Σύμφωνα με την παράταξη, το ζήτημα αφορά κυρίως συμβασιούχους εργαζόμενους σε συγχρηματοδοτούμενες κοινωνικές δομές, καθώς και εργαζόμενους στην καθαριότητα που παραμένουν στις θέσεις τους με προσωρινές δικαστικές διαταγές.
Η ΔΑΣ ΟΤΑ κάνει λόγο για καθυστερήσεις και παραλείψεις της δημοτικής αρχής, σημειώνοντας ότι για την τοποθέτηση του μόνιμου προσωπικού εκδόθηκε αρχικά μία διαπιστωτική πράξη και ακολούθησαν δύο συμπληρωματικές αποφάσεις για υπαλλήλους που δεν είχαν περιληφθεί στην πρώτη.
Από τους περισσότερους από 400 συμβασιούχους του Δήμου, το πρόβλημα εντοπίζεται, σύμφωνα με την ανακοίνωση, σε περισσότερους από 100 εργαζόμενους μέσω ΕΣΠΑ, οι οποίοι απασχολούνται στα ΚΔΑΠ, στους παιδικούς σταθμούς, στα Κέντρα Κοινότητας και σε άλλες κοινωνικές δομές.
Παρότι έχουν προσληφθεί για συγκεκριμένο αντικείμενο και εργάζονται σε συγκεκριμένες υπηρεσίες, δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση για την τοποθέτησή τους στα αντίστοιχα Τμήματα. Ως συνέπεια, όπως αναφέρεται, δεν μπορούν να χρεώνονται επισήμως έγγραφα ούτε να απαντούν σε σχετικές υπηρεσιακές χρεώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η διευθύντρια Παιδείας αφαίρεσε από διοικητικούς υπαλλήλους το δικαίωμα υπογραφής, καθώς δεν είχαν τοποθετηθεί επισήμως στο Τμήμα.
Αντίστοιχο πρόβλημα καταγράφεται και για περίπου 80 εργαζόμενους στην καθαριότητα, οι οποίοι παραμένουν στις θέσεις τους με προσωρινές διαταγές. Η ΔΑΣ ΟΤΑ επισημαίνει ότι, μετά την εφαρμογή του νέου ΟΕΥ, δεν έχουν εκδοθεί οι απαιτούμενες διαπιστωτικές πράξεις για την τοποθέτησή τους στις υπηρεσίες όπου ήδη εργάζονται.
Κατά την παράταξη, οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να λαμβάνουν προφορικές εντολές για την κάλυψη υπηρεσιακών αναγκών, ενώ η απουσία επίσημης τοποθέτησης δημιουργεί σοβαρά ζητήματα σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος. Δυσκολίες προκύπτουν επίσης στην έκδοση υπηρεσιακών βεβαιώσεων, καθώς τυπικά δεν υπάρχει προϊστάμενος Τμήματος αρμόδιος να τις υπογράψει.
Η ΔΑΣ ΟΤΑ κατηγορεί, τέλος, τη δημοτική αρχή ότι έδωσε προτεραιότητα στην ανάθεση μέρους της υπηρεσίας καθαριότητας σε ιδιώτη και άφησε σε εκκρεμότητα την υπηρεσιακή τακτοποίηση περίπου 200 εργαζομένων, οι οποίοι, όπως υποστηρίζει, βρίσκονται ήδη σε καθεστώς εργασιακής ανασφάλειας λόγω των συμβάσεών τους.
