Το συνέδριο, που διοργάνωσαν από κοινού ο Κλαδικός Εθνικός Αγροτικός Συνεταιρισμός Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ) και η Εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ), σε συνεργασία με το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, παρείχε χρήσιμα συμπεράσματα, τα οποία ωστόσο θα πρέπει να διαδεχθούν πράξεις, με τη συνεργασία αμπελουργών, οινοποιών και πολιτείας, όπως κατέστησε σαφές ο πρόεδρος του ΚΕΟΣΟΕ Χρήστος Μάρκου.
«Αν όσα αποφασίσαμε δε γίνουν πράξη, η επόμενη συνάντησή μας θα έχει χαρακτήρα απονομής τιμής στους εκλιπόντες απομάχους της αμπελουργίας και θα είναι κρίμα. Αν όμως δράσουμε τώρα, με σχέδιο και αποφασιστικότητα, με όραμα και ευθύνη, ενωμένοι, αμπελουργοί, οινοποιοί, συνεταιριστικοί και ιδιωτικοί οινοποιία, πολιτεία και φορείς, τότε το αύριο θα είναι εγγυημένα ευοίωνο. Και η δικαίωση θα έρθει και για τους αμπελουργούς αλλά και η ανάπτυξη θα είναι δεδομένη για το σύνολο της αμπελουργικής οικονομίας της χώρας», σημείωσε, κλείνοντας τις εργασίες του Συνεδρίου ο κ. Μάρκου.
Λίγο νωρίτερα, είχε αναφερθεί στα αναλυτικά συμπεράσματα του Συνεδρίου, αλλά και στην αναγκαιότητα εκπόνησης του Στρατηγικού Σχεδίου για την Αμπελουργία – το οποίο δεσμεύθηκε να χρηματοδοτήσει το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, προκειμένου να μετατραπούν τα προβλήματα και οι αδυναμίες του κλάδου σε δυνατότητες και όραμα.
Το μέγεθος των προβλημάτων του κλάδου αποτυπώνεται στα αρνητικά δεδομένα για την αμπελοκαλλιέργεια οινοποιήσιμων σταφυλιών της χώρας τις τελευταίες δεκαετίες, με κύριο χαρακτηριστικό την πρωτοφανή μείωση των εκτάσεων, οι οποίες από το 1990 έως σήμερα παρουσιάζουν μείωση της τάξης του 26,88%.
Προς αυτή την κατεύθυνση το Στρατηγικό Σχέδιο θα αποτελέσει το συμβόλαιο συμφωνίας μεταξύ κυβέρνησης, κράτους και φορέων για την παραγωγή και υιοθέτηση νέων πολιτικών και καινοτόμων λύσεων θεσμικού και τεχνοκρατικού χαρακτήρα, με στόχο την αναστροφή των τάσεων εγκατάλειψης και την ανάπτυξη της αμπελοκαλλιέργειας στη χώρα.
Πέρα από την διαχρονική μείωση των εκτάσεων, διαπιστώνεται το αδιέξοδο στο οποίο έχει οδηγηθεί ο ελληνικός αμπελώνας, εξαιτίας του ακραίου κατακερματισμού των εκτάσεων, αλλά και η απουσία κερδοφορίας των αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων, που οφείλεται είτε στις χαμηλές τιμές των προϊόντων είτε στη δραματική αύξηση του κόστους καλλιέργειας ή στην απουσία απαραίτητων πολιτικών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την αμπελουργία σε διαδικασία εκσυγχρονισμού.
Παράλληλα, η παραοικονομία «ζει και βασιλεύει» στην αγορά, στερώντας από τον παραγωγικό κόσμο ένα ικανοποιητικό εισόδημα, σε συνδυασμό και με ανεπάρκειες που διαπιστώνονται στις διαδικασίες πιστοποίησης και ελέγχου της πρώτης ύλης.
Με βάση όλα τα παραπάνω, θεωρείται αναγκαία μια στρατηγική πολιτική για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, όπως και η αξιοποίηση σύγχρονων διαθέσιμων εργαλείων που θα συμβάλλουν στον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό των όρων της αμπελοκαλλιέργειας, όπως ανέφερε ο κ. Μάρκου.
Τα συμπεράσματα επικεντρώνονται σε τρία κομβικά σημεία: το μέγεθος και τη μορφή των αμπελουργικών εκμεταλλεύσεων, τις συνθήκες λειτουργίας της αγοράς και το αμπελουργικό εισόδημα.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο, οι όποιες παρεμβάσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα μεγέθη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε αμπελουργικής ζώνης, θα πρέπει να επιλυθούν νομικά εργαλεία για ιδιοκτησιακά ζητήματα αλλά και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την ενίσχυση των ελληνικών ποικιλιών.
Επίσης, η αγορά θα πρέπει να λειτουργεί σε συνθήκες ισορροπίας και ελεύθερου ανταγωνισμού και όχι «με δύο μέτρα και δύο σταθμά», όπως ανέφερε ο κ. Μάρκου, προσθέτοντάς τέλος, πως για να υπάρχει «αύριο» στην αμπελουργία, θα πρέπει το αμπελουργικό εισόδημα να μπορεί να επανατροφοδοτεί τον ελληνικό αμπελώνα.
