Πριν ακριβώς ένα χρόνο στην αίθουσα «Δημήτρης Χατζής» της πόλης μας, ανακοινώθηκε επίσημα η ένταξη της γιαννιώτικης αργυροτεχνίας στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας, η οποία επισφραγίστηκε μάλιστα με την επίδοση του σχετικού πιστοποιητικού. Συγχρόνως καθιερώθηκε ο Μάιος, ως Μήνας Γιαννιώτικης Αργυροτεχνίας.
Η ένταξη της γιαννιώτικης αργυροτεχνίας στην κατηγορία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας, αυτονόητη και επιβαλλόμενη, εκ της ιστορίας και της παράδοσης, συνιστά βέβαια και επιβράβευση της άκρως επιτυχημένης παρουσίας και της μοναδικής προσφοράς του εν λόγω κλάδου στον ευρύτερο τομέα της μεταλλοτεχνίας, και ως αναγνώριση της δεσπόζουσας θέσης των Ιωαννίνων στον κατάλογο των ελληνικών, και όχι μόνον, πόλεων που συνδέονται με την επεξεργασία του αργύρου. Γιάννενα και αργυροτεχνία συμβαδίζουν εξελικτικά και η τύχη τους κοινή.
Η εξιστόρηση σημαντικών συμβάντων και γεγονότων της πόλης μας που την διασυνδέουν με την αργυροτεχνία, επιβεβαιώνουν την παραπάνω διαπίστωση.
Εν πολλοίς, οι απαρχές της πρώιμης Γιαννιώτικης αργυροτεχνίας αποδίδονται στην έλευση των Bυζαντινών και την ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου (13ος αι.). Εν τούτοις ανασκαφικά ευρήματα στην -και από την -περιοχή του Κάστρου (λείψανα αρχαίας οχύρωσης κάτω από το βυζαντινό και μετέπειτα οθωμανικό τείχος, νομίσματα, κεραμικά αντικείμενα), συνιστούν μαρτυρίες για την ύπαρξη ενός, ακμάζοντος μάλιστα, μολοσσικού οικισμού στην περιοχή αυτή από την ύστερη κλασική (5ος αι.), και την ελληνιστική περίοδο. Οι κάτοικοι αυτού του οικισμού δηλ. τα «Γιάννενα» της κλασικής και ελληνιστικής εποχής, σίγουρα γνώριζαν τα μέταλλα, ασφαλώς τον άργυρο, χρησιμοποιούσαν μεταλλικά, αργυρά αντικείμενα και είχαν συναλλαγές με άλλες περιοχές (επείσακτα νομίσματα και άλλα είδη). Μπορούμε να το δεχθούμε, ιδιαίτερα εάν λάβουμε υπόψη τη δεδομένη διάδοση της χαλκουργίας, της τορευτικής και της κοσμητικής τέχνης στην αρχαία Ήπειρο και την εξόρυξη αργύρου από μεταλλεία στη σημερινή περιοχή Αργυροκάστρου, τα οποία προμήθευαν πρώτη ύλη.
Πραγματοποιώντας ένα χρονικό άλμα στη μετά Χριστό εποχή, μεταφερόμαστε στα ύστερα βυζαντινά χρόνια. Η διασύνδεση της βυζαντινής με τη σύγχρονη ελληνική αργυροτεχνία έχει τις απαρχές της, τουλάχιστον όσο αφορά στον Ηπειρωτικό χώρο, στην ίδρυση του Δεσποτάτου της Ηπείρου και στην εγκατάσταση στις δύο Ηπειρωτικές πόλεις, Άρτα και Γιάννενα, ενός τμήματος της βυζαντινής αριστοκρατίας (Φιλανθρωπηνοί, Στρατηγόπουλοι κ.ά.). Οπωσδήποτε τις αρχοντικές αυτές οικογένειες του Βυζαντίου ακολούθησαν και άλλες, ανήκουσες σε χαμηλότερη τάξη. Μεταξύ αυτών εικάζεται ότι θα συμπεριλαμβάνονταν και τεχνίτες πολλών ειδικοτήτων, ασφαλώς και αργυροτεχνίτες, οι οποίοι αναζήτησαν μακράν της Βασιλεύουσας καλύτερη τύχη.
Οι τελευταίοι, ως εκπρόσωποι της ακμάζουσας βυζαντινής αργυροχρυσοχοΐας, αποτέλεσαν τον πυρήνα της «συντεχνίας των αργυροχρυσοχόων» του Ηπειρωτικού χώρου. Τα σωζόμενα έργα, δώρα-προσφορά προς μονές του Αγίου Όρους, τα μοναστήρια Μεγάλο Μετέωρο και Μονή Παναγίας της Γαβαλιώτισσας, από τον ηγεμόνα του Δεσποτάτου Θωμά Πρελιούμποβιτς και τη σύζυγό του Μαρία Αγγελίνα Παλαιολογίνα (14ος αι.), συνιστούν τεκμήρια για το υψηλό επίπεδο απόδοσης των ντόπιων τεχνιτών στην επεξεργασία του ασημιού. Στη βάση αυτή της αποκαλούμενης Ηπειρωτικής, πλέον, αργυροτεχνίας, δημιουργήθηκαν πολυάριθμα έργα τόσο εκκλησιαστικά όσο και κοσμικού χαρακτήρα.
Δύο αιώνες μετά, η ολοκλήρωση της οθωμανικής κυριαρχίας στην Ήπειρο με την παράδοση των Ιωαννίνων (1430), δεν φαίνεται να επηρέασε αρνητικά την εξέλιξη της αργυροτεχνίας. Ο τεχνίτες του ασημιού είχαν την ευχέρεια όχι μόνο να λειτουργήσουν και να εργαστούν, αλλά κυριολεκτικά να δημιουργήσουν ξεχωριστά έργα τέχνης Κατ΄ αυτόν τον τρόπο τα Ιωάννινα καθίστανται κέντρο αναφοράς, και είναι γνωστά «για τ’ ασήμια και τα μαλάματά τους».
Αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη περίοδος του 17ου αι. συνιστά ιστορική τομή για την πόλη των Ιωαννίνων και γενικότερα για τους κατοίκους της, έμμεσα δε και για την αργυροτεχνία. Μετά την αποτυχημένη επανάσταση του Διονυσίου του Φιλοσόφου το 1611 και τα δυσάρεστα για τους Ιωαννίτες επακόλουθα, εκδίωξη των χριστιανών από το Κάστρο, κατάργηση των προνομίων των τιμαριούχων, πολλά μέλη εύπορων χριστιανικών οικογενειών αναγκάζονται να ασκήσουν χειρωνακτικά επαγγέλματα. Π.χ. μέλη της οικογένειας Σουγδουρή, με σπουδαιότερο εκπρόσωπο τον Αναστάσιο, τον αποκαλούμενο και Άρχοντα, εκπαιδεύονται στην αργυροτεχνική, και όχι μόνον, εξασκούν το επάγγελμα του χρυσικού προς βιοπορισμό, αλλά σταδιακά αναδεικνύονται σε καλλιτέχνες του είδους, φιλοτεχνώντας πλείστα όσα εξαιρετικής τέχνης και τεχνικής αντικείμενα.
Στα τέλη του 17ου αι. τα Γιάννενα ευημερούν (4 χιλ. σπίτια, 1900 μαγαζιά), συνακόλουθα και ο κλάδος της αργυροτεχνίας.
H συντεχνία των ασημουργών στα Γιάννενα τον 18ο αι., υπήρξε μια από τις πολυαριθμότερες. Σύμφωνα με καταγεγραμμένα στοιχεία, στην πόλη των Ιωαννίνων περιελάμβανε τα μέλη 34 εργαστηρίων
Στην άνθιση και επέκταση του κλάδου συνέβαλε η άνοδος της αστικής τάξης, η οποία, μέσω του ακμάζοντος εμπορίου και την ίδρυση οίκων και στο εξωτερικό, στήριζε με σημαντικές παραγγελίες τα γιαννιώτικα εργαστήρια αργυροτεχνίας. Τα αρχοντικά σπίτια των εύπορων εμπόρων στα Γιάννενα, αλλά και στο εξωτερικό και τα αργυρά και χρυσά αντικείμενα συνιστούσαν συγχρόνως και μέσο προβολής, επίδειξης και κύρους. Επομένως δικαιολογείται η ύπαρξη πολλών και υψηλού επιπέδου εργαστηρίων στα Γιάννενα και η προσέλκυση σ’ αυτά και τεχνιτών μη γιαννιώτικης καταγωγής (όπως συνέβη με τους καλαρρυτινούς σπουδαίους μαστόρους του ασημιού).
Η πόλη υπό την ηγεμονία του Αλή Πασά, τέλη 18ου αρχές 19ου αι., γνωρίζει μια πρωτοφανή ανοδική πορεία. Η οικονομική ευμάρεια και άνθηση αντικατοπτρίζεται βέβαια, και στον εξαιρετικά μεγάλο, τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής και όχι μόνο, αριθμό πάσης φύσεως εργαστηρίων, των οποίων ο αριθμός συνολικά ξεπερνά τα χίλια. Ανάμεσά τους βέβαια τα εργαστήρια των ασημοτεχνιτών ή χρυσικών οι οποίοι καταχωρούνται στις μεγάλες συντεχνίες.
Η χρήση στην Ευρώπη της μηχανής και η βιομηχανοποίηση της παραγωγής αργυρών αντικειμένων, δεν επηρέασε την ελληνική αργυροτεχνία και μάλλον λειτούργησε ευνοϊκά για τον κλάδο στην περιοχή μας. Τα χειροποίητα αργυρά αντικείμενα αποτελούν πλέον εξαίρεση, είναι σχετικά δυσεύρετα, και ξεχωρίζουν για την ποιότητά τους και την εξαιρετική τεχνική. Κατά το διάστημα 18ος μέσα του 19ου αι., φιλοτεχνήθηκαν από ελληνικά, κυρίως Ηπειρωτικά χέρια και εργαστήρια, τα διασημότερα έργα της νεότερης ελληνικής αργυροτεχνίας.
Να σημειωθεί ότι, πλην των Ιωαννίνων, την τέχνη αυτή εξασκούσαν και τεχνίτες σε περιφερειακά μέρη, όπως στο Μέτσοβο, την Κόνιτσα, το Πάπιγκο, τη Μοσχόπολη, το Ελμπασάν, το Μοναστήρι και βέβαια στους Καλαρρύτες. Οι τελευταίοι μάλιστα σταδιακά καθίστανται και μέχρι το 1821, έτος καταστροφής τους, το κέντρο όχι μόνον της Ηπειρωτικής αλλά της βαλκανικής αργυροτεχνίας.
Με την μετατόπιση του κέντρου της αργυροτεχνίας στους Καλαρρύτες, σταδιακά, επέρχεται η συρρίκνωση της γιαννιώτικης δραστηριότητας στον τομέα της επεξεργασίας του αργύρου. Αποδεικνύεται και από την φθίνουσα πορεία των ασχολούμενων με το επάγγελμα αυτό στα Γιάννενα: το 1812 οι «χρυσικοί» των Ιωαννίνων είναι 53, το 1813, 49, το 1818 μόνο 26
Την υποβάθμιση του ακμάζοντος, πάλαι ποτέ, κλάδου της αργυροτεχνίας στα Γιάννενα ήλθε να ενισχύσει η πολιορκία τους από τα σουλτανικά στρατεύματα (1820-1822) και το τέλος της κυριαρχίας του Αλή Πασά (1822) στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και η πυρπόληση από τον Ρασήμ Πασά (1869), μέρους της πόλης. Η πυρκαγιά θα καταστρέψει ολοσχερώς το κεντρικό τμήμα των Ιωαννίνων, και θα αναστείλει τη λειτουργία των εργαστηρίων και των τεχνιτών. Οι συντεχνίες σχεδόν διαλύονται και η άσκηση του επαγγέλματος του χρυσικού γίνεται από μεμονωμένα άτομα.
Προς το τέλος του 19ου αι. η πόλη θα προσπαθήσει να ξαναβρεί τους ρυθμούς ανάπτυξής της. Στην αναγέννηση αυτή της γιαννιώτικης αργυροτεχνίας συνέβαλε και το ιστορικό γεγονός της απελευθέρωσης της Ηπειρωτικής πρωτεύουσας από τον οθωμανικό ζυγό το 1913. Αρχές του 20ού αι. δημιουργείται ένας νέος χώρος φιλοξενίας των εργαστηρίων αργυροτεχνίας και εμπορίας ασημικών στη θέση του παλιού παζαριού της οθωμανικής περιόδου: είναι η οδός Αβέρωφ και το δίκτυο των παρακείμενων οδών.
Κάτω από τα νέα δεδομένα θεωρήθηκε απαραίτητη η ανανέωση και διαφορετική προσέγγιση, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, της τέχνης της επεξεργασίας του αργύρου. Τη λύση στην εκπαίδευση νέων τεχνιτών, έδωσε η ίδρυση το 1930, της Σχολής μαθητείας «Γεωργίου Σταύρου» στην οποία εκπαιδεύτηκαν σημαντικοί, ίσως οι καλύτεροι, μεταγενέστερα τεχνίτες του ασημιού.
Δυστυχώς η τραγική περίοδος 1940-1950 περιόρισε τα θετικά αποτελέσματα και αυτής της προσπάθειας. Μόνο μετά το 1950 στα Γιάννενα, μοναδικό κέντρο πλέον της Ηπειρωτικής αργυροτεχνίας, ο κλάδος ανασυστήνεται. Η αργυροτεχνία αποκτά περίοπτη θέση στον κατάλογο των επαγγελματικών ενασχολήσεων. Το 1959 μάλιστα ιδρύεται η νέα σχολή Αργυροτεχνίας (Υπουργείο Εργασίας), που από το 1975 υπαγόταν στον ΟΑΕΔ. Τα γιαννιώτικα τεχνουργήματα καθίστανται περιζήτητα σε όλο τον ελλαδικό χώρο και μέσω του αναπτυσσόμενου τουριστικού ρεύματος και στο εξωτερικό. Τα αποκαλούμενα «ασημικά», γίνονται συνώνυμα της πόλης και αντίστροφα η πόλη των Ιωαννίνων με 300 (!) εργαστήρια, συνειρμικά ταυτίζεται με την αργυροτεχνία, εξού και η φράση «Γιάννενα η πόλη των ασημουργών».
Περί το τέλος του 20ού αι., η δημιουργία νέων κέντρων επεξεργασίας ασημιού, η βιομηχανοποίηση της κατασκευής, η εισαγωγή από άλλα κέντρα παραγωγής αργυρών αντικειμένων, αλλά και οι αλλαγές στις συνήθειες χρήσης των αργυρών χρηστικών αντικειμένων και των κοσμημάτων, περιόρισε τη ζήτηση των χειροποίητων ασημικών. Τα γιαννιώτικα εργαστήρια φθίνουν και ο αριθμός τους από το 1990 μειώνεται.
Παρά τις αντίξοες συνθήκες ο κλάδος σήμερα εξακολουθεί βέβαια να υφίσταται, προβάλλοντας και διαφημίζοντας την παραδοσιακή γιαννιώτικη τέχνη. Παράδειγμα τα λειτουργούντα στην πόλη καταστήματα αμιγούς αργυροχρυσοχοΐας, καθώς και τα εργαστήρια και το πωλητήριο στο «Κέντρο Παραδοσιακής Βιοτεχνίας». Επίσης οι (λίγοι) αργυροτεχνίτες με τα υψηλού επιπέδου χειροποίητα δημιουργήματά τους και τελευταία (2016) η ίδρυση του θεματικού «Μουσείου Αργυροτεχνίας» του «Πολιτιστικού Ιδρύματος Ομίλου Πειραιώς», φιλοδοξούν να διασώσουν τη γνώση των παλαιών τρόπων εργασίας, να προβάλλουν την ιστορική ταυτότητα της πόλης και να αναζωπυρώσουν το ενδιαφέρον του κοινού για την τέχνη του ασημένιου.
Στην τρίτη δεκαετία του 21ού αι., η γιαννιώτικη αργυροτεχνία προσπαθεί όχι μόνο να σταθεί όρθια αλλά και να μετεξελιχθεί αντιμετωπίζοντας τις προκλήσεις των εποχών. Οι προϋποθέσεις υφίστανται, αρκεί να πληρωθούν συγκεκριμένες προδιαγραφές ως δέσμη μέτρων: το επιτυχημένο παρελθόν του κλάδου και οι παρακαταθήκες που αυτό κατέλιπε, καθώς και η μετεξέλιξη του κλάδου, ώστε να είναι σε θέση, να διατηρήσει τη θέση του και να επιβάλλει το στίγμα και την παρουσία του σε εμπορικό, κατασκευαστικό και αισθητικό επίπεδο. Ασφαλώς και απαιτούνται μεταρρυθμίσεις και τομές. Κατά πρώτον εμπλουτισμός του ανθρώπινου δυναμικού. Δυστυχώς και για λόγους που δεν είναι του παρόντος, το επάγγελμα του αργυροτεχνίτη δεν είναι ελκυστικό. Δεύτερο στοιχείο η προσαρμογή της φόρμας των τεχνουργημάτων στις απαιτήσεις της αισθητικής των καιρών, ασφαλώς με σεβασμό στα στοιχεία που έκαναν διακριτή τη γιαννιώτικη αργυροτεχνία, ανά τους αιώνες. Εδώ καλείται η Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων να συνδράμει την προσπάθεια αναστοχασμού σε σχεδιαστικό επίπεδο (ήδη ανακοινωθηκε η βούληση της Σχολής να συμβάλλει στην αναβάθμιση του κλάδου). Η κίνηση-προσπάθεια αυτή θα πρέπει απαραίτητα να συνδυαστεί με την αναβάθμιση της προϋπάρχουσας σχολής μαθητείας ή την ίδρυση μιας νέας σχολής, η οποία θα αναλάβει την εκπαίδευση των νέων τεχνιτών σε πρακτικό επίπεδο. Στην υλοποίηση των μέτρων ανέλιξης του κλάδου μπορούν να αξιοποιηθούν τα ευάριθμα μέλη μιας νέας γενιάς μεταλλοτεχνιτών, οι οποίοι τα τελευταια χρόνια, με αυξημένα προσόντα και με ειδικές σπουδές έχουν συμμετάσχει στον εκ-μοντερνισμό του κλάδου. Θεωρείται ιδιαίτερα εποικοδομητικό και χρήσιμο να αναζητηθούν και να επιδιωχθούν συνεργασίες με αντίστοιχα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σχολές μαθητείας, καθώς και σχεδιαστικούς και κατασκευαστικούς οίκους του εξωτερικού οι οποίοι με τη γνώση και την εμπειρία τους θα υποστηρίξουν την προσπάθεια αναπροσαρμογής της γιαννιώτικης αργυροτεχνίας (ενδεικτικά αναφέρεται ο οίκος Bvlgari).
H ένταξη στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας της γιαννιώτικης αργυροτεχνίας,συνιστά μοναδική ευκαιρία αναδιάρθρωσης και αναγέννησης του συγκεκριμένου κλάδου. Ας αξιοποίησουμε τα συστατικά του παρελθόντος, τους ανθρώπους που τη στήριξαν-στηρίζουν, τις συγκυρίες του παρόντος. Το χρωστάμε στην ιστορία της πόλης και σε όλους τους μαστόρους του ασημιού, που έκαναν τα Γιάννενα πόλη-σύμβολο της καλλιτεχνικής αργυροτεχνίας.
