Η συντηρητική παράταξη βάλθηκε εδώ και καιρό να επιβάλει στην χώρα μας τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, με κάθε νόμιμο (αναθεώρηση Συντάγματος) η και παράνομο τρόπο (π χ πρόσφατη καταστρατήγηση του νόμου με την χορήγηση της πρώτης άδειας λειτουργίας «πανεπιστημίου» ιδιωτικού φορέα).
Τα προβαλλόμενα επιχειρήματα ηχούν από έωλες έως σοφιστικές νοητικές κατασκευές (δικαιολόγηση αδικαιολόγητων). Η λίστα των δήθεν επιχειρημάτων βρίθει από κοινοτοπίες και αντιφάσεις και συνοψίζεται στα:
1ον Ιδρύονται και σε άλλες χώρες.
2ον Θα ενισχύσουν τον ανταγωνισμό με τα δημόσια πανεπιστήμια.
3ον Θα είναι μη κρατικά αλλά και μη κερδοσκοπικά.
4ον Θα δημιουργήσουν κύμα εισροής αλλοδαπών φοιτητών, που η διαμονή τους στην χώρα θα αφήνει συνάλλαγμα.
5ον Θα δώσει το δικαίωμα για μόρφωση σε περισσότερους νέους.
1ον Αν εξαιρέσουμε το ΗΒ και τις ΗΠΑ, όπου το αγγλοσαξονικό (καλβινικής αντίληψης) άκρως φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο έχει αναγάγει και την παιδεία σε συναλλακτικό αντικείμενο (είναι σε όλους γνωστό πως η ανώτατη εκπαίδευση στο ΗΒ αποτελεί ίσως την πιο βαριά και πλέον εξαγώγιμη σε όλες τις χώρες του κόσμου βιομηχανία του), σε ουδεμία άλλη αναπτυγμένη χώρα της ηπειρωτικής Ευρώπης, και του κόσμου, παρατηρείται το φαινόμενο κατά το οποίο τα λεγόμενα «ιδιωτικά πανεπιστήμια» φυτρώνουν «σαν μανιτάρια».
Κάτι τέτοιο συμβαίνει σε υπανάπτυκτες η αναπτυσσόμενες χώρες του πλανήτη, και η αποκλειστική αποστολή τους είναι η ακώλυτη και διαχρονική υπεροχή σε εκπαιδευτικές δυνατότητες των γόνων της οικονομικής ελίτ αυτής της κατηγορίας χωρών (στις οποίες το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα έτσι και αλλιώς ανεπαρκεί, λόγω ακριβώς της υπανάπτυξης), μιας ελίτ η οποία θέλει και μπορεί υπ’ αυτές τις συνθήκες να ηγεμονεύει οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά στις αντίστοιχες χώρες.
Στις αναπτυγμένες αντιθέτως χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, τα εναπομείναντα σήμερα ιδιωτικά πανεπιστήμια στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύουν μια περίπτωση «ιστορικής αδράνειας», υπό την έννοια της διατήρησης ακόμη εν ζωή εκπαιδευτικών δομών, που είχαν αναπτυχθεί άλλοτε (στο ευρωπαϊκό παρελθόν) στην βάση της ξεπερασμένης ως άνω ταξικά μεροληπτικής λογικής, αλλά που στην εξελικτική πορεία των πραγμάτων έδωσαν την σκυτάλη τους στα συνταγματικώς θεσπισμένα ευρωπαϊκά κρατικά πανεπιστήμια.
