελβετού Justin Winkler, που επισκέφτηκε το Χαλίκι στη δεκαετία του 1970. Εδώ θα ήθελα επίσης να αναφέρω τη συνεργάτιδά μου Ντόρα Πικιώνη, που με βαθιά ευαισθησία σχεδίασε την έκθεση και τα συνοδευτικό έντυπο υλικό.
Ευελπιστούμε ότι τα εκθέματα, τα οποία συνοδεύονται από τον λόγο των ίδιων των κτηνοτρόφων, που αφηγούνται την εμπειρία τους από τη ζωή κοντά στα πρόβατα και στο βουνό, θα δώσουν στον επισκέπτη την εικόνα, όσο αποσπασματική και μικρή κι αν είναι, ενός τρόπου ζωής από το πρόσφατο παρελθόν που αλλάζει διαρκώς.

Έχει αλλάξει πολύ το Χαλίκι από την εποχή των γονέων σας;

Οι γονείς μου πήγαιναν κι εκείνοι για τις καλοκαιρινές τους διακοπές στο Χαλίκι από μικροί και το γνώρισαν πριν το κάψουν οι Γερμανοί το 1943, όταν το χωριό έμοιαζε περισσότερο, για παράδειγμα, με το Συρράκο όπως είναι σήμερα, όταν δεν υπήρχε αμαξιτός δρόμος και οι άνθρωποι με τα κοπάδια ανέβαιναν και κατέβαιναν από τα χειμαδιά στον Θεσσαλικο κάμπο με τα πόδια, όταν πολλοί από τους κτηνοτρόφους δεν είχαν μόνιμη κατοικία τον χειμώνα και τον περνούσαν σε καλύβες. Κάποια βιώματα, όπως επιδρομές ληστών, μοιάζουν με παραμύθια, μα τα έζησε η οικογένειά μου ακόμη στην δεκαετία του ’20. Τα πράγματα άλλαξαν και από τότε που θυμάμαι εγώ από τις αρχές της δεκαετίας του ’60- θυμάμαι το χωριό μισο-ερειπωμένο, το θερινό σχολείο που λειτουργούσε – πολλά παιδιά δεν πηγαίναν σχολείο τον χειμώνα στον κάμπο και αρκετά δεν έβγαλαν ακόμη και το δημοτικό. Έκανα μια έρευνα στην δεκαετία του ’80 και θυμάμαι πως η απάντηση μερικών στο ερώτημα «πού γεννηθήκατε;», ήταν «στον δρόμο» από ή προς τον θεσσαλικό κάμπο που έπαιρνε μέρες. Το ρεύμα έφτασε στο Χαλίκι μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’80 και μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’90 υπήρχε μόνο ένα κοινοτικό τηλέφωνο, αν λειτουργούσε και αυτό. Ο αμαξιτός δρόμος, η ασφαλτόστρωση, η σταθερή και μετά η κινητή τηλεφωνία, το διαδίκτυο άλλαξαν πολύ πρόσφατα τη σχέση των ανθρώπων με τον τόπο, όπως λίγο παλιότερα η μόνιμη εγκατάσταση τον χειμώνα και η παιδεία είχαν ανοίξει για τους Χαλικιώτες άλλους δρόμους, πέρα από την κτηνοτροφία. Και ενώ έχουμε σε όλες τις εποχές την αίσθηση ότι κάτι άλλαξε πολύ πρόσφατα –την εκφράζουν ακόμη και οι περιηγητές που πέρασαν από τα μέρη μας τον προπερασμένο αιώνα, βλέπουμε ότι η κτηνοτροφία συνεχίζει να υπάρχει και ακούμε ακόμη τον λόγο των κτηνοτρόφων που είναι ζωντανός δεσμός με το παρελθόν.

Πώς είναι η ζωή στο Χαλίκι τα τελευταία χρόνια;

Στο Χαλίκι υπάρχει ακόμη ανθηρή η κτηνοτροφία αλλά η ζωή στο χωριό αλλάζει σιγά σιγά. Τα ζώα μετακινούνται από τα χειμαδιά στα καλοκαιρινά βοσκοτόπια και πίσω, όχι με πορεία ημερών, όπως θα δούμε σε φωτογραφίες της έκθεσης, αλλά με φορτηγά αυτοκίνητα. Οι τσοπαναραίοι ανεβαίνουν στα μαντριά με αγροτικά όχι με άλογα. Όμως ο τρόπος της βοσκής και της αρμεγής στα μαντριά παραμένει αναλλοίωτος. Και ενώ η ζωή των νεαρών κτηνοτρόφων κοντά στα πρόβατα είναι απείρως πιο εύκολη από αυτή των πατεράδων τους, σιγά σιγά στρέφονται προς άλλα επαγγέλματα. Πάντως, είτε με πρόβατα είτε χωρίς, οι Χαλικιώτες συνεχίζουν την παράδοση της εποχιακής μετακίνησης και δεν παραλείπουν να ανεβαίνουν από τους κάμπους στα μαγικά Χαλικιώτικα βουνά για να περάσουν το καλοκαίρι.

Το Ίδρυμα «Ιωσήφ και Εσθήρ Γκανή» στεγάζεται στην οδό Σούτσου 26 και οι ώρες λειτουργίας του είναι Δευτέρα έως Παρασκευή, από τις 9 το πρωί έως τις 2 το μεσημέρι, καθώς και 6 με 9 το απόγευμα κάθε Τετάρτη. Πληροφορίες στο τηλέφωνο 2651036517 και στο e-mail idrymagani@gmail.com.