Xwmenidis Eleftheria 1
Αίθουσα ΣύνταξηςΕπικαιρότητα

Γιάννενα, μια Απελευθέρωση

Το agon.gr δημοσιεύει την ομιλία του συγγραφέα Χρήστου Χωμενίδη «Γιάννενα, μια Απελευθέρωση», όπως εκφωνήθηκε από τον ίδιο στην πανηγυρική εκδήλωση του Δήμου Ιωαννιτών για τα 113α Ελευθέρια της πόλης. Η ομιλία ήταν αφιερωμένη στη μνήμη του εκλιπόντος δημάρχου Ιωαννίνων Μωυσή Ελισάφ, ο οποίος τον είχε προσκαλέσει να την εκφωνήσει το 2023, σε μια εκδήλωση που αναβλήθηκε λόγω του θανάτου του.

Συμβαίνει, φίλες και φίλοι, κάτι εκπληκτικό. Κάτι εκπληκτικά απογοητευτικό, επιτρέψτε μου να πω.

Εάν ζητούσες από τους σημερινούς Έλληνες να απαριθμήσουν πέντε κορυφαία γεγονότα των τελευταίων δύο αιώνων, πέντε φάσεις κεφαλαιώδεις που άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας μας, θα ανέφεραν το 1821. Τη Μικρασιατική Καταστροφή. Την Εθνική Αντίσταση. Τον Εμφύλιο. Τη Χούντα. Το Πολυτεχνείο. Άντε και την ένταξη στην -τότε- ΕΟΚ το 1980 και στην ΟΝΕ είκοσι χρόνια αργότερα. Ελάχιστοι θα έστεκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους.

Φταίει η σχολική μας εκπαίδευση, που πασαλείβει το παρελθόν, που φλομώνει τα παιδιά με ημερομηνίες και με τοπωνύμια και απαιτεί να τα παπαγαλίζουν για τις εξετάσεις;

Ευθύνεται η εθνική, η μελοδραματική μας ψυχοσύνθεση, η οποία θέλει το ηρωικό ζευγαρωμένο πάντα με το πένθιμο; Που τέρπεται από χαμένες ευκαιρίες, από επαναστάσεις που υπονομεύτηκαν, από ξένες δυνάμεις που μας πούλησαν, από επιβεβαιώσεις αλλεπάλληλες του στίχου «λαέ μου ευκολόπιστε και πάντα προδομένε;» Που αντιλαμβάνεται το έθνος μας σαν τον Σίσυφο, να ανεβάζει με ιδρώτα και με αίμα το αγκωνάρι στην κορυφή του βουνού κι ευθύς αμέσως το αγκωνάρι να κατρακυλάει πάλι στα ριζά του και δώστου πάλι από τη αρχή;

Και όμως… Η Ελλάδα που ιδρύθηκε τον Φεβρουάριο 1830, με το Πρωτόκολλο της Ανεξαρτησίας στο Λονδίνου, αποτελεί ιστορία επιτυχίας. Θριάμβου. Από μια φλούδα γης πάμπωχη και συφοριασμένη, που αγκάλιαζε ένα μικρό μόλις κομμάτι του Ελληνισμού και εξαρτώνταν από την καλοσύνη -την ανοχή έστω- των ξένων, μέσα σε εφτά γενιές εξελίχθηκε σε σύγχρονη πολιτεία. Ισότιμο και αναπόσπαστο εταίρο της Ευρώπης. Βρέθηκε, με το σπαθί και με τον νου και την ψυχή της, στην πρώτη γραμμή του δημοκρατικού κόσμου. Μην κάνετε το λάθος να συγκρίνετε τη διαδρομή της Ελλάδας με εκείνη των χωρών που γνώρισαν Αναγέννηση, Διαφωτισμό, Βιομηχανική Επανάσταση. Που είχαν υπερπόντιες αποικίες για να τις εκμεταλλεύονται. Δείτε μας σε σχέση με τα έθνη τα οποία έζησαν επί αιώνες υπό τον οθωμανικό ζυγό. Στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή. Και καμαρώστε την πατρίδα καθώς της αξίζει.