Στην Γερμανία επί παραδείγματι ιδιωτικά πανεπιστήμια είχαν ιδρυθεί, και κάποια είναι σε λειτουργία ακόμη, από μεγάλους βιομηχανικούς ομίλους (πχ BASF, BMW κοκ), κάποια άλλα από εμπορικές κοινοπραξίες, θρησκευτικά δόγματα κοκ. Παραδοσιακά τα ιδιωτικά πανεπιστήμια εξειδικεύονταν κυρίως στην προσφορά συγκεκριμένων επαγγελματικών και διοικητικών δεξιοτήτων, προς χάριν παραγωγής ηγετικών στελεχών μεγάλων οικονομικών ομίλων και αναπαραγωγής της διοικητικής ελίτ της εκάστοτε κρατικής, τοπικής και εκκλησιαστικής εξουσίας. Ελάχιστα από αυτά που συνεχίζουν να λειτουργούν σήμερα στην Γερμανία, είναι πιστοποιημένα για απονομή διδακτορικών η άλλων μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών, κατατασσόμενα στην ουσία στο επίπεδο της ανώτερης επαγγελματικής εκπαίδευσης. Ένα ελάχιστο ποσοστό (κάτω του 10 τοις εκατό) της γερμανικής νεολαίας σήμερα φοιτεί σε αυτά, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των νέων στρέφεται προς- και προτιμά τα δημόσια πανεπιστήμια.
2ον Όχι μόνο δεν θα ενισχύσουν τον διαπανεπιστημιακό ανταγωνισμό στην χώρα μας, τουναντίον θα καθιερώσουν μία νέα πιο υποβαθμισμένη βάση ανταγωνισμού. Η επάρκεια και συνεισφορά στον επιστημονικό ανταγωνισμό (ενός ιδιωτικού πανεπιστημίου εν προκειμένω), δεν θα καθοριστεί από τις οποιεσδήποτε (δευτερεύουσας σημασίας) καλλωπιστικές εικόνες της «συσκευασίας» του. Είναι το επίπεδο των φοιτούντων κυρίως εκείνο, που στην διάρκεια του χρόνου καθορίζει και την τελική θέση, που ένα ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα καταλαμβάνει στον εκπαιδευτικό χάρτη. Εν προκειμένω η υψηλή ποιοτική σύσταση του φοιτητικού δυναμικού του δημόσιου πανεπιστημίου σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με το μη επιλέξιμο (κατά κανόνα απορριφθέν από τις αξιολογικές διαδικασίες εισαγωγής στο δημόσιο) φοιτητικό δυναμικό του οποιουδήποτε ιδιωτικού πανεπιστημίου, όπου τα κριτήρια αποδοχής και εγγραφής φοιτητών έχουν όχι ποιοτικά αλλά αποκλειστικά οικονομικά χαρακτηριστικά. Εκείνο που αναμένεται να συμβεί, στην περίπτωση συνύπαρξης εντός της ίδιας χώρας πανεπιστημίων, όπου το ποιοτικό επίπεδο των φοιτούντων της μιας κατηγορίας (ιδιωτικού) απέχει αντικειμενικώς σε σχέση με της άλλης (δημοσίου) «παρασάγγας», είναι πως και το μέσο επίπεδο του τελικώς παραγόμενου ανομοιογενούς μείγματος επιστημονικού δυναμικού θα έχει ποιοτικώς επηρεαστεί αρνητικά, κάτι το οποίο βεβαίως έχει ήδη συμβεί σε αυτή την χώρα σε αρκετούς επιστημονικούς κλάδους (αναφέρω ενδεικτικά τον χώρο των ιατρών και μηχανικών) με την αθρόα εισαγωγή στο παρελθόν αποφοίτων (αποτυχόντων εισαγωγής στα εγχώρια δημόσια πανεπιστήμια προηγουμένως, παρόλη την οικονομική τους δυνατότητα για ενισχυτική διδασκαλία) από πανεπιστήμια του εξωτερικού (παλαιότερα από την Ιταλία, πιο πρόσφατα από τις χώρες των Βαλκανίων). Το τοπίο, δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί, πως θα θυμίζει και πάλι κάτι από μια αλλόκοτη ποδοσφαιρική «λίγκα» όπου συμμετέχουν ομάδες επαγγελματικής κατηγορίας, «φύρδην μίγδην» με ερασιτεχνικά σωματεία, τοπικούς αθλητικούς συλλόγους, συνοικιακές ομάδες κοκ. Πανσπερμία ομάδων και «παικτών» (με πτυχία βεβαίως!), ποιότητα παιχνιδιού «κλοτσοπατινάδα».
