Dikastiko Megaro
Αίθουσα ΣύνταξηςΕπικαιρότηταΟικονομία

Ερώτημα από τα Γιάννενα «ξεφούσκωσε» τα δάνεια του νόμου Κατσέλη

Αφετηρία τα Γιάννενα είχε η δικαστική εξέλιξη, που αλλάζει ριζικά τον τρόπο υπολογισμού των οφειλών χιλιάδων δανειοληπτών του νόμου Κατσέλη και οδηγεί σε μια από τις πιο ευνοϊκές οικονομικές αποφάσεις των τελευταίων ετών για όσους είχαν ενταχθεί στο προστατευτικό πλαίσιο του ν. 3869/2010.

Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, που κρίνει ότι οι τόκοι πρέπει να υπολογίζονται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου της ρυθμισμένης οφειλής, βάζει τέλος σε μια μακρά περίοδο ανασφάλειας δικαίου και έχει άμεσο, μετρήσιμο οικονομικό αποτύπωμα για δεκάδες χιλιάδες νοικοκυριά.
Η υπόθεση έφτασε στο ανώτατο δικαστικό επίπεδο έπειτα από προδικαστικό ερώτημα που υπέβαλε το Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων, ζητώντας σαφή απάντηση σε ένα κρίσιμο νομικό δίλημμα που επί χρόνια δίχαζε τα δικαστήρια και οδηγούσε σε αντικρουόμενες αποφάσεις. Το ερώτημα αφορούσε το αν το επιτόκιο που προβλέπει ο νόμος Κατσέλη, επιβάλλεται στη μηνιαία δόση που καθορίζει το δικαστήριο ή στο σύνολο της οφειλής που απομένει μετά το «κούρεμα». Η αμφισημία αυτή, δεκαπέντε χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου, ήταν εκείνη που ενεργοποίησε τη διαδικασία της πιλοτικής δίκης και έφερε το ζήτημα στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Προδικαστικά ερωτήματα για ανάλογες υποθέσεις είχαν γίνει και από άλλα Ειρηνοδικεία στο παρελθόν, καθώς υπήρχαν πολλές αντιφατικές αποφάσεις σε παρόμοιες υποθέσεις δανειοληπτών, που είχαν προσφύγει. Ωστόσο, η αρμόδια επιτροπή απέρριπτε την εισαγωγή τους στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, κάτι που έγινε με το ερώτημα του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων. Σχετικά με την υπόθεση μιας συνταξιούχου, που καλούνταν να πληρώσει με τους τόκους επί του συνόλου του κεφαλαίου μια δόση 800 περίπου ευρώ από 450 ευρώ.
Τη δανειολήπτρια εκπροσώπησε η δικηγόρος Ιωαννίνων Όλυ Τσουμάνη, η οποία παραστάθηκε και στην πιλοτική δίκη στον Άρειο Πάγο, μαζί με Δικηγορικούς Συλλόγους και Εργατικά Κέντρα απ’ όλη την Ελλάδα, καθώς και συναδέλφους της.