Σε ετούτη την πορεία προς τα εμπρός -με πισωγυρίσματα ασφαλώς, με αστοχίες και με αιματηρότατους διχασμούς-, σε αυτήν την σπειροειδή κίνηση της Ελλάδας προς τα επάνω, κρίσιμο, κομβικό ρόλο έπαιξαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι. Και ας διήρκεσαν, ο πρώτος και ο δεύτερος μαζί, λιγότερο από ένα ημερολογιακό έτος.

Ας βάλουμε τα γεγονότα σε μια σειρά.

Την άνοιξη του 1897 -έξι χρόνια μετά τη χρεοκοπία του κράτους, το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Χαριλάου Τρικούπη-, η Ελλάδα εμπλέκεται σε πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι συντριπτικά εναντίον μας. Τριπλάσια σε ισχύ η πολεμική μηχανή των εχθρών. Εκπαιδευμένη προσέτι από Γερμανό στρατηγό. Ενώ εμείς … «Ο ελληνικός στρατός είναι σήμερα μια αγέλη» διαπίστωνε πικρά ο Τρικούπης.

Διόλου παράξενο συνεπώς που οι Οθωμανοί προήλασαν και ανακατέκτησαν τη Θεσσαλία, η οποία είχε ενωθεί με την Ελλάδα μόλις το 1881. Και αν δεν επενέβαιναν και δεν τους σταματούσαν οι μεγάλες δυνάμεις, ίσως να έφταναν ως την Αθήνα.

Ο όλεθρος, το «Μαύρο ‘97», έφερε αλυσιδωτές εξελίξεις. Κοινή κατέστη αντίληψη στην κοινωνία πως το παλιό κατεστημένο, τα «τζάκια» και οι «κάπες», οι ψηφοθήρες-χαλασοχώρηδες που εναλλάσσονταν στην εξουσία, είχαν ξοφλήσει. Πως η βασιλική οικογένεια και οι αυλοκόλακες που την περιστοίχιζαν -ένας εσμός ανευθυνοϋπεύθυνων- νισάφι πλέον να αναμειγνύεται στα της κυβέρνησης, κυρίως δε στα του στρατού.

Με αυτό το πνεύμα συνεστήθη ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος» και πραγματοποίησε, τον Δεκαπενταύγουστο του 1909, το Κίνημα στο Γουδί. Το οποίο δεν εξελίχθηκε ευτυχώς σε δικτατορία. Οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί, σοφά ποιούντες, αποσύρθηκαν στους στρατώνες τους αφού προσκάλεσαν από την Κρήτη και παρέδωσαν τα ηνία στον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Ποιος θα μπορούσε να σκιαγραφήσει τον Ελευθέριο Βενιζέλο καλύτερα από εκείνον τον ίδιο; Τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του, στις 28 Απριλίου του 1932, ο Βενιζέλος εξεφώνησε τον επικήδειό του από το βήμα της Βουλής. Όρισε πώς να τον θυμόμαστε. «Ο προκείμενος νεκρός» είπε «ήταν ένας αληθινός άνδρας, με μεγάλο θάρρος, με αυτοπεποίθησιν και διά αυτόν και διά τον λαόν τον οποίον εκλήθη να κυβερνήσει. Ίσως έκαμε πολλά σφάλματα, αλλά ποτέ δεν του απέλειψε το θάρρος. Ποτέ δεν υπήρξε μοιρολάτρης, διότι δεν επερίμενε ποτέ από τη μοίρα να ιδεί τη χώραν προηγμένην αλλά έθεσεν εις την υπηρεσίαν αυτής όλον το πυρ το οποίον είχε μέσα του. Κάθε του δύναμιν ψυχικήν και σωματικήν…»

Το 1910, στα 46 του, ο Ελευθέριος Βενιζέλος βρισκόταν στο απόγειο της ικμάδας. Της δημιουργικότητάς του. Μέσα σε δύο μόλις χρόνια, έβαλε την Ελλάδα σε καινούργιες ράγες. Εκσυγχρόνισε τη δικαιοσύνη, την παιδεία, τη δημόσια διοίκηση. Μάζεψε γύρω του τον ανθό του έθνους. Διέπλασε μια νέα γενεά πολιτικών. Ανασυγκρότησε το στράτευμα αντιλαμβανόμενος ότι ο χρόνος για τον πόλεμο μετρούσε αντίστροφα.

