mnimeio mozart
Το μνημείο του Mozart
Ιστορίες

Το Νεκροταφείο St. Marx στη Βιέννη – Μαρτυρίες για την παρουσία Ηπειρωτών-Γιαννιωτών στην πρωτεύουσα των Αψβούργων

Γράφει ο Απόστολος Κατσίκης.

Τα νεκροταφεία δεν αποτελούν μόνο τόπους εναπόθεσης-ταφής  της φθαρτής υπόστασης του ανθρώπου, αυτό που αποκαλούμε «τελευταία κατοικία», αλλά συγχρόνως χώρους έκφρασης συναισθημάτων, τιμής και πολλές φορές ιστορικής μνήμης. Μάλιστα πολλά από τα νεκροταφεία, σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι διάσημα, τόσο γιατί σ’ αυτά έχουν ενταφιαστεί επώνυμοι, όσο και μέσω μιας άλλης διάστασης: της καλλιτεχνικής αξίας των επιτάφιων μνημείων. Το νεκροταφείο St. Marx, στο τρίτο διοικητικό διαμέρισμα της Βιέννης, ανήκει σ΄αυτήν την κατηγορία και στα περιφημότερα νεκροταφεία του κόσμου.

Το ιστορικό νεκροταφείο ιδρύθηκε από τον Αυτοκράτορα Ιωσήφ Β’ το 1783 και έχει διατηρηθεί, χωρίς να λειτουργεί, μέχρι σήμερα. Στη διάρκεια του χρόνου επεκτάθηκε τρείς φορές, το1813, το 1836 και το 1863 και σ’ αυτό ενταφιάστηκαν από το 1784 έως το 1874, εκτός των «κοινών θνητών», εκατοντάδες σημαντικές προσωπικότητες, καλλιτέχνες, επιστήμονες, πολιτικοί και άλλοι διάσημοι.

Μετά τη δημιουργία και έναρξη της λειτουργίας του κεντρικού νεκροταφείου της Βιέννης, του μεγαλύτερου τότε νεκροταφείου της Ευρώπης, το κοιμητήριο St. Marx έκλεισε, όπως και τα υπόλοιπα τέσσερα της αυστριακής πρωτεύουσας. Περιέπεσε σε αφάνεια για πολλές δεκαετίες και το γεγονός αυτό συνέβαλε στο να διατηρηθεί η αυθεντικότητά του και να παραμείνουν in situ όχι μόνον τα διάσημα μνημεία επωνύμων π.χ. του συνθέτη Mozart (ενταφιάστηκε στο νεκροταφείο αυτό αλλά σε μέρος που είναι άγνωστο), αλλά και απλών κατοίκων της ευρύτερης περιοχής της Βιέννης.

Ίσως δεν θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να αναφερθούμε στο εν λόγω κοιμητήριο εάν η ύπαρξη και η λειτουργία του δεν συνδυαζόταν με την πολύ μεγάλη και ισχυρή παρουσία Ελλήνων στην πρωτεύουσα των Αψβούργων. Η Βιέννη κατά τους 18ο  και 19ο αι. υπήρξε κέντρο έντονης εμπορικής και πολιτιστικής δραστηριότητας της εκεί ακμάζουσας ελληνικής παροικίας. Το εμπορικό δαιμόνιο των Ελλήνων της εποχής, σε συνδυασμό με τις επαχθείς συνθήκες της ζωής στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, ώθησε αρκετούς Έλληνες στην αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης στην πρωτεύουσα της Αυστρουγγαρίας. Ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας, κυρίως πριν και κατά τη διάρκεια της επανάστασης  γράφτηκε στη Βιέννη, η οποία αποτελούσε σταθμό για τους Ελληνορθόδοξους που προέρχονταν κυρίως από τον ορεινό όγκο της Πίνδου, από την Ήπειρο, τη Δυτική Μακεδονία και τη Θεσσαλία.

Οι Έλληνες της Βιέννης, παρά τη μερική ενσωμάτωσή τους στη βιεννέζικη κοινωνία, δεν ξέχασαν την καταγωγή τους,  διατήρησαν τη θρησκεία τους, καλλιέργησαν τις παραδόσεις τους και όπως ήταν φυσικό, αναζήτησαν και έναν ιδιαίτερο χώρο για την τελευταία τους κατοικία. Η ανάγκη αυτή οδήγησε με αυτοκρατορικό διάταγμα στην παραχώρηση ενός τμήματος στη νοτιοανατολική πλευρά του νεκροταφείου του St. Marx για τον ενταφιασμό των νεκρών της «ελληνικής θρησκείας», δηλαδή των ελληνορθοδόξων των εκκλησιαστικών κοινοτήτων των αυστριακών υπηκόων της Αγίας Τριάδας, του Αγίου Γεωργίου (εκκλησιαστικών ενοριών της Βιέννης), αλλά και ορθοδόξων άλλων εθνικοτήτων (Σέρβων, Βούλγαρων, Ρουμάνων, Αρμενίων, Ρώσων κ.ά.). Στο καθαρά ελληνορθόδοξο τμήμα του νεκροταφείου έλαβαν χώρα από το 1784 έως το 1886, 2.350 ενταφιασμοί.

Μετά την έναρξη της λειτουργίας του κεντρικού νεκροταφείου Βιέννης (1874), το νεκροταφείο St. Marx έπαυσε να λειτουργεί. Μάλιστα, προϊόντος του χρόνου, έγιναν πολλές εκταφές και μεταφορές λειψάνων και επιτύμβιων μνημείων, επιφανών Βιεννέζων σε άλλα νεκροταφεία, δημόσια αλλά και ιδιωτικά. Ανάμεσα σε αυτούς που «μετακόμισαν» ήταν και μέλη πολλών σημαντικών ελληνικών οικογενειών (Γαλάτη, Διαμαντίδη, Δούμπα, Καλαφάτη, Κούρτη, Μεταξά, Χρηστομάνου και του πλέον γνωστού, του ηρωικού Αλέξανδρου Υψηλάντη).

To νεκροταφείο St. Marx είναι ακόμη και σήμερα ένα ανοιχτό βιβλίο για τον μελετητή και η αναδίφηση, κυρίως στις επιγραφές και επιτύμβιες στήλες μας παρέχει πλήθος πληροφοριών για τους ενταφιασθέντες εκεί και όχι μόνον. Οι περισσότερες επιγραφές είναι απλά, σύντομα και τυπικά διατυπωμένες και έχουν κατ΄εξοχήν ιδιωτικό χαρακτήρα. Σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει μόνο το ονοματεπώνυμο και η ημερομηνία γέννησης και θανάτου, συχνά και η δήλωση της ηλικίας. Σε άλλες περιπτώσεις υπάρχουν επίσης στοιχεία για το επάγγελμα, τους τίτλους, τις δραστηριότητες και άλλες ιδιότητες του νεκρού. Σε πολλές επιτύμβιες στήλες αναφέρονται τα ονόματα των αφιερωτών του εκάστοτε ταφικού μνημείου, μέλη της οικογένειας, συγγενείς και φίλοι, αλλά και ονόματα θεσμών, όπως επίσης και ο τόπος καταγωγής του κεκοιμημένου. Το τελευταίο στοιχείο συνιστά τεκμήριο για την αρχική προέλευση των μελών της ελληνικής παροικίας στη Βιέννη, ίσως και της ευρύτερης περιοχής και, σε συνδυασμό με τη «μορφή» των επιθέτων είναι δυνατόν να οδηγήσει (και) σε ανασύσταση της πορείας προσώπων ή και οικογενειών από τον τόπο καταγωγής τους στον ελλαδικό χώρο προς την Αυστρία.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, από στοιχεία τα οποία αποκόμισα επισκεπτόμενος το εν λόγω νεκροταφείο (πριν από αρκετά χρόνια), κυρίως όμως μετά από ενδελεχή μελέτη του ογκώδους πονήματος με τίτλο «Το Ελληνικό Νεκροταφείο της Βιέννης στο St. Marx 1784-1886», «έργο ζωής» του εξαιρετικού ερευνητή Θεοφάνη Πάμπα, έκδοση της Περιφέρειας Ηπείρου και της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, Ιωάννινα 2022, διεπίστωσα ότι μεταξύ των χιλιάδων ενταφιασθέντων στο κοιμητήριο υπήρχαν και αρκετοί οι οποίοι ήσαν είτε γενικά Ηπειρωτικής καταγωγής είτε αναφέρονται ως Γιαννιώτες. Η ανακάλυψη βέβαια δεν ξενίζει δεδομένου ότι ήταν-είναι γνωστές οι σχέσεις, κυρίως εμπορικές -οικονομικές της Ηπείρου και των Ιωαννίνων, με την πρωτεύουσα των Αψβούργων, η εγκατάσταση εκεί πολλών εμπόρων αλλά και διανοητών από τα Γιάννενα και η εκεί πολύχρονη παραμονή τους. Έτσι εξηγείται ότι οι περισσότεροι εξ αυτών ετάφησαν στο συγκεκριμένο κοιμητήριο. Η επίσκεψη στο νεκροταφείο και η αναδίφηση στο προαναφερθέν λεύκωμα οδήγησε όχι μόνον σε πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες που αφορούν σε Ηπειρώτες -Γιαννιώτες, επίσης και στην οικογένειά μου, αλλά και στην «πρόκληση» να παρουσιάσω τα αποκαλυφθέντα στοιχεία.

