Στον Η.Α συνομιλούμε με τη συγγραφέα κυρία Ελένη Σίντου με αφορμή την κυκλοφορία του νέου μυθιστορήματος «Η Σονάτα της Άνοιξης» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κύφαντα. Μάς μεταφέρει στα χειμωνιάτικα Ιωάννινα, σε μια πόλη πνιγμένη στην ομίχλη, στα μυστικά και στις σιωπές, που μοιάζει να κρύβει ιστορίες σε κάθε της γωνιά.
Η ηρωίδα της, η Μιχαέλα Θεοδότου, διευθύντρια της Υποδιεύθυνσης Ασφάλειας Ιωαννίνων, βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν κατά συρροή δολοφόνο που αντιμετωπίζει τα θύματά του σαν έργα τέχνης, ενώ ταυτόχρονα παλεύει με το προσωπικό της παρελθόν. Συνδυάζει έντονη δράση, ψυχολογικό βάθος και μια ατμόσφαιρα που κάνει τα Γιάννενα να ζωντανεύουν στις σελίδες.
Κυρία Σίντου, στο «Η Σονάτα της Άνοιξης», τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιλέξετε αυτή την πόλη για να «αγκαλιάσει» την ιστορία και πώς δουλέψατε λογοτεχνικά την ατμόσφαιρά της;
Η απόφαση να τοποθετήσω την κύρια δράση των ηρώων μου στα Ιωάννινα, ήταν ακαριαία. Δεν το επεξεργάστηκα καθόλου. Ξεκίνησα να γράφω και συνειδητοποίησα πως οι λέξεις περιέγραφαν την ατμόσφαιρα της πόλης μου. Μιας πόλης που είναι γεμάτη αντιθέσεις και ατμόσφαιρα noir. Κύριο μέλημα μου ήταν να την αποτυπώσω δίχως υπερβολικό λυρισμό. Έχοντας, βέβαια, πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου, πως η ατμόσφαιρα αποτελεί ένα από τα βασικά συστατικά του αστυνομικού μυθιστορήματος. Εξάλλου, η ομίχλη και η καταχνιά, σε συνδυασμό με τα γραφικά σοκάκια, το κάστρο και τη λίμνη δημιουργούν από μόνα τους μια ατμοσφαίρα μυστηρίου. Ουσιαστικά απέδωσα την ατμόσφαιρα μέσα από τη δική μου οπτική.
Η Μιχαέλα Θεοδότου είναι μια ηρωίδα με έντονη εσωτερικότητα: δυνατή στη δουλειά της, αλλά ευάλωτη, κουρασμένη και συχνά μόνη στην προσωπική της ζωή. Πώς γεννήθηκε μέσα σας αυτός ο χαρακτήρας και πόσο συνειδητά αποφασίσατε να αποφύγετε την «τέλεια» αστυνομική φιγούρα;
Για να είμαι ειλικρινής, η Μιχαέλα Θεοδότου, ήταν εκείνη που με πήρε από το χέρι και με οδήγησε γραμμή τη γραμμή, κεφάλαιο το κεφάλαιο στο χτίσιμο του χαρακτήρα της. Και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει πάντα. Δεν υπήρξε κάποιο συγκεκριμένο πλάνο στο μυαλό μου, με εξαίρεση την κακοποίηση της. Οι τέλειοι χαρακτήρες γενικά δεν με συγκινούν. Τους θέλω ελαττωματικούς. Ανθρώπινους. Θέλω να γράφω και να διαβάζω αντίστοιχα, για κακογυαλισμένους χαρακτήρες που παλεύουν με τους δαίμονες τους. Οπότε, θεωρώ πως η απόφαση να αποφύγω την τέλεια αστυνομική φιγούρα ήταν απόλυτα συνειδητή.
Ο δολοφόνος της ιστορίας αντιμετωπίζει τα εγκλήματα σαν έργα τέχνης, με εμμονή στη λεπτομέρεια και αισθητική προσέγγιση του θανάτου. Από πού αντλήσατε έμπνευση για έναν τόσο ιδιόμορφο ψυχισμό και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να τον αποδώσετε με αληθοφάνεια;
Όταν ήμουν μικρή, η μητέρα μου έβαζε στο ραδιόφωνο τις τέσσερις εποχές του Βιβάλντι. Επίσης, στην βιβλιοθήκη μας πάντα υπήρχαν σε περίοπτη θέση, βιβλία με έργα μεγάλων ζωγράφων. Τα έπαιρνα, τα ξεφύλλιζα και θυμάμαι χαρακτηριστικά πως κάποια από αυτά με συγκλόνιζαν. Έχοντας, αυτές τις ωμές εικόνες στο μυαλό μου, που όμως είχαν αποδοθεί με καλλιτεχνική ευαισθησία, σκέφτηκα πως ο δράστης και το ίδιο το έγκλημα χρειαζόταν μια έξτρα πινελιά. Μια ιδιαιτερότητα. Κάτι διαφορετικό αλλά και γνώριμο. Κάτι που θα ιντριγκάρει τον αναγνώστη και θα τον κρατήσει σε εγρήγορση καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Επίσης, ήθελα ένα ιδιαίτερο φινάλε. Δεν θα έλεγα, πως αντιμετώπισα κάποια μεγάλη πρόκληση για να τον αποδώσω με αληθοφάνεια. Με εξαίρεση το plot twist πριν το μεγάλο φινάλε και τη σύνδεση του με την ιστορία, κινήθηκα ακριβώς όπως και με την Μιχαέλα. Οι ήρωες μου με καθοδήγησαν μέχρι το τέλος.
Η γραφή σας κινείται ανάμεσα στη σκληρότητα των εγκλημάτων και σε λυρικές περιγραφές που αναδεικνύουν την πόλη και τους ήρωες με σχεδόν ποιητικό τρόπο. Πώς βρίσκετε την ισορροπία ανάμεσα στον ρεαλισμό του crime fiction και στην ανάγκη να παραμείνει το κείμενο αισθητικά δουλεμένο;
Δεν υπάρχει λυρισμός και τέχνη, δίχως σκληρότητα αλλά και η ίδια η κοινωνία μας είναι βουτηγμένη στη βια και την ανηθικότητα. Τα τελευταία χρόνια ακούμε για τερατώδη εγκλήματα. Όσο πιο αμείλικτο είναι το έγκλημα, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για λυρικές και συναισθηματικές σκηνές. Είναι κάτι σαν εξιλέωση. Κάτι απαραίτητο για να επιτευχθεί η κάθαρση τόσο τών ηρώων όσο και του αναγνώστη.
Το ταξίδι στη Βαρσοβία αποτελεί σημείο καμπής τόσο για την υπόθεση όσο και για τη Μιχαέλα προσωπικά. Γιατί επιλέξατε αυτή τη γεωγραφική και συναισθηματική μετατόπιση και τι προσθέτει στη συνολική ανάγνωση της ιστορίας;
Λίγους μήνες πριν ξεκινήσω να γράφω τη Σονάτα, είχα κάνει ένα ταξίδι στη Βαρσοβία. Η ατμόσφαιρα της οποίας, καθώς και η αρχιτεκτονική της μου φάνηκαν ταιριαστές με αυτές των Ιωαννίνων. Επίσης και ιστορικά η Βαρσοβία, έχει κάποια κοινά στοιχεία με την πόλη μας. Η βασική σκέψη μου ήταν αυτή. Είχα πραγματοποιήσει τη σύνδεση στο μυαλό μου. Μετά από πολλή σκέψη και επιθυμώντας διακαώς να εντάξω την Πολωνία στην ιστορία, κατέληξα πως η συγκεκριμένη εξέλιξη, εξυπηρετούσε την βασική πλοκή αλλά και μια ιδιαίτερα σημαντική υποπλοκή της ιστορίας. Επίσης, πιστεύω πως, τοποθετώντας δύο από τις πιο δυνατές συναισθηματικά, σκηνές του βιβλίου εκεί, υποσυνείδητα δημιουργείται μια έντονη αίσθηση μελαγχολίας και ανασφάλειας.
Η αστυνομική έρευνα στο βιβλίο αποτυπώνεται με λεπτομέρεια από τις διαδικασίες μέχρι το ψυχολογικό προφίλ του δράστη. Πόσο εκτεταμένη έρευνα χρειάστηκε να κάνετε και ποια στοιχεία θεωρήσατε απαραίτητο να αποδώσετε με απόλυτο ρεαλισμό, ώστε να «στέκει» ο κόσμος του βιβλίου;
Όλα τα στοιχεία, είτε αφορούν την αστυνομική έρευνα, είτε ιατροδικστικά ζητήματα έχουν αποδoθεί ρεαλιστικά. Εξάλλου, ένα στυνομικό βιβλίο στο υποείδος του police procedural οφείλει να είναι απολύτα ρεαλιστικό και να μην αναπαραγάγει ανακρίβειες. Η έρευνα μου ήταν εκτενής και χρονοβόρα. Παρακολούθησα το σεμινάριο εγκληματολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, συνεργάστηκα με την Υποδιεύθυνση ασφάλειας Ιωαννίνων και για τα ιατρικά ζητήματα διάβασα βιβλία Ιατροδικαστικής και έλαβα χρήσιμη βοήθεια από την φυσίατρο Ελένη Κλείτσα, η οποία αποτελεί μια σταθερή και αξιόπιστη χείρα βοηθείας. Οι αναγνώστες και οι εκδοτικοί εξάλλου είναι απαιτητικοί και δικαίως.
Σήμερα το crime fiction δεν περιορίζεται μόνο στην επίλυση ενός γρίφου, αλλά αγγίζει κοινωνικά και υπαρξιακά ερωτήματα. Πιστεύετε ότι ένα ελληνικό αστυνομικό μυθιστόρημα, όπως το «Η Σονάτα της Άνοιξης», μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τις πόλεις μας, τις σιωπές των κλειστών κοινωνιών και τον ίδιο τον φόβο; Και τελικά, μπορεί η λογοτεχνία να αναδιαμορφώσει την οπτική μας απέναντι στην αλήθεια και στο σκοτάδι; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Ο σκοπός ενός αστυνομικού βιβλίου και του κάθε συγγραφέα, οφείλει να είναι ο κοινωνικός προβληματισμός και η ανάδειξη των παθογενειών που ταλανίζουν της κοινωνίας μας. Ας μην ξεχνάμε πως το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το νέο κοινωνικό. Και προσφέρει τρομερές δυνατοτήτες σε όλους όσοι ασχολούνται με το είδος. Πιστεύω, γενικά πως το βιβλίο μπορεί να επηρεάσει την αντίληψη και τον τρόπο σκέψης του ανανώστη. Έχει την μαγική ικανότητα να προβληματίζει. Αν και σε πολλές περιπτώσεις οι αναγνώστες δεν λαμβάνουν τα ίδια μηνύματα, θεωρώ πως το μεγαλύτερο ποσοστό αντιλαμβάνεται απόλυτα το κοινωνικό σχόλιο. Προσωπική μου απόψη είναι πως, η λογοτεχνία αποτελεί το δυνατότερο βέλος της φαρέτρας μας και η επιρροή της στην κοινωνία είναι τεράστια. Τουλάχιστον, για όσους είναι πρόθυμοι να αφεθούν στη μαγεία της ανάγνωσης.
Σας ευχαριστώ ολόψυχα για την όμορφη και ουσιαστική συζήτηση αλλά και την θερμή φιλοξενία.
