Στον Η.Α. φιλοξενούμε τη δημοσιογράφο και συγγραφέα Έλενα Αντωνίου με αφορμή την παρουσία της στα Ιωάννινα για υπογραφές των βιβλίων της στο βιβλιοπωλείο Nakas Book House και το νέο της μυθιστόρημα «Αθάνατη Επιθυμία» (Εκδόσεις Bell, σειρά Silk). Ένα βιβλίο που δεν επενδύει σε εύκολες υποσχέσεις: στήνει έναν έρωτα μέσα σε σύγκρουση, μνήμη και σκοτεινά μυστικά, και αφήνει το ερώτημα να αιωρείται αν η επιθυμία μπορεί να επιβιώσει όταν όλα γύρω της ζητούν εξηγήσεις, όρια και τίμημα.
Έρχεστε στα Ιωάννινα για υπογραφές στο Nakas Book House. Τι σας συγκινεί περισσότερο σε αυτή τη «ζωντανή» επαφή με τους αναγνώστες, πέρα από την προώθηση ενός βιβλίου;
Ε.Α. Δεν υπάρχει τίποτα πιο όμορφο από την επαφή με τους αναγνώστες. Η αγκαλιά, η υποδοχή, τα λόγια από καρδιάς… Πλέον δεν υπάρχουν αποστάσεις ή μία οθόνη ανάμεσά μας, αλλά ανθρώπινη, αληθινή, ζεστή επαφή, όπου οι φίλες και φίλοι εκφράζουν με τόσο ειλικρινή και συγκινητικό τρόπο τα συναισθήματά τους για τις ιστορίες μου, που τους άγγιξαν.
Η «Αθάνατη επιθυμία» χτίζεται πάνω σε έρωτα και καθήκον. Πότε νιώσατε, γράφοντας, ότι ο ένας αρχίζει να καταβροχθίζει τον άλλο;
Ε.Α. Δεν θα έλεγα ότι «καταβρόχθισε» ο έρωτας το καθήκον. Απλώς υποχώρησε η λογική στο συναίσθημα. Ο συμβιβασμός στην επιλογή. Το χρέος στην επιθυμία. Με στόχο την προσωπική ολοκλήρωση και ευτυχία των ηρώων. Κανείς δεν έγινε ευτυχισμένος με το να συμβιβαστεί στις επιλογές και τις επιθυμίες των άλλων, αρνούμενος τα όνειρά του και την προσωπικότητά του.
Η Ηλιάνα είναι αρχαιολόγος άρα άνθρωπος που σέβεται τα ίχνη. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στη γνώση της, την ηθική της και στην ανάγκη της να παρασυρθεί;
Σε όλη την ιστορία, η Ηλιάνα παρέμεινε πιστή στην ηθική και τη γνώση της. Ωστόσο, ήταν πιο… συνειδητοποιημένη με τα θέλω της. Και αυτά διεκδίκησε παραμένοντας αληθινή απέναντι στον εαυτό της, τη δουλειά της και κυρίως απέναντι στα συναισθήματά της και τον άντρα που αγαπούσε.
Ο Άνχελ είναι ισχυρός, ελεγκτικός, με «σκοτεινή» αύρα. Ποιο σημείο της ιστορίας σας τον έκανε έστω για λίγο άνθρωπο και όχι ρόλο;
Κάθε στιγμή που ήταν κοντά στην ηρωίδα μου. Αυτή έβγαλε τον ευάλωτο εαυτό του, την αλήθεια του, τις επιθυμίες του στην επιφάνεια. «Ρόλος» ήταν για όλους τους άλλους. Μαζί της ήταν ο Άνχελ, ο άντρας που εκείνη αγάπησε και στην ουσία αυτός ήταν έτσι.
Το Μεξικό και η Ημέρα των Νεκρών κουβαλούν μια τελετουργική σχέση με τη μνήμη. Τι θέλατε να πείτε για την απώλεια: ότι τελειώνει ή ότι απλώς αλλάζει μορφή;
Για τους Μεξικανούς η Ημέρα των Νεκρών δεν είναι ημέρα θρήνου, αλλά μέρα γιορτής, αν μπορώ να το πω έτσι. Δεν υπάρχουν δάκρυα, αλλά χαρά. Είναι η μέρα που οι ζωντανοί συναντούν τους νεκρούς τους, οι ψυχές ταξιδεύουν. Εκείνες τις ημέρες, το τριήμερο των εκδηλώσεων, οι οικογένειες πηγαίνουν στα νεκροταφεία φέρνοντας λουλούδια, φαγητά, ποτά. Περνούν όλη τη νύχτα δίπλα στα μνήματα τραγουδώντας και γιορτάζοντας γι’ αυτήν την επανασύνδεση ζωντανών και νεκρών. Για εμένα, αυτό λειτουργεί παρηγορητικά για την απώλεια και θεραπεύει το τραύμα της.
Στο βιβλίο, οι αποκαλύψεις γεννούν ανασφάλειες και παρεξηγήσεις. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η πιο ύπουλη «παρεξήγηση» σε μια σχέση: αυτή που λέγεται ή αυτή που μένει άρρητη;
Τα μισά λόγια, οι μισές αλήθειες, η παραποίηση της αλήθειας, αυτό δημιουργεί παρεξηγήσεις. Όταν δεν είσαι ειλικρινής στη σχέση σου.
Λέτε -και το δείχνετε- ότι ακόμη και τα καλύτερα σχέδια ανατρέπονται. Αν έπρεπε να συνοψίσετε σε μία φράση τι «ζητά» τελικά αυτός ο έρωτας από τους ήρωές σας, ποια θα ήταν;
Να γνωρίσουν τον εαυτό τους και να ικανοποιήσουν τα πραγματικά θέλω τους και όχι τα θέλω των άλλων.
