Ο λόγος για τον Βασίλη Αναγνωστόπουλο, που από συνοδός πέρυσι του Δημήτρη Καννή στον αγώνα, φέτος κατάφερε να τολμήσει το μεγάλο εγχείρημα και να τερματίσει μετά από 35 ώρες και 4 λεπτά στο άγαλμα του Λεωνίδα στη Σπάρτη.
Με αφορμή αυτό το επίτευγμα, ο Βασίλης Αναγνωστόπουλος μίλησε στην αθλητική εκπομπή «Sport Club» του Ioannina TV και στον Νίκο Σκούμπο, ο οποίος μας παραχώρησε την άδεια να δημοσιεύσουμε την ενδιαφέρουσα αυτή συνέντευξη.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
ΝΙΚΟΣ ΣΚΟΥΜΠΟΣ
Μπορεί να έχεις συμμετάσχει σε πολλούς αγώνες μεγάλων αποστάσεων, ωστόσο στο «Σπάρταθλον» ήταν η πρώτη σου συμμετοχή. Πώς είναι να τρέχεις έναν αγώνα τόσο μεγάλης απόστασης, μιλάμε για 246 χιλιόμετρα. Ο κοινός νους δεν το συλλαμβάνει. Το θεωρεί υπεράνθρωπο.
Συμμερίζομαι απόλυτα τον κοινό νου. Και για μένα είναι κάτι εξωπραγματικό. Και τώρα που το συζητάμε, είναι δύσκολο να κατανοήσω και εγώ ότι έγινε, αλλά είναι κάτι το οποίο, εάν το βάλεις στόχο, προσπαθείς αρκετά, σωματικά, ψυχολογικά, πνευματικά και μπορείς και να τα καταφέρεις. Τα όριά σου μπορεί να είναι πολύ πιο πέρα από όσο νομίζεις και τελικά να πετυχαίνεις πράγματα που δε φαντάζεσαι.
Πέρα από όσα ανέφερες, νομίζω ότι το Σπάρταθλον είναι και ένας ιδιαίτερος αγώνας με αρκετές δυσκολίες. Πρέπει να συνυπολογίσει κάποιος τις καιρικές συνθήκες, πρέπει να υπολογίσει την κίνηση στην εθνική οδό. Οι δυσκολίες αυξάνονται. Ο συντελεστής δυσκολίας αυξάνεται. Όλα αυτά πώς τα αντιπαρέρχεται ένας αθλητής;
Είναι γεγονός ότι ένας τέτοιος αγώνας, όπως και κάθε υπερμαραθώνιος, επηρεάζεται από καιρικές συνθήκες. Δεν ξέρεις τι θα συναντήσεις και μπορεί να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή. Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος γι’ αυτά ακόμα και στο επίπεδο των προπονήσεων. Δηλαδή, να έχεις βγει να κάνεις προπονήσεις με ήλιο, με βροχή, βράδυ, οποτεδήποτε. Ακόμα-ακόμα και στην εθνική οδό, επειδή ο αγώνας τρέχει δίπλα στα αυτοκίνητα, ενδέχεται στις προπονήσεις σου να πρέπει να προσαρμοστείς και εκεί. Δηλαδή να βγεις να τρέξεις όχι σε ένα ασφαλές κομμάτι, αλλά κάπου που μπορεί δίπλα σου να περνάνε φορτηγά, αυτοκίνητα, οτιδήποτε άλλο, ώστε να είσαι συνεχώς σε εγρήγορση, γιατί ενδέχεται μέσα στον αγώνα να αντιμετωπίσεις μία τέτοια κατάσταση. Μπορεί δηλαδή να χρειαστείς, όπως έτυχε σε εμένα, να ανεβείς πάνω στο πεζοδρόμιο σε κάποιο σημείο, γιατί δεν περνούσες ανάμεσα από αυτοκίνητα.
Η πιο ωραία στιγμή του αγώνα ποια είναι; Είναι ο τερματισμός; Είναι κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια που καταλαβαίνεις ότι είσαι κοντά και θα τερματίσεις, θα πετύχεις το στόχο σου; Γιατί φαντάζομαι το να τερματίσεις επίσης είναι ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα, διότι οι μισοί τα καταφέρνουν από αυτούς που ξεκινούν.
