Μια ακόμη συνάντηση μαζί τους, να πούμε καλύτερα μια περιήγηση σε τόπους, που αποτελούν αγκωνάρια του πολιτισμού μας, όπως ήταν αυτή της Κυριακής στον Γυφτόκαμπο και στα γύρω Ζαγοροχώρια, σφραγίζει την μακρόχρονη φιλία που συνδέει εμάς με τις γυναίκες της Ομάδας Συνεργασίας του Ελληνικού Οδηγισμού.
«Μακάρι κάθε άνθρωπος στη γη να ζει με ασφάλεια, ελευθερία και αξιοπρέπεια.
Ειρήνη σε όλον τον κόσμο, γαλήνη σε όλη τη γη».
Ξεκινούν πάντα τις περιηγήσεις τους με έναν ύμνο στη ζωή, μια μικρή προσευχή, και με τη σκέψη της ημέρας ως είθισται, σύμφωνα πάντα με τις αξίες και τα κελεύσματα του Οδηγισμού, τον οποίο υπηρέτησαν εθελοντικά σχεδόν από παιδιά οι περισσότερες. Και κλείνουν με τον αποχαιρετισμό της ημέρας και συλλήβδην της Οδηγικής χρονιάς, έμπλεες χαράς κι ευγνωμοσύνης, που γεύτηκαν τα καλά της ζωής για μια ακόμη μέρα, που ξημερώνει και βραδιάζει. «Καθώς κλείνει αυτή η χρονιά, ας μείνουν στις καρδιές μας η χαρά της συντροφιάς, η δύναμη της προσφοράς, και η τόλμη να κάνουμε τον κόσμο λίγο καλύτερο. Η Νίκη Λέλου καλείται να πάρει το μικρόφωνο συνήθως, για να χαιρετήσει, να απευθύνει αυτά τα λόγια στο ξεκίνημα μεν, αλλά και για τον χαιρετισμό το απόγευμα.
Όσο για την «αιώνια» υπεύθυνη της ομάδας Σοφία Παπαστύλου, εκείνη κάθε χρόνο με το κλείσιμο της χρονιάς- βρέξει-χιονίσει στην υγεία της και στη ζωή της- είναι παρούσα, δηλώνει πως είναι το κύκνειο άσμα της αυτό, και πάντα είναι εκεί εράστρια του μικροφώνου, όπως την αποκαλούν.
Αμέσως μετά οι 70 και πλέον άνθρωποι που τους ακολουθούν στο πολιτιστικό αυτό ταξίδι τους, παίρνουν το αναμνηστικό της εκδρομής που είναι λίγα λόγια για την Αδελφότητα Σαρακατσαναίων Ηπείρου, τα οποία εμπλουτίζονται με τα λόγια της Δέσποινας Αθανασοπούλου, παλιού μέλους του Σ.ΕΟ. που συμμετέχει στην αδελφότητα και γνωρίζει από μικρό παιδί σαρακατσάνικης οικογένειας, τον βίο και την πολιτεία των Σαρακατσαναίων. Όμορφος βίος, ταλαίπωρος εν πολλοίς, για τις μετακινούμενες οικογένειες, μα πάντα η ίδια έχει εκπληκτικές εμπειρίες από την παιδική της ηλικία και περιγράφει τα σπίτια τους, που ήταν οι καλύβες, τα κονάκια τους, όπως ήθελαν να τα ονοματίζουν. Περιγράφει τον τρόπο ζωής των κτηνοτρόφων που συνήθως τους χειμώνες κατευθύνονταν προς το Μαργαρίτι Θεσπρωτίας. Δεν μίλησαν ποτέ άλλο ιδίωμα γλώσσας, μας λέει για τους συγκεκριμένους, αλλά το μέλημά τους ήταν πάντα ο Σαρακατσάνος να παντρεύεται Σαρακατσάνα.
Μια μικρή στάση στους Ασπραγγέλους στην αρχή και μια δεύτερη στην επιστροφή στο Τσεπέλοβο, γίνονται η αφορμή να αναφερθούμε σε όσα βιώσαμε εκεί σε επόμενα ρεπορτάζ. Αλλά και μια κουβέντα με τον επιστάτη του άλλοτε παλιού λειτουργούντος σχολειού του χωριού του, τον θυμόσοφο Τσεπελοβίτη Στέφανο, θα συγκινήσει όλους, όπως κι εμάς.
Ο μαθητής ενώπιον της δασκάλας του
Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι εκεί ανάμεσα από τα κονάκια θα συναντούσα έναν μαθητή μου να με καλωσορίζει ακριβώς στο σημείο, όπου βρίσκεται το υποτυπώδες σχολείο της Σαρακατσάνικης Στάνης. Δυο σκαμνάκια από κορμούς δέντρων για θρανία, μια μπάντα κι ένας τορβάς ασπρόμαυρος κρεμασμένος στον τοίχο για σάκα, κι ο Μίλτος Μάστορας, ο μαθητής στο σχολείο Καλπακίου είναι εκεί μπροστά μας. Το δηλώνει με συγκίνηση πως υπήρξε ο μαθητής μας και σήμερα ο δάσκαλος και γυμναστής, ο πρόεδρος της Αδελφότητας Σαρακατσαναίων Ηπείρου στέκει μπροστά μας, ψιλόλιγνος, όμορφος, όπως τότε. Μόνο που τα μαλλιά του γκριζάρισαν λιγάκι. Μας ξεναγεί στη Σαρακατσάνικη Στάνη σε ένα χώρο 20 στρεμμάτων, που αποτελεί ένα από τα καλύτερα υπαίθρια μουσειακά μνημεία, για την μοναδικότητα της αρχιτεκτονικής των Καλυβιών και για την κατασκευή τους στο φυσικό περιβάλλον. Χιλιάδες πρόβατα βοσκούσαν εκεί κάποτε. Αποτελεί πιστή αναπαράσταση του σαρακατσάνικου εποχικού οικισμού. Σήμερα αποτελεί χώρο μουσείου. Μπορεί κάποιος ς να την επισκεφθεί σε όλη τη διάρκεια του χρόνου, όπου λαμβάνουν χώρα διάφορες εκδηλώσεις με κορυφαία το «Αντάμωμα των Σαρακατσαναίων» κάθε πρώτο Παρασκευο-Σαββατο του Αυγούστου. Τότε γεμίζει κόσμο και ζωντάνια η περιοχή και ακούγονται, λένε, τα σαρακατσάνικα τραγούδα ως πέρα στο Σκαμνέλι. Ύστερα βυθίζεται στη σιωπή της για λίγο καιρό με τους μουσαφίρηδες να την επισκέπτονται και πάλι, ιδιαίτερα του καλοκαιρινούς μήνες.
Αυτή την Κυριακή οικογένειες με τα παιδάκια τους απολαμβάνουν τον γάργαρο νερό που κυλά στο ρυάκι ακριβώς εκεί που βρίσκεται υπερυψωμένο το εκκλησάκι τους, ένα παρεκκλήσι που παραμένει σιωπηλό. Παρατηρούμε πως περιηγητές φωτογραφίζουν με μεγάλες φωτογραφικές μηχανές το χώρο, κι άλλοι ξένοι διαβάζουν τα βιβλία τους στις αιώρες, που είναι στημένες ανάμεσα από τα πανύψηλα έλατα ή απολαμβάνουν ένα γεύμα στο παρακείμενο εστιατόριο, όπου τα γευστικά παραδοσιακά εδέσματα έχουν τον πρώτο λόγο. Στο μαγαζάκι αυτό ανταλλάχτηκαν και τα αναμνηστικά δώρα, με τον πρόεδρο Μίλτο να συστήνει τον μαγαζάτορα, ο οποίος καταφθάνει ιδρωμένος από την κουζίνα να πει δυο λόγια και να ευχαριστήσει τους επισκέπτες. Ακολούθησε φαγοπότι και τρικούβερτο γλέντι με χορούς παραδοσιακούς κάτω από το δροσερό, το μαγικό περιβάλλον.
Εκεί δεν γράφτηκε ο επίλογος για μας αυτή την Κυριακή, αλλά μια αρχή και μια υπόσχεση πως θα ξανασυναντηθούμε.
