Ένα μυθιστόρημα για τα όνειρα που θάβονται σιωπηλά, για τις γυναίκες που έμαθαν να στηρίζουν όλους τους άλλους εκτός από τον εαυτό τους και για τη στιγμή που η αυτοεκτίμηση γίνεται πράξη ελευθερίας.
Στον Ηπειρωτικό Αγώνα φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Ελένη Ισπόγλου, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Για όσα τόλμησα», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ιβίσκος. Η Ελένη Ισπόγλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πρέβεζα, σπούδασε Πολιτικός Μηχανικός στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε για χρόνια σε τεχνικές εταιρείες στο Λονδίνο. Σήμερα δραστηριοποιείται στον χώρο των social media, ενώ η αγάπη της για τη λογοτεχνία υπήρχε από τα εφηβικά της χρόνια. Εμπνέεται από αληθινές ιστορίες, γράφει για τις σχέσεις και την αυτογνωσία και φαίνεται πως γνωρίζει καλά ότι πίσω από κάθε φαινομενικά ήρεμη ζωή μπορεί να κρύβεται ένας άνθρωπος που παλεύει να ακουστεί.
Στο «Για όσα τόλμησα», η Δάφνη είναι μια γυναίκα που για χρόνια έβαλε τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές της. Σύζυγος, μητέρα, εργαζόμενη, άνθρωπος δοτικός και υπομονετικός, άφησε το προσωπικό της όνειρο στη σκιά, μέχρι τη στιγμή που αποφασίζει να το διεκδικήσει και να εκδώσει το πρώτο της βιβλίο. Εκεί όπου θα περίμενε χαρά, στήριξη και περηφάνια από τον άνθρωπο που έχει δίπλα της, συναντά ειρωνεία, υποτίμηση και συναισθηματική απόσταση. Ο Θάνος δεν χαίρεται με τη χαρά της. Τη μικραίνει, αμφισβητεί την αξία της και αντιμετωπίζει την επιτυχία της σαν απειλή.
Κυρία Ισπόγλου, στο «Για όσα τόλμησα» η Δάφνη πραγματοποιεί ένα βαθιά προσωπικό όνειρο, την έκδοση του πρώτου της βιβλίου, όμως αντί για στήριξη από τον σύζυγό της συναντά ειρωνεία και υποτίμηση. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο να φωτίσετε μέσα από αυτή τη σχέση: την έλλειψη αγάπης ή τον φόβο που νιώθει ένας άνθρωπος όταν βλέπει τον άλλον να δυναμώνει;
Σταθήκατε ακριβώς στην καρδιά της ιστορίας με αυτή την ερώτηση. Για μένα δεν είναι ξεχωριστά αυτά τα δύο θέματα. Το ένα φέρνει στο φως το άλλο. Ο Θάνος δεν είναι άνθρωπος χωρίς συναίσθημα. Έχει συνηθίσει μια ισορροπία μέσα στη σχέση και ξαφνικά βλέπει τη σύζυγό του, τη Δάφνη να πατά στα πόδια της, να γίνεται κάτι παραπάνω από αυτό που ήξερε μέχρι χθες. Αυτό τον τρομάζει. Την αγαπά, ή νομίζει πως την αγαπά μέσα σε ένα πλαίσιο που έχει συνηθίσει, που έχουν συνηθίσει κι οι δύο για να το πω καλύτερα. Βλέποντας όμως πως η Δάφνη δεν χρειάζεται πλέον την έγκρισή του για αποφάσεις της ζωής της, αυτό τον κάνει να νιώθει πως χάνει τον ρόλο του, αυτόν του ελεγκτικού συζύγου. Κι από ανασφάλεια, αρχίζει η υποτίμηση ως άμυνα.
Πιστεύω πολλές γυναίκες θα αναγνωρίσουν αυτή τη στιγμή, που περιμένουν ένα μπράβο για κάτι που έχουν καταφέρει κι αντί αυτού παίρνουν ειρωνεία. Αυτό που θέλω να μείνει στους αναγνώστες είναι πως η χαρά μας δεν χρειάζεται την άδεια κανενός.
Η Δάφνη είναι μια γυναίκα που για χρόνια στήριζε τους άλλους, έβαζε την οικογένεια και τις υποχρεώσεις μπροστά, αφήνοντας το δικό της όνειρο σε δεύτερη μοίρα. Πόσο συχνά πιστεύετε ότι οι γυναίκες εκπαιδεύονται να θεωρούν την προσωπική τους επιθυμία σχεδόν ενοχή;
Συζητώντας με πολλές γυναίκες πριν γράψω το «Για όσα τόλμησα» κατέληξα στο συμπέρασμα πως οι περισσότερες από εμάς μεγαλώσαμε βλέποντας τις μητέρες μας, τις γιαγιάδες μας, να δίνουν τα πάντα και να ζητούν ελάχιστα. Έτσι μέσα μας πέρασε το μήνυμα πως η αξία μας μετριέται από όσα προσφέρουμε στους άλλους κι όχι από τα δικά μας επιτεύγματα. Έτσι, όταν μια γυναίκα βάζει επιτέλους τον εαυτό της πρώτο, νιώθει σαν να κάνει κάτι λάθος και πνίγεται από ενοχές.
Η Δάφνη θέλει να ανθίσει έχοντας αυτό το βάρος μέσα της. Το όνειρό της δεν είναι παραξενιά, είναι ανάγκη που έθαψε για χρόνια επειδή έμαθε να βάζει τον εαυτό της τελευταίο στη λίστα. Αυτό που ήθελα να δείξω με την ιστορία της είναι πως η επιθυμία δεν είναι εγωισμός, όταν υπάρχει λογική γύρω από την πραγματοποίησή της.
Ο Θάνος δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένας αδιάφορος σύζυγος, αλλά ως ένας άνθρωπος που μειώνει, αμφισβητεί και χαλά τη χαρά της Δάφνης. Πώς δουλέψατε έναν τέτοιο χαρακτήρα ώστε να φανεί η λεκτική βία στην καθημερινή της μορφή, εκεί όπου δεν υπάρχουν φωνές πάντα, αλλά υπάρχουν φράσεις που κόβουν;
Αυτό ακριβώς με ενδιέφερε, να δείξω δηλαδή πως υπάρχει και η βία που δεν χρειάζεται χέρι για να πονέσει. Όταν δούλευα τον χαρακτήρα του Θάνο, δεν τον ήθελα κακό με την προφανή έννοια. Τον ήθελα συνηθισμένο, καθημερινό, σαν κάποιον που θα μπορούσε να είναι ο σύζυγος της διπλανής πόρτας. Γιατί η λεκτική βία συχνά κρύβεται ακριβώς εκεί, σε καθημερινές στιγμές που μας τσακίζουν, αλλά τις δικαιολογούμε και τις προσπερνάμε. Είναι φράσεις που στην αρχή δείχνουν αθώες, αλλά επαναλαμβανόμενες σε μειώνουν και σε αποδυναμώνουν.
Ήθελα ο αναγνώστης να αναγνωρίσει αυτό το μοτίβο, γιατί πολλές γυναίκες το ζουν χωρίς να το ονομάζουν. Δεν υπάρχει χτύπημα στο σώμα και έτσι νομίζουν πως δεν έχουν δικαίωμα να νιώθουν άσχημα. Όμως μέσα από μία καθημερινή ιστορία όπως της Δάφνης, καταλαβαίνουμε σιγά-σιγά πως η ειρωνεία μπορεί να κάνει την ίδια ζημιά με ένα βαρύ χέρι, μερικές φορές και χειρότερη, γιατί σε γεμίζει ενοχές και σε κάνει να αμφισβητείς τον εαυτό σου. Σε κάνει να παραμένεις σε μία τοξική σχέση και να σε διαλύει.
Στο βιβλίο φαίνεται καθαρά πως η Δάφνη δεν εγκαταλείπει τον ρόλο της μητέρας όταν διεκδικεί τον εαυτό της. Αντίθετα, η σχέση με την κόρη της μοιάζει βαθιά και ουσιαστική. Θέλατε να απαντήσετε σε εκείνη την κοινωνική αντίληψη που θέλει τη γυναίκα να πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στη μητρότητα και στο προσωπικό της όνειρο;
Σωστά, ήθελα να γκρεμίσω αυτό το δίλημμα που μας έχουν φορτώσει χρόνια τώρα. Μεγαλώσαμε με την ιδέα πως μια καλή μητέρα είναι αυτή που χάνεται μέσα στα παιδιά της, που δεν έχει χρόνο, όνειρα ή ανάγκες δικές της. Και όποια γυναίκα τολμήσει να ζητήσει κάτι παραπάνω κατηγορείται πως είναι εγωίστρια ή πως βάζει τον εαυτό της πάνω από την οικογένεια. Αυτό για μένα είναι ψέμα και ήθελα η Δάφνη να το αποδείξει μέσα από τη σχέση της με την κόρη της.
Όσο η Δάφνη διεκδικεί το όνειρό της, δεν απομακρύνεται από την κόρη της, αντίθετα πλησιάζουν περισσότερο η μία την άλλη. Γιατί η κόρη βλέπει μια μητέρα που παλεύει, που νιώθει, που δεν φοβάται να δείξει την ανθρώπινη πλευρά της και αυτό τη διδάσκει πολλά περισσότερα από μια μητέρα που θυσιάζεται και τελικά πέφτει σε κατάθλιψη. Πιστεύω πως μια γυναίκα που τιμά τον εαυτό της γίνεται καλύτερο παράδειγμα για το παιδί της.
Η Δάφνη δεν αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη. Αντιστέκεται στη συνήθεια, στον φόβο του άγνωστου και σε μια ζωή που, όσο κι αν την πονά, της είναι γνώριμη. Πόσο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να φύγει όχι μόνο από μια σχέση, αλλά από την εικόνα της ζωής που είχε πείσει τον εαυτό του ότι πρέπει να αντέξει;
Νομίζω είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα που καλείται να κάνει ένας άνθρωπος που θέλει να προχωρήσει στη ζωή του. Η συνήθεια έχει μια παράξενη δύναμη. Μας κάνει να νιώθουμε ασφάλεια ακόμα και όταν αυτή η συνήθεια μας πονά, γιατί αυτό το συναίσθημα μας είναι γνώριμο. Το άγνωστο, όση ελευθερία κι αν νιώθουμε πως θα μας φέρει, φοβίζει περισσότερο από τον ίδιο τον πόνο που έχουμε μάθει να αντέχουμε.
Η Δάφνη δηλαδή δεν παλεύει μόνο με τον Θάνο, παλεύει με την εικόνα που η ίδια έχει χτίσει για τη ζωή της, με όλα αυτά που έπεισε τον εαυτό της πως πρέπει να υπομείνει για να θεωρείται καλή σύζυγος, καλή μητέρα, δυνατή γυναίκα. Παλεύει με τον εαυτό της για να σπάσει μέσα της τα δεσμά που την κρατάνε πίσω. Ήθελα να δείξω πως η αλλαγή δεν είναι μια στιγμή, αλλά μια εσωτερική διαδικασία γεμάτη βήματα μπρος και πίσω.
Στην πορεία της ηρωίδας γεννιέται ή αναζωπυρώνεται ένας έρωτας διαφορετικός, ένας έρωτας που δεν την μικραίνει, αλλά τη βλέπει, τη θαυμάζει και τη στηρίζει. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να αντιπαραβάλετε την τοξική συνύπαρξη με μια σχέση όπου υπάρχει αποδοχή, ενθάρρυνση και αληθινή παρουσία;
Ήταν πολύ σημαντικό, ίσως ένα από τα πιο ουσιαστικά κομμάτια της ιστορίας. Ήθελα ο αναγνώστης να δει ξεκάθαρα τη διαφορά. Από τη μια ο Θάνος, που μικραίνει τη Δάφνη όσο εκείνη διεκδικεί το όνειρό της και από την άλλη μια παρουσία που τη βλέπει ακριβώς όπως είναι και τη θαυμάζει χωρίς να φοβάται τη δύναμή της. Αυτή η αντίθεση δεν υπάρχει για να δείξει ποιος είναι ο σωστός άντρας, αλλά για να δείξει στη Δάφνη και σε κάθε γυναίκα που διαβάζει το βιβλίο, πως η αληθινή αγάπη, όπως κι αν είναι η μορφή της τελικά, δεν πρέπει ποτέ να σε υποτιμά.
Αυτός ο νέος έρωτας δεν έρχεται για να σώσει τη Δάφνη. Τη δύναμή της δεν την αντλεί από αυτή την συνάντηση. Αλλά αυτή η σχέση έρχεται για να της δείξει τι σημαίνει να σε βλέπουν χωρίς να σε κρίνουν και να σε στηρίζουν χωρίς να σε ανταγωνίζονται. Αυτό είναι το πιο όμορφο μήνυμα, πως όταν μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας, αναγνωρίζουμε πιο εύκολα ποια αγάπη μας αξίζει πραγματικά.
Το «Για όσα τόλμησα» μιλά για αυτοεκτίμηση, λεκτική βία, απωθημένα όνειρα, σχέσεις που φθείρονται μέσα στη σιωπή και γυναίκες που βρίσκουν ξανά τη φωνή τους. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να διεκδικεί τη ζωή που του αξίζει; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Αν ο αναγνώστης είναι δεκτικός, μπορεί να ανοίξει μια πόρτα μέσα στην ψυχή του που ίσως ήταν κλειστή για χρόνια. Για παράδειγμα, όταν μια γυναίκα διαβάζει για τη Δάφνη και αναγνωρίζει κάτι δικό της, αυτή η αναγνώριση είναι ήδη μια μικρή αρχή. Νιώθει λιγότερο μόνη, καταλαβαίνει πως δεν είναι η μόνη που παλεύει με τη σιωπή ή με την ενοχή για τα δικά της θέλω. Αυτό μπορεί να την ωθήσει να κάνει το πρώτο βήμα στη ζωή της. Το αν θα κάνει τα επόμενα βήματα εξαρτάται καθαρά από εκείνη.
Μπορεί όμως να γίνει και κάτι αντίστοιχο με άντρες αναγνώστες και να μάθουν καλύτερα την ψυχολογία μίας γυναίκας. Το βιβλίο χαίρομαι που διαβάζεται κι από άντρες.
Η λογοτεχνία έχει αξία πέρα από την ψυχαγωγία. Μας δείχνει πως οι ιστορίες των άλλων μπορεί να είναι κι η δική μας ιστορία και πως το δικαίωμα να διεκδικήσουμε τη ζωή που μας αξίζει δεν είναι πολυτέλεια, αλλά ανάγκη που όλοι έχουμε μέσα μας.
Σας ευχαριστώ πολύ.