Πράγματι, ο «Μεγάλος Ασθενής», η Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε μπει μετά την Επανάσταση των Νεότουρκων στον επιθανάτιο ρόγχο της. Ακόμα και να μην είχαν οι δομές της αποσαθρωθεί, μια πολυεθνική αυτοκρατορία εκτεινόμενη από τη Μεσοποταμία μέχρι την Αδριατική αποτελούσε πλέον μη βιώσιμο αναχρονισμό. Στον 20ο αιώνα θα επικρατούσε παντού σχεδόν το έθνος-κράτος.

Οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης έδωσαν τη συγκατάθεση τους στην εκδίωξη των Οθωμανών από τη Χερσόνησο του Αίμου. Η Ελλάδα, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία σύναψαν συμμαχία. Το φθινόπωρο του 1912 ξεκίνησε ο Πρώτος Βαλκανικός Πόλεμος.

Εάν δει κανείς στον χάρτη την προέλαση του ελληνικού στρατού, θα εντυπωσιαστεί. Στις 6 Οκτωβρίου μπήκαμε στην Ελασσόνα. Στις 9 Οκτωβρίου στα Σέρβια. Στις 11 Οκτωβρίου στην Κοζάνη. Στις 20 Οκτωβρίου στα Γιαννιτσά. Στις 26 στη Θεσσαλονίκη. Είχε προηγηθεί η πρώτη έντονη διαφωνία μεταξύ του πρωθυπουργού και του επικεφαλής του στρατού διαδόχου Κωνσταντίνου, που ήθελε να ανηφορίσει προς το Μοναστήρι, τη σημερινή πόλη Μπίτολα. Και μόνο κατόπιν αυστηρής τηλεγραφικής διαταγής του Βενιζέλου πειθάρχησε και κατευθύνθηκε προς τη Θεσσαλονίκη, η οποία κινδύνευε να καταληφθεί από τους Βούλγαρους.

Ο ελληνικός στρατός αριθμούσε 130.000 άντρες -πεζικάριους, ιππείς, πυροβολητές- από τη λεγόμενη «Παλιά Ελλάδα», Πελοπόννησο, Αττικοβοιωτία, Ρούμελη… Σε εκείνους προστέθηκαν εθελοντές από την Κρήτη και από την Κύπρο, ακόμα και από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έλληνες μετανάστες που έστρωναν τη ζωή τους στην Αμερική ευθύς μόλις πληροφορήθηκαν το ξέσπασμα του πολέμου, αγόρασαν στρατιωτικό εξοπλισμό, ναύλωσαν ένα πλοίο και επέστρεψαν για να καταταγούν!

Οι στολές ήταν χακί -το χακί είχε καθιερωθεί στις δυνάμεις ξηράς διεθνώς σχεδόν. Οι επενδύτες μετατρέπονταν τις νύχτες σε ατομικά σκηνάκια για να προστατεύονται στοιχειωδώς οι πολεμιστές από το κρύο και τη βροχή. Κανείς δεν φορούσε κανενός είδους κράνος. Το τουφέκι του Έλληνα στρατιώτη ήταν το περίφημο Μάνλιχερ, μοντέρνο και εύχρηστο για την εποχή, το οποίο χρησιμοποιήθηκε και από τις δυνάμεις της Αυστροοουγγαρίας κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι συνθήκες υπό τις οποίες πολεμούσαν προκαλούν δέος στον σημερινό άνθρωπο. Διαβάζοντας το εξαιρετικό χρονικό του Σπύρου Μελά, συχνά αναρωτήθηκα πόσοι από τους εικοσάρηδες ή τους τριαντάρηδες των ημερών μας θα άντεχαν όχι τις μάχες αλλά απλώς τις πεζοπορίες, τη διατροφή με λαχανόσουπα και μουχλιασμένη συχνά κουραμάνα, τη δίψα που σε ανάγκαζε να πέφτεις με τα μούτρα σε όποιο βρωμοπήγαδο ή έλος έβρισκες στον δρόμο σου. Το να μη βγάζεις τα ρούχα -ούτε καν τα άρβυλά σου- επί εβδομάδες ολόκληρες, να σού ανεβαίνει η ψείρα μέχρι τον λαιμό, να κινδυνεύεις από δυσεντερία ή και από χολέρα. Επρόκειτο προφανώς για σκληροτράχηλους -στην πλειονότητά τους- αγρότες, που δεν το είχαν σε τίποτα να αρπάζουν, να σφάζουν, να ξεπουπουλιάζουν και να μισοψήνουν όποιο πουλερικό έβρισκαν στον δρόμο τους. Η πείνα εντούτοις κατά περιόδους θέριζε. Σπαραχτική η εικόνα των αλόγων που για να την ξεγελάσουν έτρωγαν το ένα την ουρά του άλλου!

Επικεφαλής του ελληνικού στρατού ήταν ο Κωνσταντίνος, πρωτότοκος του βασιλιά Γεωργίου Α’, διάδοχος του θρόνου. Αδίκως μάλλον ο Κωνσταντίνος είχε θεωρηθεί ως ο κύριος υπεύθυνος για την πανωλεθρία του 1897. Με το Κίνημα του 1909 είχε αποστρατευθεί. Το 1911 εντούτοις, ο Βενιζέλος τον είχε επαναφέρει και τον είχε ορίσει Αρχιστράτηγο.

Ό,τι και εάν καταμαρτυρήσουμε στον Κωνσταντίνο, όσες ευθύνες κι αν του ρίξουμε για τον Εθνικό Διχασμό, για την καθυστέρηση να βγει η Ελλάδα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για τη Μικρασιατική Καταστροφή, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους στάθηκε πανάξιος. Βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Κοιμόταν σε χάνια και σε ξωκκλήσια, σε ράντζα ή και κατάχαμα. Δεν επέτρεπε στον εαυτό του καμιά πολυτέλεια που να προκαλεί τον απλό φαντάρο. Για αυτό και ήταν εξαιρετικά λαοφιλής. Συγγενή τους τον ένοιωθαν οι Έλληνες, προτού καν αποκτήσει το προσωνύμιο «Κουμπάρος» επειδή ονόμασε νονούς της θυγατέρας του Ελένης τον στρατό και τον στόλο.

Οι επιτυχίες των Ελλήνων σε ξηρά και σε θάλασσα στάθηκαν καταιγιστικές. Εκτός από την εποποιία στη Μακεδονία, το Πολεμικό Ναυτικό υπό την ηγεσία του Παύλου Κουντουριώτη, κυβερνήτη του εύδρομου θωρηκτού «Αβέρωφ», καταναυμάχησε τον οθωμανικό στόλο στα Δαρδανέλια και απελευθέρωσε τα νησιά του Βόρειου Αιγαίου. Μόνον εδώ, στην Ήπειρο, η κατάσταση ήταν δυσχερής. Ο πόλεμος χρόνιζε και έμοιαζε, στιγμές-στιγμές, αμφίρροπος.

Αιτία;

Πρώτον ότι στο μέτωπο της Ηπείρου είχαν διατεθεί πολύ μικρότερες δυνάμεις. Δεύτερον ότι η ορεινή, απόκρημνη μορφολογία του εδάφους και οι άθλιες καιρικές συνθήκες δυσκόλευαν την πρόοδο των επιχειρήσεων. Τρίτον ότι ο τελικός στόχος, τα Γιάννενα, φάνταζαν απόρθητα. Γιατί; Επειδή τα φρουρούσε το Μπιζάνι.

Τι ήταν το Μπιζάνι; Ένα δίκτυο οχυρών, χαρακωμάτων και πυροβολείων, νότια των Ιωαννίνων. Σχεδιασμένο με τη βοήθεια Γερμανών μηχανικών. Φτιαγμένο για να εμποδίζει κάθε επίθεση προς την πόλη.

Η Πρέβεζα, το Μέτσοβο, ακόμα και η Κορυτσά κατελήφθησαν σχετικά εύκολα. Στη Φιλιππιάδα οι Έλληνες εγκατέστησαν το στρατηγείο τους.

Θα ήταν συναρπαστική η ατμόσφαιρα στη Φιλιππιάδα εκείνους τους μήνες. Θα θύμιζε την κλασσική ταινία «Καζαμπλάνκα», με την Ίνγκριντ Μπέργκμαν και τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Αξιωματικοί, πολεμικοί ανταποκριτές, κάθε λογής κατάσκοποι και κυρίες του καλού κόσμου και του ημίκοσμου- κάποιες τους έδιναν τον καλύτερο εαυτό τους ως εθελόντριες νοσοκόμες, κάποιες άλλες χάριζαν απλώς τη συντροφιά τους στους βαθμοφόρους, υποκλέπτοντας ενίοτε στρατιωτικά μυστικά. Ο γεραρός στρατηγός Κωνσταντίνος Σαπουντζάκης, αρχηγός της στρατιάς Ηπείρου, δεν φειδόταν κοινωνικότητας. Απολάμβανε να γίνεται το επίκεντρο της συντροφιάς, να δίνει αυτοσχέδιες συνεντεύξεις τύπου, να μοιράζεται πληροφορίες -ενδεχομένως ευαίσθητες- και με ανθρώπους ακόμα αδιευκρίνιστου φηράματος. Δεν ήταν κακός ο Σαπουντζάκης– ο Ιωάννης Μεταξάς στο ημερολόγιό του τον εγκωμιάζει με τα ζωηρότερα χρώματα. Κατώτερος των απαιτήσεων απεδείχθη, ίσως και λόγω έλλειψης επαρκών μέσων.

Με την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να ρίξει το βάρος του πολέμου στην Ήπειρο. Να μετακινήσει μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις και να αντικαταστήσει τον Σαπουντζάκη με τον Κωνσταντίνο. Ο βασιλιάς Γεώργιος δυσαρεστήθηκε με την απόφαση. Πικαρίστηκε που ο Βενιζέλος δεν είχε ζητήσει την έγκρισή του ούτε ως βασιλιά ούτε ως πατέρα. Συμβούλευσε τον Κωνσταντίνο να μη δεχθεί τη μετάθεση. «Μεγαλειότατε» του απάντησε εκείνος «είμαι στρατιώτης και Έλλην πολίτης… Θα μεταβώ αμέσως εις την Ήπειρον!»

Αμέσως; Και όμως βραδυπόρησε. Διότι είχε τη λεπτότητα να αφήσει τον προκάτοχό του στρατηγό Σαπουντζάκη να ολοκληρώσει την επίθεση της εβδόμης Ιανουαρίου 1913. Η οποία κλόνισε το Μπιζάνι μα δεν το έριξε. Για την ακρίβεια, οι Οθωμανοί, σκιαγμένοι από την κόλαση πυρός, γύρω στο μεσημέρι το εγκατέλειψαν. Οι Έλληνες -φευ- δεν έδειξαν τα αντανακλαστικά για να το καταλάβουν αυθωρεί. Έσπευσε συνεπώς ο συνταγματάρχης Βεχήπ μπέης και ξανάπιασε τα χαρακώματα.

Αναλαμβάνοντας την αρχιστρατηγία της Ηπείρου ο Κωνσταντίνος, το πρώτο που έκανε ήταν να ανασυντάξει τον στρατό. Να αποκαταστήσει τις συγκοινωνίες. Να μεταφέρει 36.000 οβίδες στην πρώτη γραμμή. Να φτιάξει νοσοκομείο. Κυρίως δε να σιτίσει τους στρατιώτες. Διέθετε την κοινή λογική που λέει ότι νηστικό αρκούδι δεν χορεύει. Ούτε βεβαίως και πολεμάει.

Το σχέδιο της κατάληψης του Μπιζανίου καταρτίσθηκε εν κρυπτώ ακόμα και από τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου – φοβούνταν γαρ και τη δική του κοινωνικότητα. Για την πατρότητα του ερίζει το επιτελείο του Σαπουντζάκη, ο λοχαγός Καλογεράς και άλλοι. Δεν αμφισβητείται ωστόσο η συμβολή του Ιωάννη Μεταξά. Η Ιστορία βρίθει αντιφάσεων. Ο Μεταξάς, ο «μικρός άνθρωπος» όπως τον χαρακτήρισε ο Γεώργιος Βλάχος από την «Καθημερινή», ο κατοπινός στυγνός δικτάτορας, υπήρξε στον καιρό του η μεγαλύτερη στρατηγική διάνοια των Ελλήνων. Αντάμα με το σχέδιο, έπρεπε να θολώσουν και τα νερά. Διέδιδαν ψευδείς φήμες. Άφηναν να εννοηθεί πως θα συγκέντρωναν τη δύναμη πυρός εναντίον της αριστερής πτέρυγας των Οθωμανών. Ενώ είχε από την αρχή αποφασιστεί ότι θα τους χτυπούσαν στα δεξιά. Οι κατάσκοποι, πολλοί εκ των οποίων ήταν στελέχη ξένων πρεσβειών, μετέφεραν αυτές τις πληροφορίες στον εχθρό. Και τον αποπροσανατόλιζαν.

Η τελική επίθεση στο Μπιζάνι ξεκίνησε τα ξημερώματα της 21ης Φεβρουαρίου. Μέχρι το μεσημέρι είχαν ριχτεί παραπάνω από τριάντα χιλιάδες οβίδες. Το οχυρό καιγόταν. Τα εχθρικά πολυβολεία σώπασαν οριστικά. Η Μανωλιάσα, ο Άγιος Νικόλαος, η Ραψίστα κατελήφθησαν. Οι Οθωμανοί υποχώρησαν ωκύποδες προς τα Γιάννενα.

Η απελευθέρωση της πόλης θα έπαιρνε λίγες μέρες ακόμα. Θα προηγούνταν πολιορκία, μάχες εκ του συστάδην. Θα την πλήρωνε σίγουρα ο άμαχος πληθυσμός. Ενώ όμως, το βράδυ μετά την κατάληψη του Μπιζανίου, οι επιτελείς μας σχεδίαζαν τα επόμενα βήματα τους, ο Βεχήπ Μπέης επιθεωρώντας τα ράκη του δικού του στρατού, έπεσε σε ελληνική φρουρά. «Αλτ!» του φώναξαν. «Τις ει;» Επρόκειτο για τους εύζωνες που, υπό τον ηρωικό και παράτολμο ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, είχαν ακάλυπτοι προχωρήσει μέχρι σχεδόν την όχθη της λίμνης. Δεν ήταν αριθμητικά αξιόλογοι, οι Οθωμανοί εύκολα θα τους απέκρουαν. Μες στο σκοτάδι όμως, ο Βεχήπ θεώρησε ότι το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων βρισκόταν προ των πυλών των Ιωαννίνων. Μπήκε σε μία βάρκα, πήγε στον Εσάτ Πασά, τον γενικό στρατιωτικό διοικητή και τον συμβούλευσε άμεση παράδοση. Εκείνος συμφώνησε. Με το πρώτο φως, έστειλε αντιπροσώπους του στους Έλληνες με λευκές σημαίες.

Η οθωμανική κατοχή των Ιωαννίνων είχε κρατήσει 482 χρόνια. Από τις 5 Οκτωβρίου του 1431, όταν ο Σινάν Πασάς τα κατέλαβε ειρηνικά. Μέχρι τις 22 Φεβρουαρίου 1913, όταν ο Εσάτ Πασάς, άνθρωπος νουνεχής και μεγαλόκαρδος, τα παρέδωσε στον διάδοχο Κωνσταντίνο.

Για την ατμόσφαιρα που επικρατούσε τη μέρα της Απελευθέρωσης, γλαφυρότατοι μάρτυρες οι λαϊκές λιθογραφίες. Μα και οι φωτογραφίες που δείχνουν τους Γιαννιώτες να υποδέχονται έμπλεοι συγκίνησης τον ελληνικό στρατό. Να τον ραίνουν με λουλούδια. Να στρώνουν χαλιά για να πατήσει. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που ο νικητής εύχεται, κρυφά μέσα του, να παγώσει ο χρόνος. Να τον πάρει ο Χάρος τότε ακριβώς, στο απόγειο της δόξας του, προτού κυλήσει ο τροχός του χρόνου και τον ξαναρίξει στην καθημερινή μικρότητα και τύρβη, τη σύμφυτη με την ανθρώπινη ζωή.

Όλα τα Γιάννενα πάλλονταν από εθνικό ρίγος; Όχι. Υπήρχε αξιόλογη μουσουλμανική μειονότητα. Πολλοί Οθωμανοί είχαν νωρίτερα εγκαταλείψει την πόλη. Όσοι όμως είχαν παραμείνει άγγιζαν το 15% του πληθυσμού. Θα αποχωρούσαν σταδιακά και ειρηνικά. Προς τιμήν των Ελλήνων δεν συνέβη εδώ κανενός είδους εθνοκάθαρση, καμιά σφαγή όπως στη γη της Ιωνίας λίγα χρόνια αργότερα. Υπήρχαν στα Γιάννενα από τα αρχαία χρόνια και πολλοί Εβραίοι, Ρωμανιώτες, που θα εμπλούτιζαν μέχρι τη ναζιστική κατοχή την κοινωνική και οικονομική ζωή του τόπου. Σε σύγκριση βεβαίως με άλλες πόλεις, της Μακεδονίας, στα Γιάννενα οι Έλληνες χριστιανοί ήταν η συντριπτική πλειονότητα.

Βλέποντάς την με το μάτι ενός ψυχρού ιστορικού, η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων στάθηκε ένα ακόμα επεισόδιο στη διάλυση των αυτοκρατοριών. Στη συγκρότηση αμιγών κρατών, σταθμοί της οποίας υπήρξαν η Ελληνική Επανάσταση, η ανεξαρτητοποίηση των βαλκανικών χωρών, η ενοποίηση της Ιταλίας. Στην προϊούσα αστικοποίηση, με πληθυσμούς εθνικά, θρησκευτικά, γλωσσικά ομοιογενείς. Παρόμοια με των Ιωαννίνων μοίρα γνώρισε η Θεσσαλονίκη, η Φιλιππούπολη, το Βελιγράδι. Και βέβαια, κατά τρόπο άκρως τραυματικό για εμάς, η Σμύρνη.

Ας το πούμε ευθαρσώς. Αυτό που αποτελεί για τους μεν απελευθέρωση, για τους δε σημαίνει ξεριζωμό, προσφυγιά. Οι τεκτονικές πλάκες της Ιστορίας συγκρούονται, τα ηφαίστειά της εκρήγνυνται. Οι άνθρωποι είτε προελαύνουν νικητές και τροπαιούχοι. Είτε με την ψυχή στο στόμα διασχίζουν θάλασσες και στεριές για να απαγκιάσουν κάπου και να ξαναρχίσουν τις ζωές τους. Ποιος επιβιώνει σε βάθος χρόνου; Ο πιο γενναίος; Ο πιο πλούσιος; Όχι. Ο πιο ευπροσάρμοστος έχει την τελευταία λέξη. Εκείνος που βρίσκει το κουράγιο να θάβει τους νεκρούς του και να προχωράει. Να χαράζει νέα προοπτική. Να επαναφευρίσκει, εν ανάγκη, τον εαυτό του.

Δεν με καλέσατε όμως εδώ ως ψυχρό ιστορικό – που δεν είμαι. Ζητάτε από εμένα να βάλω σε λέξεις την αγαλλίαση εκείνης της ημέρας, της 21ης Φεβρουαρίου του 1913,όταν οι προπαππούδες μας έμπαιναν θριαμβευτικά στα Γιάννενα. Όταν τα όνειρά τους έπαιρναν εκδίκηση.

Τους βλέπω όχι ως σκιές, τους βλέπω αναστημένους, ολοζώντανους ανάμεσά μας. Υψώνω νοερά μαζί τους τη γαλανόλευκη στον πιο ψηλό ιστό. Και αναφωνώ, με εκείνους και με εσάς, έμπλεος χαράς και περηφάνειας: Ζήτω το Έθνος των Ελλήνων! Ζήτω ο Εθνικός, ο Λαϊκός Στρατός μας! Ή -όπως θα το έλεγε ο Διονύσιος Σολωμός- «τα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης κι ολόκληρη η Παράδεισο διπλή Παράδεισο είναι. Ποιος είχε πει που σου’ μελλε, πέτρα, να βγάλεις ρόδο;»

Σχετικά άρθρα

Η δέσμευση Χωμενίδη έγινε πράξη στο Επισκοπικό

Συνάντηση με τον Χρήστο Χωμενίδη στο Επισκοπικό για την «Πανδώρα»

Fake News από το 1913!

Αλέξανδρος Μωυσής