Ωραίες στιγμές είναι αρκετές, όπως και οι δύσκολες στιγμές είναι αρκετές. Προφανώς, όταν διαπιστώνεις ότι μάλλον είσαι κοντά στο να καταφέρεις, πραγματικά η διάθεσή σου αλλάζει, αλλά τίποτα δε συγκρίνεται με τα τελευταία 200-300 μέτρα πριν τον τερματισμό, αλλά και όταν μπαίνεις μέσα στην πόλη της Σπάρτης και ο κόσμος σε ενθαρρύνει, χαίρεται μαζί σου, ιδίως όταν βλέπουν ότι είσαι Έλληνας. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί ξένοι, αλλά, όταν βλέπει ο κόσμος κάποιον Έλληνα, πραγματικά εκστασιάζεται και σου δίνει ακόμη μεγαλύτερη δύναμη. Νομίζω ότι τα συναισθήματα των τελευταίων μέτρων δεν αλλάζουν με τίποτα. Είναι εικόνες που σου μένουν πάντα χαραγμένες στο μυαλό, μέχρι να φτάσεις στο άγαλμα του Λεωνίδα και να ακουμπήσεις το πόδι.
Τι είδους προετοιμασία απαιτεί ένας τέτοιος αγώνας; Δώσε μας μία εικόνα από μία τυπική μέρα προπόνησής σου κατά τη διάρκεια της περιόδου προετοιμασίας.
Λίγο-πολύ οι προπονήσεις μου ήταν έξι φορές την εβδομάδα. Έπαιρνα και ένα ρεπό, αναγκαστικά ενδεχομένως, γιατί δεν υπάρχουν και πάρα πολλές ελεύθερες ώρες λόγω εργασίας. Δουλειά, γρήγορα-γρήγορα τα αθλητικά ρούχα… Μία προπόνηση μπορεί να ήταν γυμναστήριο, βάρη, μπορεί να ήταν ποδήλατο, μπορεί να ήταν προπόνηση έντασης.
Κάποιος στο μυαλό του μπορεί να έχει ότι κάποιος που τρέχει 246 χιλιόμετρα, τρέχει όλη μέρα στη ζωή του.
Όχι, δεν είναι έτσι. Παρότι υπάρχουν πολλοί που το πιστεύουν αυτό και νομίζουν ότι κάνοντας μόνο τρέξιμο και πάρα πολύ τρέξιμο θα τα καταφέρεις, αυτό δεν ισχύει. Πρέπει πραγματικά να κάνεις μία προπόνηση πιο εμπεριστατωμένη. Να ακολουθείς ένα πρόγραμμα ή ιδανικά να έχεις κάποιον προπονητή και να είναι εναλλασσόμενες, να είναι διαφορετικές. Να προσαρμόζεις το σώμα σου εκεί… Φυσικά το Σαββατοκύριακο, που θα έχεις περισσότερο χρόνο, θα κάνεις τα λεγόμενα long runs όπως λέμε εμείς. Μπορεί να βγεις να τρέξεις τέσσερις-πέντε ώρες ή κάποιες αποστάσεις μεγαλύτερες για να προσαρμοστείς και στην καταπόνηση της ώρας πάνω στο σώμα σου, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι μία ολιστική προσέγγιση προπονητικά σε όλο σου το σώμα, για να δυναμώσεις έτσι όπως και να ανταπεξέλθεις στις ανάγκες του αγώνα.
Ακολουθείς αυστηρό πρόγραμμα διατροφής;
Δε θα το έλεγα αυστηρό. Οπωσδήποτε, πριν από έναν αγώνα θα είσαι λίγο πιο προσεκτικός, θα κοιτάξεις να τραφείς με τροφές που περιέχουν ουσίες, τις οποίες θα χρειαστεί ο οργανισμός σου μέσα στον αγώνα και θα πορευτείς με αυτό το πλάνο.
Πόσο σημαντικό ρόλο παίζει η ψυχολογική προετοιμασία για να συμμετάσχεις σε έναν τέτοιο αγώνα; Ισχύει αυτό που λέγεται ευρέως ότι με την προπόνηση πας μέχρι ένα σημείο. Με την καρδιά, όμως, και με την ψυχή φτάνεις μέχρι το τέλος;
Ισχύει απόλυτα. Η ψυχολογική προετοιμασία είναι πολύ σημαντική, ακόμα και το πώς θα αντιμετωπίσεις τα χιλιόμετρα που περνάς. Δηλαδή, αν ξεκινήσεις τώρα και πεις «έκανα ένα χιλιόμετρο. Έχω άλλα 245…», μάλλον δε θα τα καταφέρεις.