3ον «μη Κρατικά αλλά μη Κερδοσκοπικά»! Εδώ προς κατανόηση δεν απαιτείται προσφυγή σε ποδοσφαιρικά μεταφορικά ανάλογα. Εδώ χρειάζονται μεταφυσικού τύπου αναλύσεις περί της υπόστασης του “είναι”. Όμως αντ’ αυτών ίσως αρκούν κάποια λογοπαίγνια (που από την μία αναδεικνύουν το παράλογο της τοποθέτησης ενώ από την άλλη σκιαγραφούν και την τραγελαφικότητά της), όπως το: «ολίγον τι έγκυος», η το:«είναι και δεν είναι, κάποτε ήταν αλλά τώρα δεν ξέρει αν είναι και τι είναι» (σοφιστείες έκδοσης 21ου αιώνα). Ερώτημα γεννάται εάν χθές 17/06/2026 ο κύριος Ανδρουλάκης, αποδεχόμενος την αερολογία της “δεξιάς” σοφιστείας περί «μη κρατικών αλλά και μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων», έχει επίγνωση ότι ξεπλένει σε μία «προοδευτική κολυμβήθρα» μία πρόταση συνταγματικής αναθεώρησης που βρίθει από ύπουλη ταξική υστεροβουλία και κοινωνική συντηρητικότητα;
4ον Μία χώρα, την γλώσσα της οποίας μιλούν είκοσι μέχρι το πολύ τριάντα εκατομμύρια άνθρωποι στον πλανήτη (των πέντε δισεκατομμυρίων ψυχών), το να γίνει η Ελλάδα, σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, ένα ανταγωνιστικό κέντρο (hub) εξαγωγής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, φαντάζει ως μία πολύ ρομαντική, ελάχιστα πραγματοποιήσιμη όμως επιθυμία. Αν ήταν αμελητέας σημασίας η ως άνω επισήμανση τότε τα δημόσια ελληνικά πανεπιστήμια θα είχαν ήδη καταστήσει πραγματικότητα τον ρομαντικό αυτό «ιδεασμό», αφού και οι προϋποθέσεις υποδοχής-εγγραφής αλλοδαπών σε αυτά ήταν και είναι πολύ ελαστικές και το κόστος των διδάκτρων ασυγκρίτως χαμηλότερα από εκείνο των ιδιωτικών. Όλοι μας είχαμε αλλοδαπούς συμφοιτητές στο ελληνικό πανεπιστήμιο, από τις αραβικές κυρίως χώρες, η διεθνής όμως ζήτηση για πανεπιστημιακές σπουδές στην Ελλάδα δεν άλλαξε στο διάστημα των πέντε τουλάχιστον τελευταίων δεκαετιών, παρόλες τις ευνοϊκές συνθήκες που πάντα επικρατούσαν για τους υποψήφιους ξένους φοιτητές. Τίποτα δεν προδιαγράφει, πως η έλευση των κοστοβόρων (και ποιοτικώς υποδεέστερων) ιδιωτικών πανεπιστημίων, είναι ικανή να επιφέρει κάποια αλλαγή όσον αφορά το συγκεκριμένο θέμα.