Οι πληροφορίες που συνδέουν τους ταφέντες στη Βιέννη με τον τόπο καταγωγής τους προκύπτουν είτε άμεσα από τις επιτύμβιες επιγραφές, στις οποίες αναγράφεται ο τόπος γέννησής τους ή καταγωγής τους, είτε έμμεσα επειδή υφίστανται στην πόλη μας οικογένειες που φέρουν το ίδιο επώνυμο. Στην πρώτη περίπτωση ανήκει ο τάφος του Ζώτη Κων/ντίνου (+17 Ιουνίου 1865), στον οποίο αναφέρεται η καταγωγή του «εξ Ιωαννίνων της Ηπείρου», καθώς και του Λάππα Ευθυμίου «εξ Ηπείρου» (+26 Μαΐου 1867). Σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ασαφής ο τόπος καταγωγής, ενδεικτικά αναφέρω την οικ. Νικολίδη η οποία κατά την επιτύμβια επιγραφή έλκει αορίστως την καταγωγή «von Pindos» (από την Πίνδο). Στη δεύτερη παραθέτω παραδειγματικά τον τάφο της Ρεγγίνας Ρογκότη (+30/4/1846), (η οικογένεια Ρογκότη υφίσταται στα Γιάννενα), της Ελισάβετ Κατσίκη (+1/1/1851), (θεωρώ ότι πρόκειται για προγιαγιά μου), καθώς και του Κυριάκου Μελίρρυτου (+29/9/1847). Να αναφέρω επίσης ότι οι οικ. Ρογκότη και Κατσίκη είναι βλαχικής καταγωγής και είναι γνωστή η σχέση των βλαχόφωνων Ελλήνων με τη Μολδοβλαχία και την Αυστρία, μέλος δε της οικ. Μελίρρυτου στα Γιάννενα ήταν βέβαια ο πολύ γνωστός αρχιτέκτονας Περικλής Μελίρρυτος.

Εάν λάβουμε υπόψη τον αριθμό των Ηπειρωτών-Γιαννιωτών που μετοίκησαν στη Βιέννη, καθώς και τον αριθμό των ενταφιασθέντων στο κοιμητήριο St. Marx είναι στατιστικά βέβαιο ότι πλην αυτών που ανέφερα παραπάνω είναι θαμμένοι στο συγκεκριμένο νεκροταφείο και άλλοι που έλκουν την καταγωγή τους από την Ήπειρο-Γιάννενα. Εξάλλου αυτός είναι ο λόγος που με οδήγησε στη συγγραφή του παρόντος σημειώματος. Ίσως κάποιοι συντοπίτες, έχοντας περισσότερες πληροφορίες για ιστορική διασύνδεση της οικογενείας τους με τη Βιέννη, να «προκληθούν» και να αναζητήσουν προγόνους τους που (ίσως) είναι θαμμένοι στο κοιμητήριο St. Marx.

Και κάτι ακόμη, στα χρόνια που μεσολάβησαν από την παρουσία των Ελλήνων στη Βιέννη μέχρι σήμερα, η ιστορική μνήμη ίσως εξασθένησε. Όμως το παρελθόν μπορεί να ανακληθεί και να «ζωντανέψει» από τα στοιχεία που διασώθηκαν. Γι’ αυτό επιβάλλεται η συντήρηση και διατήρηση των μνημείων του νεκροταφείου  St. Marx ως χώρου ιστορικής μνήμης και της παρουσίας του Ελληνισμού στην καρδιά της Ευρώπης.