Κουράζεται το μυαλό;
Πάρα πολύ. Ενώ μπορεί να μην κουραστεί το σώμα, θα κουραστεί το μυαλό. Πρέπει να καταμερίσεις τον αγώνα, να σκέφτεσαι ότι πρέπει να φτάσω μέχρι το τάδε σημείο και το μυαλό σου να επικεντρωθεί εκεί. Μετά αλλάζεις. Θα πεις «τώρα πρέπει να φτάσω μέχρι εκεί». Σβήνεις ό,τι έχεις κάνει…
Βάζεις σταθμούς δηλαδή;
Φυσικά. Σβήνεις ό,τι έχεις κάνει πίσω, δεν κοιτάς τι έχεις κάνει και βάζεις τον επόμενο στόχο. Στόχο-στόχο. Το μοιράζεις έτσι. Δε θα ξεχάσω μία κουβέντα που έχω ακούσει τρέχοντας πριν από τέσσερα χρόνια στον υπερμαθαρώνιο του Mont Blanc, στον γύρο του Λευκού όρους στις Άλπεις. Θυμάμαι ότι μας έλεγε η εκφωνήτρια, «θα ξεκινήσετε, έχετε προετοιμαστεί. Θα ξεκινήσετε να τρέχετε με το κορμί σας. Κάποια στιγμή θα σας εγκαταλείψει. Θα συνεχίσετε με το μυαλό. Και όταν σας εγκαταλείψει και αυτό, θα συνεχίσετε με την καρδιά». Ήταν ένα πάρα πολύ ωραίο σλόγκαν. Εμένα μου έχει μείνει και νομίζω ότι αντικατοπτρίζει απόλυτα το τι συμβαίνει σε έναν υπερμαραθώνιο.
Η αλήθεια είναι ότι χρειάζεται ιδιαίτερες ψυχικές δυνάμεις, τις οποίες πρέπει να καλλιεργήσεις κιόλας για να φτάσεις στο σημείο να τρέξεις έναν τέτοιο αγώνα και αυτό δεν το χωράει πολύ εύκολα ο κοινός νους. Εσάς τους υπερμαραθωνοδρόμους σας κατατάσσει σε μία ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων. Είστε μία ιδιαίτερη κατηγορία όντως;
Ιδιαίτερη κατηγορία με την έννοια ότι μπορείς να κουμαντάρεις λίγο το μυαλό σου, γιατί αυτό είναι απαραίτητο. Για μένα είναι πάνω από το 50% ενός τέτοιου αγώνα και επίσης ξέρεις εκ των προτέρων ότι το μυαλό σου θα παίξει πολλά παιχνίδια μέσα στον αγώνα. Θα περάσει και σε φάση διέγερσης, χαράς, ευτυχίας, που θα χαίρεσαι γι’ αυτό που κάνεις. Θα περάσεις και στιγμές στις οποίες θα δυσανασχετείς, θα λες «τι κάνω εγώ εδώ;». Εκεί είναι το δύσκολο κομμάτι, να μπορέσεις να ανταπεξέλθεις και να το κουμαντάρεις για να ξαναπεράσεις στην πρώτη κατάσταση. Πράγματα τα οποία τα έζησα και εγώ στο Σπάρταθλο. Ειδικά την πρώτη ημέρα, που οι καιρικές συνθήκες για μένα ήταν δύσκολες… Είχε πάρα πολλή ζέστη και υγρασία και πραγματικά στα πρώτα 80 χλμ. δεινοπάθησα στην κυριολεξία και πέρασα τον πρώτο σταθμό στο 80ο χιλιόμετρο ένα τέταρτο πριν κλείσει. Εκεί θεωρούσα δεδομένο ότι δεν τον έχω τον αγώνα, ότι θα τον χάσω. Η ψυχολογία στο ναδίρ. Κάποιες κουβέντες από φίλους στο σταθμό, λίγο ανάταση ψυχολογίας, έπεσε η θερμοκρασία και ξαφνικά ένιωσα σαν να είχα ξεκινήσει εκείνη τη στιγμή. Αυτό αυτομάτως ανέβασε την ψυχολογία, τη διάθεση, σωματικά ένιωσα καλύτερα και κέρδισα αρκετό χρόνο από τα χρονικά όρια που είναι γενικά δύσκολα.
Να εγκαταλείψεις σκέφτηκες κάποια στιγμή; Σου πέρασε από το μυαλό; Γιατί είναι ένας δύσκολος αγώνας, που έχει χρονικά όρια.
Η αλήθεια είναι, αν και δεν έχω εγκαταλείψει ποτέ σε αγώνα όλα αυτά τα χρόνια που τρέχω, φοβήθηκα ότι μπορεί να χρειαστεί να εγκαταλείψω. Αφενός πρέπει να τερματίσεις σε 36 ώρες, αφετέρου έχει αρκετά χρονικά όρια και μέσα στη διάρκειά του. Όταν, λοιπόν, ένιωσα τόσο άσχημα, λέω ότι μάλλον δε βγαίνει ο αγώνας, αλλά τουλάχιστον δε θα τον αφήσω εγώ. Θα συνεχίσω μέχρι να με κόψουν αυτοί. Όμως, εκεί μάλλον πήρα τα πάνω μου και πήγα καλύτερα. Κέρδισα τον χρόνο που ήθελα και άρχισα σιγά-σιγά να πιστεύω ότι μπορεί και να γίνει.
Πώς μπήκε στη ζωή σου το τρέξιμο; Πώς ξεκίνησες να τρέχεις αγώνες και πώς έφτασες να τρέχεις πολύ μεγάλες αποστάσεις; Υπήρξε κάποια ιδιαίτερη στιγμή στη ζωή σου που σε ώθησε προς τα εκεί;
Το τρέξιμο δεν ξεκίνησε ως σκοπός στη ζωή μου. Θα έλεγα ότι μπήκε από σπόντα. Είχαμε μία παρέα που παίζαμε 5Χ5. Κάποια στιγμή διαλύθηκε και απλά ένιωθα ότι κάτι ήθελα να κάνω. Είχα και κάποια παραπάνω κιλά και είπα ότι δεν πρέπει να αφεθώ. Και ξεκίνησα να τρέχω περισσότερο σε διάδρομο, ακριβώς για να νιώσω εγώ καλύτερα. Στην πορεία γνώρισα κάποιους φίλους της πόλης που τρέχανε λίγο πριν από μένα. Με βάλανε στον πειρασμό. Έτρεξα πρώτη φορά τον Γύρο Λίμνης. Το θεώρησα πάρα πολύ δυνατό αυτό το κομμάτι και ακόμη το θυμάμαι, το 2008. Αμέσως μετά με παρότρυναν και πήγαμε και στον κλασικό μαραθώνιο της Αθήνας. Μπήκε το μικρόβιο σιγά-σιγά, εξελίχθηκε. Η αλήθεια είναι ότι με κέρδισε το βουνό στην πορεία. Μου αρέσουν πολύ περισσότερο οι αγώνες βουνού. Κάποια στιγμή δοκιμάζεις τα όριά σου. Λες «μήπως μπορώ και κάτι παραπάνω και κάτι παραπάνω» και βρέθηκα να κάνω υπερμαραθωνίους.
Είχες κάποιο πρότυπο; Μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό ο Κούρος, ο οποίος έχει τρέξει στο παρελθόν πολύ μεγάλους αγώνες και μάλιστα είναι και ο μοναδικός Έλληνας που έχει τερματίσει πρώτος στο «Σπάρταθλον».
Θεωρώ ότι ο Γιάννης Κούρος θα έπρεπε να είναι πρότυπο για κάθε έναν που τρέχει τέτοιους αγώνες. Από εκεί και πέρα υπάρχουν αθλητές που τους θαυμάζω και έχω διαβάσει και αρκετά βιβλία τους. Ο Ντιν Καρνάζης, ο Ελληνοαμερικανός, με τον οποίο τρέξαμε και ένα κομμάτι παρέα στο «Σπάρταθλον» και τα λέγαμε. Έτρεξε, αλλά δεν τερμάτισε. Ίσως μεγάλωσε και λίγο, ίσως δεν κάνει αυτά που έκανε παλιότερα. Και άλλοι αθλητές είναι πρότυπα, ειδικά στο κομμάτι των υπεραμαραθωνίων, όπως ο Αμερικανός Σκοτ Τζούρεκ. Από εκεί και πέρα θαύμαζα οποιονδήποτε έχει να κάνει με το «Σπάρταθλον». Θυμάμαι παλιότερα και τον Ιταλό Ιβάν Κουντίν. Αλλά πάντα υπήρχαν και πρότυπα φίλοι, αθλητές που θαύμαζα και εδώ στην Ελλάδα. Ο Νίκος Καλοφύρης στο βουνό, ο Δημήτρης Θεοδωρακάκος. Αρκετά παιδιά, με τους οποίους πλέον είμαστε φίλοι.
