Στην ερώτησή του, ο κ. Τσίμαρης επισημαίνει ότι το νέο σύστημα ραντεβού για τα εξωτερικά ιατρεία των δημόσιων νοσοκομείων —μέσω των ψηφιακών πυλών finddoctors.gov.gr, MyHealth app και της τηλεφωνικής γραμμής 1566— έχει προκαλέσει σοβαρές δυσλειτουργίες, στερώντας από πολλούς ασθενείς την έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση σε βασικές ιατρικές υπηρεσίες.
Σύμφωνα με τις αναφορές γιατρών και εκπροσώπων ασθενών που παραθέτει, η εφαρμογή του νέου συστήματος έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση των διαθέσιμων ραντεβού στα τακτικά ογκολογικά ιατρεία μεγάλων νοσοκομείων, με αποτέλεσμα οι ασθενείς που χρειάζονται τακτική παρακολούθηση (follow-up) να περιμένουν για εβδομάδες ή και μήνες. Σε ορισμένες μονάδες, οι επισκέψεις έχουν μειωθεί από 250–300 σε 150–180 ασθενείς ανά εβδομάδα, γεγονός που θέτει σε κίνδυνο την υγεία και τη ζωή των ασθενών.
Ο Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής τονίζει ότι η απουσία εξειδικευμένων στοιχείων ανά ειδικότητα και κατηγορία ασθενών αποκρύπτει την πραγματική εικόνα, ενώ οι διαμαρτυρίες από ογκολογικούς ασθενείς για μεγάλες καθυστερήσεις πολλαπλασιάζονται.
Ο κ. Τσίμαρης ζητά από τον Υπουργό Υγείας να δώσει συγκεκριμένα στοιχεία (ανά νοσοκομείο και ειδικότητα) για τα ραντεβού που έχουν κλειστεί μέσω του νέου συστήματος από 1η Οκτωβρίου, πόσοι ογκολογικοί ασθενείς εξυπηρετούνταν εβδομαδιαίως πριν και μετά την εφαρμογή του νέου συστήματος και ποια είναι η ποσοστιαία μεταβολή στη διαθεσιμότητα ραντεβού για τα ογκολογικά ιατρεία.
Επίσης, ερωτά αν υπάρχει πρόβλεψη εξαίρεσης για ασθενείς που χρειάζονται τακτικό follow-up, ώστε να έχουν προτεραιότητα ή εσωτερική παραπομπή, ποια μέτρα προτίθεται να λάβει το Υπουργείο για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εξυπηρέτηση των ευπαθών ομάδων ασθενών και πώς διασφαλίζεται η ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών στο νέο σύστημα ραντεβού, χωρίς οικονομικούς ή γεωγραφικούς αποκλεισμούς.
«Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ένα λειτουργικό, δίκαιο και ανθρωποκεντρικό Ε.Σ.Υ., το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων των πολιτών — και ιδιαίτερα των ευάλωτων ομάδων όπως οι ογκολογικοί ασθενείς, που χρειάζονται συνεχή φροντίδα και παρακολούθηση», τονίζει ο κ. Τσίμαρης.