5ον Επί χρόνια τώρα ο κύριος πολιτικός εκφραστής της οικονομικής ολιγαρχίας δίνει εθνικές διαστάσεις, και μάλιστα επείγουσας σημασίας, στην ανάγκη ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων. Για να συμφωνήσει κάποιος με την άποψη αυτή θα πρέπει πρώτα να έχει συμφωνήσει με την ταξικώς υστερόβουλη και κοινωνικώς διαβλητή αντίληψη πως η οικονομική ολιγαρχία και τα παραφερνάλιά της (πολιτικό εποικοδόμημα, εγκάθετη πνευματική ηγεσία και όλος ο πολυσυλλεκτικός πολιτισμικός και προπαγανδιστικός μηχανισμός που συνθέτει το σύστημα της), αποτελούν (όπως αυτάρεσκα υπαινίσσονται σε κάθε ευκαιρία) τον «Εθνικό κορμό» της χώρας, και πως άρα η διατήρηση της δικής τους ισχύος εγγυάται και την προαγωγή του εθνικού συμφέροντος. Ο μόνος πραγματικός σκοπός ίδρυσης ιδιωτικών πανεπιστημίων για το σύστημα αυτό (πέραν των οποιωνδήποτε προφάσεων) είναι η ανάκτηση από το ίδιο της στατιστικής κυριαρχίας επί της κατοχής ακαδημαϊκών τίτλων, η οποία διαταράχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες λόγω της ύπαρξης και λειτουργίας των δημόσιων πανεπιστημίων. Η “Κοινωνική Συντήρηση” θέλει να υποβαθμίσει την αξία των πιο αδιάβλητων, μέχρι σήμερα, εξεταστικών διαδικασιών ακαδημαϊκής επιλεξιμότητας που υπήρξαν σε αυτή την χώρα (των πανελλήνιων δηλαδή εξετάσεων), οι οποίες επέτρεψαν την απόκτηση ακαδημαϊκών τίτλων από νέους χαμηλών οικονομικών στρωμάτων (παρά την διαρκή και πανταχού παρούσα οικονομική ανισότητα και άρα κοινωνική διαβλητότητα στην παροχή ισότιμων ευκαιριών και προϋποθέσεων μάθησης στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση) και μέσω αυτής την επίτευξη κάποιου βαθμού κοινωνικής πλαστικότητας. Ουδεμία σχέση έχει το σύστημα της κοινωνικής συντήρησης (παρόλες τις φραστικές μεγαλοστομίες του) με την αριστεία και την αξιοκρατία. Ούτε η απόκτηση ποιοτικών ακαδημαϊκών τίτλων το ενδιαφέρει, απλά επιθυμεί και επιδιώκει τον έλεγχο της απονομής οποιουδήποτε κατ’ όνομα ακαδημαϊκού τίτλου, αρκεί αυτός να έχει ψηλή συμβολική αξία στο χρηματιστήριο αξιών. Το «χαρτί» και η τυπική του αξία είναι το ζητούμενο. Παρακάμπτοντας την μοναδική ίσως μέχρι σήμερα αντικειμενική «εγγύηση ακαδημαϊκής επάρκειας» σε αυτή την χώρα (που συνιστούν οι πανελλήνιες εξετάσεις) και έχοντας ανά χείρας «ακαδημαϊκό τίτλο», το πεδίο είναι ελεύθερο, για το σύστημα της διαπλοκής και της συναλλαγής, για να παρακάμψει κάθε άλλη διαχειρίσιμη πλέον αξιοκρατική διαδικασία (του ΑΣΕΠ μη εξαιρουμένου), προκειμένου να αναπαράξει στρατιές πρόθυμων και «ομόδοξων» ανθρώπινων πολιτισμικών κλώνων που θα επανδρώσουν όλες τις καίριες θέσεις της διοικητικής μηχανής, με τελικό αποτέλεσμα την αναπαραγωγή του δικού του διεφθαρμένου και ιδιοτελούς εαυτού. Διότι μετά την απόκτηση του «πολυπόθητου ακαδημαϊκού τίτλου» το ίδιο το σύστημα και το πολιτισμικό του υπόβαθρο μεριμνά, επιτρέπει και ευνοεί ώστε το «παιχνίδι της επιλογής-διαλογής» να ανατίθεται στα «φουσκωμένα» βιογραφικά, στο πόσο επιτήδειος μπορεί να είναι κάποιος στην κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, στο πόσο καπάτσος αποδεικνύεται στην πλαστογράφηση «τεκμηρίων» ικανότητας, και το κυριότερο στο πόσο ισχυρός και διαθέσιμος είναι στο να εισχωρεί και να ενσωματώνεται σε κύκλους επιρροής (lobbying), σε σκοτεινά κλαμπ συμφερόντων-συναλλαγής και σε εγχώριες και διεθνείς στοές του «βαθέως κράτους».
ΕΛΛΑΣ ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΣΟΥ!
ΙΩΑΝΝΙΝΑ 18/06/2026
Dr ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΩΤΣΗΣ
