kalpouzos methistis
Αίθουσα ΣύνταξηςΒιβλίοΠολιτισμός

Γιάννης Καλπούζος: «Ό,τι είμαστε σήμερα πατάει στο χθες»

Ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος μιλά στον Η.Α. και τη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Μεθυστής: Στα χώματα της Κρήτης», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη.

Ο κ. Καλπούζος μέσα από την πλούσια γραφή του μας ταξιδεύει στην Κρήτη της δικτατορίας, του Ελληνοϊταλικού Πολέμου και της γερμανικής κατοχής, δημιουργώντας ήρωες που ενσαρκώνουν τις αντιφάσεις και τις συγκρούσεις της εποχής. Μέσα από τους χαρακτήρες του, ο συγγραφέας αποτυπώνει τις ανθρώπινες ανάγκες, τις αντιστάσεις και τις συναισθηματικές ανατροπές που διαμόρφωσαν την ιστορία της Κρήτης.

Κύριε Καλπούζο, ο τίτλος «Μεθυστής: Στα χώματα της Κρήτης» φαίνεται να φέρει μια ιδιαίτερη βαρύτητα. Τι συμβολίζει ο όρος «Μεθυστής» στην ιστορία σας και πώς σχετίζεται με την ψυχολογία των χαρακτήρων και την εξέλιξη της πλοκής;

Έχει να κάνει κυρίως με τον Νέστορα, τον κεντρικό ήρωα, ο οποίος φέρει το παρατσούκλι «Μεθυστής», από τον Άγιο Γεώργιο τον Μεθυστή που τον γιορτάζουν στην Κρήτη στις 3 Νοεμβρίου όταν ανοίγουν τα βαρέλια του κρασιού. Ασφαλώς η επίσημη εκκλησία δεν αναγνωρίζει το προσωνύμιο. Καθορίζεται η πορεία του από τη ρήση του: «Ευτυχώς χρωστάω στη ζωή και δε μου χρωστάει». Δε μεμψιμοιρεί, είναι μεθυστικός, ριψοκίνδυνος, πατριώτης, δεν του αρέσουν τα πασαλείμματα και οι υπεκφυγές. Γενικότερα το «Μεθυστής» παραπέμπει στον αισιόδοξο τρόπο αντιμετώπισης της ζωής, ακόμη και σε πολύ δύσκολες χρονικές περιόδους ή καταστάσεις. Γιατί, όπως αναφέρεται και στο μυθιστόρημα, τα της ψυχής ανυψώνουν τον άνθρωπο: «Πόσο συναρπαστική θα μπορούσε να είναι η εμπειρία της ζωής και πόσο την υπέσκαπταν οι άνθρωποι… Την πλάκωναν με μαύρα σκεπάσματα, με παγωμένα λιθάρια και θεόρατους βράχους. Τόσοι αιώνες και δε διάβηκαν απ’ το μοναστήρι της ψυχής. Δε γίνηκαν θυμίαμά της. Δεν ανακάλυψαν ότι τα «πολύ» του κόσμου κρύβονται σε ό,τι τρέφει την ψυχή». 

Πώς επηρεάζει η ιστορία του Νέστορα και το παρατσούκλι «Μεθυστής» την εξέλιξη του χαρακτήρα του και πώς συνδέεται αυτό με τις κρητικές αξίες και τον τρόπο ζωής στην Κρήτη των ετών 1937-1945; Τι ανακαλύψατε από την έρευνά σας για τα χρόνια εκείνα;

Έρχονται τα προσωπικά ζητήματα, καθώς και τα ιστορικά γεγονότα, να δοκιμάσουν τις αντοχές του, να ροκανίσουν την αισιόδοξη ματιά του για τη ζωή. Αν το επιτυγχάνουν ή όχι θα το ανακαλύψουν οι αναγνώστες στις σελίδες του βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση ο χαρακτήρας του κτίζεται παιδιόθεν με βασικό μέντορα τον πάππο του, τον λεβεντόγερο Μιχαλαριά, ο οποίος μεταξύ πολλών άλλων του λέει: «Ξεύρεις πόσα όνειρα είναι θαμμένα κάτω απού το χώμα; Άμα σου κόψουν το ποδάρι, πάει, το ’χασες, δεν ξαναφυτρώνει. Δε φελά σε τίποτα να το μοιρολογείς. Μάθε να περπατάς με το ένα και με την κατσούνα (μπαστούνι). Ή κάμε ποδάρια τα χέρια σου. Μπουσούλα και κάπου θα βγεις. Αν πέσεις στο στρώμα, είσαι διπλά χαμένος». Ο Μιχαλαριάς και ο Νέστορας είναι εκφραστές του ανυπότακτου, της αντρειοσύνης κι εν γένει των φωτεινών εκφάνσεων της ψυχής τόσο των Κρητικών όσο και των λοιπών Ελλήνων ανεξαρτήτως του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής τους.

Όσον αφορά τι ανακάλυψα κατά την επίπονη και επίμονη έρευνά μου καταχωρούνται σε πάμπολλες σκηνές του μυθιστορήματος. Από τη λεβεντιά έως την αγριότητα, από την καθημερινή ζωή εκείνων των χρόνων έως τους φόβους για τις μελλοντικές βεντέτες, από την ατιμωρησία μέχρι την αυτοδικία και πόσα άλλα. Με συγκλόνισαν οι εγκληματικές ενέργειες των Γερμανών, αλλά και από την αντίπερα όχθη η γενναιότητα των Κρητικών. Με συνεπήρε ο κοσμοπολίτικος τρόπος ζωής προπολεμικά στα αστικά κέντρα, καθώς και ο σκληρός αγώνας για τη βιοπάλη στα βουνά. Έμαθα πολλά για την κατοχή, η οποία από τη Γεωργιούπολη μέχρι τα Νοχιά των Χανίων, διήρκησε έως το Μάιο του 1945, όταν οι λοιπή Κρήτη είχε ελευθερωθεί τον Οκτώβριο του 1944. Δεν ξέρω τι να πρωτοαναφέρω… Πάντως κρατώ τη φράση: «Ο μεγαλύτερος πλούτος στη ζωή είναι δυο μάτια που σε θωρούν με λαχτάρα». Κι αυτά τα μάτια μπορεί να είναι της αγαπημένης ή του αγαπημένου, της μάνας, του παιδιού, της γιαγιάς και ούτω καθεξής, με δυο λόγια η ζεστασιά στις ανθρώπινες σχέσεις.

Στο βιβλίο εμφανίζονται ήρωες από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, εθνικότητες και φύλα. Πώς καταφέρατε να συνθέσετε αυτό το πολύχρωμο μωσαϊκό και ποιο ρόλο παίζουν αυτοί οι χαρακτήρες στην απεικόνιση των ιστορικών γεγονότων της εποχής; Ποιος σας δυσκόλεψε και γιατί;

Ήθελα να εκπροσωπούνται στο μυθιστόρημα όλοι όσοι συνέθεταν τον κοινωνικό ιστό της Κρήτης, καθώς όλοι, με τον τρόπο τους, συνέβαλλαν στις εξελίξεις. Για παράδειγμα οι Μικρασιάτες πρόσφυγες πρωτοστάτησαν στην καλλιέργεια της σουλτανίνας, δίνοντας μεγάλη ώθηση στην οικονομία του νησιού. Ασφαλώς δεν ήταν δυνατόν να ενταχθούν άπαντες στην μυθοπλασία. Για τους Εβραίους γίνονται μόνο ορισμένες αναφορές. Η διαφορετική καταγωγή και τα διαφορετικά κοινωνικά στρώματα μου πρόσφεραν τη δυνατότητα να αναπλάσω πληρέστερα την εποχή από το 1937 έως το 1945 με στόχο ο αναγνώστης αφενός να βιώσει παραστατικά όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο και αφετέρου να είναι σε θέση να κρίνει τους μυθοπλαστικούς ήρωες και τα πραγματικά πρόσωπα της εποχής με βάση όσα ίσχυαν τότε και όχι με τα σημερινά δεδομένα.

Η γραφή έχει τις τρικυμίες της και συνάμα τη γοητεία της. Προσωπικά με προσκαλεί και με προκαλεί δημιουργικά το δύσκολο, το φαινομενικά αξεπέραστο. Ιδιαίτερη δυσκολία αντιμετώπισα στο κτίσιμο του χαρακτήρα του Ντιραβένα. Να θέλει να τον συμπαθήσει ο αναγνώστης και να μην μπορεί. Να τον μισεί, αλλά να του βρίσκει και ελαφρυντικά. 

Ποιοι είναι οι βασικοί στόχοι σας αποτυπώνοντας τα συγκλονιστικά γεγονότα της εποχής, όπως η Μάχη της Κρήτης; Πώς τα ιστορικά γεγονότα αναμιγνύονται με την προσωπική ζωή των χαρακτήρων;

Οι μυθοπλαστικοί ήρωες, αλλά και υπαρκτά πρόσωπα όπως ο καπετάν Χαραλάμπης Γιανναδάκης, μπαίνουν σε όλα τα ιστορικά γεγονότα εκείνων των χρόνων, τα ζουν, συμμετέχουν, βασανίζονται, χαίρονται, θυμώνουν, σπαράζουν, απογοητεύονται, προβληματίζονται, ερωτεύονται, δρουν. Ο στόχος μου ήταν σε μια εποχή (εννοώ τη σημερινή) παρακμής των αξιών και αισθητικού κατήφορου να αναδείξω την αντρειοσύνη, τον πατριωτισμό, τους ζηλευτούς κώδικες συμπεριφοράς (όπως όταν οι ήρωές μου πίνουν νερό στο σπίτι μιας πάμφτωχης γυναίκας και παριστάνουν ότι είναι ρακή) και γενικότερα το όμορφο πρόσωπο του Έλληνα και της Ελλάδας. Γιατί τότε έχει αξία η λογοτεχνία, να διαδραματίζεται η μυθοπλασία σε αλλοτινούς καιρούς και να στέλνει μηνύματα στο σήμερα. 

Η κρητική ντοπιολαλιά και οι ζωντανές περιγραφές της καθημερινότητας της Κρήτης αποτελούν χαρακτηριστικά του βιβλίου σας. Πόσο σημαντική είναι η διατήρηση της τοπικής κουλτούρας και της γλώσσας για την αυθεντικότητα της ιστορίας που διηγείστε;

Ό,τι είμαστε σήμερα πατά εν πολλοίς στο χθες, από τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές, μέχρι τον τρόπο σκέψης μας. Κι αυτό κυρίως μέσω της τόσο ισχυρής προφορικής πατροπαράδοτης διδαχής από γενεά σε γενεά. Όσον αφορά τη γλώσσα, εκεί βρίσκεται το θησαυροφυλάκιο της Ιστορίας μας και του πολιτισμού μας. Γνωρίζοντας το παρελθόν μας και αναλύοντάς το μπορούμε να δούμε πιο αισιόδοξα και καθαρότερα το μέλλον. «Κοιτάς μπροστά όταν δεν ξεχνάς από πού έρχεσαι», έγραφα στο «Σέρρα-Η ψυχή του Πόντου». Κι αυτό σε προσωπικό και σε συλλογικό επίπεδο. Συνάμα το τοπικό γίνεται εθνικό και το εθνικό τοπικό και όλα κυοφορούνται σε αυτήν τον μικρή κοιτίδα που λέγεται οικογένεια. 

Μπορεί η δύναμη της ευρύτερης λογοτεχνίας από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η άποψή σας;

Για όσους διαβάζουν η λογοτεχνία αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της πορείας της ζωής τους. Ζυμώνονται μέσα από τους μυθοπλαστικούς ήρωες, τα πάθη και τα παθήματά τους και όσα ανακαλύπτουν στα αναγνώσματά τους και ζουν έτσι πολλές ζωές. Οι αναγνώστες ορθώνουν αναχώματα στην πολιτισμική ένδεια των ημερών μας και όχι μόνο. Το πρόβλημα βρίσκεται στο γεγονός ότι στην Ελλάδα διαβάζει ως ποσόστωση μόνο το 7% επί του συνόλου του πληθυσμού. Εννοώ ως συστηματικοί αναγνώστες, δηλαδή όσοι διαβάζουν τουλάχιστον πέντε βιβλία τον χρόνο. Σε κάθε περίπτωση όταν το καλό βιβλίο φτάσει στα χέρια των ανθρώπων, μπορεί να ανατρέψει την υφιστάμενη κατάσταση. Όμως για να φτάσει, πρέπει και η πολιτεία, η οποία περί άλλων τυρβάζει, να ενδιαφερθεί και να προάγει την ανάγνωση.

Ο Γιάννης Καλπούζος γεννήθηκε το 1960 στο χωριό Μελάτες της Άρτας και από το 1983 ζει μόνιμα στην Αθήνα.

Έχει γράψει έντεκα μυθιστορήματα: «Ιμαρέτ», «Σάος», «Άγιοι και δαίμονες», «Ουρανόπετρα», «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», «Ραγιάς», «Σέρρα», «Γινάτι», «Εράν», «Καλντερίμι» και «Μεθυστής». Το «Ιμαρέτ» κυκλοφορεί και διασκευασμένο σε εφηβικό μυθιστόρημα (για παιδιά άνω των 10 ετών), με εικονογράφηση του σκηνογράφου Αντώνη Χαλκιά.

Επίσης έχει γράψει τρεις ποιητικές συλλογές, οι οποίες εμπεριέχονται μαζί με πενήντα νέα ποιήματα στον τόμο: «ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ ΠΟΙΗΣΗ 2000-2017», τη συλλογή διηγημάτων: «Κάποιοι δεν ξεχνούν ποτέ» και στίχους για 80 τραγούδια, πολλά από τα οποία έγιναν μεγάλες επιτυχίες, όπως τα: «Ό,τι αγαπώ είναι δικό σου», «Να ‘σουν θάλασσα», «Τι μου ‘χει φταίξει τι μου ‘χει λείψει», «Δέκα μάγισσες» και «Γιατί πολύ σ’ αγάπησα».

Η παραλογή «Ο λύκος», που εμπεριέχεται στη συλλογή διηγημάτων, βραβεύτηκε στον Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος του πανεπιστημίου του Παλέρμο Ιταλίας.

Το μυθιστόρημα «Σέρρα» τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Μυθιστορήματος Μικρασιατικού Περιεχομένου για τα έτη 2016-2018 και έχει μεταφραστεί στα αλβανικά.

Τα μυθιστορήματα «Γινάτι» και «Εράν» τιμήθηκαν με το Βραβείο Βιβλιοπωλείων Public 2019 και 2021 αντίστοιχα.

Το μυθιστόρημα «Ιμαρέτ» τιμήθηκε το 2009 με το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου και έχει μεταφραστεί στα πολωνικά, στα τουρκικά, στα αραβικά, στα αγγλικά από ελληνικό εκδοτικό οίκο και στα αλβανικά.

Σχετικά άρθρα

Βιβλιοπαρουσίαση: «Μεθυστής – Στα χώματα της Κρήτης» του Γιάννη Καλπούζου

Ηπειρωτικός Αγών

«Καλντερίμι», το νέο βιβλίο του Γιάννη Καλπούζου