Η απόφαση

Με απόφαση που ελήφθη κατά πλειοψηφία (35-12), κρίθηκε ότι ο τόκος πρέπει να υπολογίζεται αποκλειστικά επί της μηνιαίας δόσης, υιοθετώντας τη θέση των δανειοληπτών και απορρίπτοντας την πρακτική που ακολουθούσαν τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, οι οποίες εκτόκιζαν το σύνολο της οφειλής. Η κρίση αυτή αλλάζει τη «φύση» της ρύθμισης: η οφειλή δεν εκτοκίζεται ούτε ανατοκίζεται, οι δόσεις δε «φουσκώνουν» με την πάροδο του χρόνου και το χρέος ουσιαστικά παγώνει.
Η απόφαση αφορά όσους έχουν υπαχθεί στον νόμο Κατσέλη με δικαστική απόφαση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, πρόκειται για περίπου 120.000 δανειολήπτες, ενώ αν συνυπολογιστούν και οι εγγυητές, ο αριθμός των ωφελούμενων μπορεί να φτάνει ή και να ξεπερνά τις 250.000. Συνολικά, οι ρυθμισμένες οφειλές εκτιμάται ότι αγγίζουν τα 12,5 δισ. ευρώ, με τη συντριπτική πλειονότητά τους να έχει ενταχθεί στις τιτλοποιήσεις του προγράμματος «Ηρακλής».
Η οικονομική διαφορά που προκύπτει από τη νέα ερμηνεία του νόμου, είναι ενδεικτική του μεγέθους της αλλαγής. Σε ένα ρυθμισμένο δάνειο 100.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών και επιτόκιο 3%, ο υπολογισμός των τόκων στο σύνολο του κεφαλαίου οδηγούσε σε συνολική οφειλή περίπου 135.000 ευρώ και σε μηνιαία δόση κοντά στα 560 ευρώ. Αντίθετα, με τον υπολογισμό του τόκου μόνο στη μηνιαία δόση, οι τόκοι περιορίζονται δραστικά, η δόση κινείται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα και το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης μειώνεται εντυπωσιακά.
Σύμφωνα με το σκεπτικό που υιοθέτησε η πλειοψηφία του Αρείου Πάγου, ο νομοθέτης, με τον ν. 3869/2010, είχε ως πρωταρχικό στόχο την αντιμετώπιση των σοβαρών κοινωνικών και οικονομικών προβλημάτων που προκάλεσε η υπερχρέωση των φυσικών προσώπων και τη διασφάλιση της πρώτης κατοικίας. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η πρόταση της τότε εισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίας Αδειλίνη, η οποία είχε ταχθεί υπέρ του υπολογισμού του τόκου στη δόση, υπογραμμίζοντας ότι βασικό κριτήριο του νόμου είναι η διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του.
Η απόφαση ανοίγει, ωστόσο, και ένα δεύτερο κρίσιμο κεφάλαιο: εκείνο της αναδρομικότητας. Το αν δηλαδή η νέα ερμηνεία θα καταλαμβάνει και τις δόσεις, που έχουν ήδη καταβληθεί με τον παλιό τρόπο υπολογισμού. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα ποσά που καταβλήθηκαν επιπλέον θα μπορούσαν να συμψηφιστούν με μελλοντικές υποχρεώσεις ή να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικών διεκδικήσεων. Το ζήτημα αυτό αναμένεται να αποσαφηνιστεί με την καθαρογραφή της απόφασης τους επόμενους μήνες.
Την ίδια ώρα, τραπεζικοί και χρηματοοικονομικοί κύκλοι εκφράζουν έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις της απόφασης, εκτιμώντας ότι η αλλαγή του τρόπου εκτοκισμού συνεπάγεται απώλειες που υπολογίζονται σε περίπου 1,3 δισ. ευρώ. Παράλληλα, εκφράζονται φόβοι για το ενδεχόμενο να εγερθούν αντίστοιχες αξιώσεις και από άλλες κατηγορίες οφειλετών, αν και νομικές πηγές διευκρινίζουν ότι η απόφαση αφορά αποκλειστικά τις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη, ο οποίος έχει πλέον λήξει, και δεν επεκτείνεται αυτομάτως σε άλλες περιπτώσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι μια υπόθεση που γεννήθηκε στα δικαστήρια των Ιωαννίνων εξελίχθηκε σε απόφαση-ορόσημο με πανελλαδική εμβέλεια δεν περνά απαρατήρητο. Για χιλιάδες δανειολήπτες, η απόφαση του Αρείου Πάγου σηματοδοτεί το τέλος μιας μακρόχρονης οικονομικής ασφυξίας. Για το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία συνολικά, ανοίγει μια νέα συζήτηση για τα όρια της δικαστικής προστασίας και τον τρόπο, με τον οποίο ισορροπεί το κράτος δικαίου ανάμεσα στην κοινωνική συνοχή και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.