Πώς εξηγείς ότι οι περισσότεροι οι οποίοι ασχολούνται με το τρέξιμο έχουν μία ηλικία; Δεν είναι 25-30 χρονών. Είναι 35 plus, ίσως και 40 να είναι η πρώτη τους επαφή. Αυτό εξηγείται βιολογικά; Μπορούν να αποδώσουν καλύτερα ή είναι το ενδιαφέρον που αποκτάται σε εκείνη την ηλικία;
Το τρέξιμο των μεγάλων αποστάσεων θέλει και λίγο υπομονή. Και συνήθως τα νεαρότερα παιδιά, ίσως είναι και πάνω στην διέγερση της ηλικίας, θέλουν κάτι πιο έντονο, οπότε προτιμάνε μικρές αποστάσεις που είναι ταχύτητα, δύναμη. Τελευταία μπαίνουν και σε μεγαλύτερες αποστάσεις, αλλά κυρίως στις μεγαλύτερες είναι άνθρωποι που μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν υπομονή και να μπαίνουν για ώρες στο τρέξιμο.
Λες δηλαδή ότι αντιλαμβάνονται κάπου γύρω στα 40, ότι η ζωή δεν είναι 100άρι αλλά είναι μαραθώνιος;
Πιθανώς να είναι κάτι τέτοιο. Ίσως μπαίνουν και στη διαδικασία, θέλοντας να προσέξουν και λίγο τον εαυτό τους, γιατί μετά τα 40 αρχίζεις και σκέφτεσαι μήπως μεγάλωσα, έχω κάνει χίλια δυο παλιότερα, οπότε πρέπει να προσέχω πια.
Υπάρχει μία έξαρση του δρομικού κινήματος. Είναι και λίγο μόδα, πέρα απ’ όλα τα υπόλοιπα;
Βεβαίως είναι και μόδα.
Θα ήθελες να στείλεις ένα μήνυμα στους ανθρώπους που θα ήθελαν ίσως κάποια στιγμή να ξεκινήσουν να τρέχουν, αν όχι μεγάλες αποστάσεις, μικρότερες;
Θα τους έλεγα να ακολουθήσουν το όνειρό τους. Το όνειρό τους μπορεί να είναι από τη συμμετοχή σε έναν αγώνα, μέχρι το να τρέξω για να νιώσω καλά, να τρέξω για να αδυνατίσω, να τρέξω με την παρέα μου, να περάσω όμορφα μια μέρα. Ακολουθείστε το όνειρό σας. Τα όρια υπάρχουν για να τα ξεπερνάμε. Δε λέω απαραίτητα να πάνε να τρέξουν «Σπάρταθλον» ή υπεραμαραθώνιο, αλλά για κάποιον όριο μπορεί να είναι να τρέξει και τρία χιλιόμετρα και πέντε. Να το δοκιμάσει, να το ξεπεράσει. Και εγώ την πρώτη φορά που έτρεξα, 2,5 χιλιόμετρα, αισθάνθηκα ότι έχω κάνει προπόνηση.
Φαντάζομαι τώρα τα 2,5 χιλιόμετρα σου ακούγονται πολύ αστεία;
Αστείο δεν είναι τίποτα. Οτιδήποτε κάνει ο καθένας, είναι αξιέπαινος. Και αυτός που θα τρέξει πέντε χιλιόμετρα και δέκα και τρία και αυτός που θα τρέξει αποκλειστικά για να προσέξει λίγο το σώμα του, είναι αξιέπαινος. Αρκεί να κάνει κάτι για τον εαυτό του.
Ξέρω ότι τρέχεις και για έναν καλό σκοπό. Θα ήθελες να τον μοιραστείς;
Είμαι εργαζόμενος φυσιοθεραπευτής στην ΕΛΕΠΑΠ και πάντα σε όλους τους αγώνες τρέχω για τα παιδιά της ΕΛΕΠΑΠ. Πραγματικά παίρνω δύναμη από τη δύναμή τους. Μου δίνουν δύναμη σε κάθε μου βήμα και επειδή τα ζω καθημερινά, μπορώ να καταλάβω τι θα πει να ξεπερνάς τα όριά σου. Γι’ αυτό, λοιπόν, πάντα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου είναι αυτά και θα τρέχω γι’ αυτόν τον σκοπό. Από εκεί και πέρα θα ήθελα να πω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον προπονητή που ακολούθησα τις συμβουλές του εδώ και ένα χρόνο, τον Δημήτρη Δερέκα. Φίλος, αδερφός, προπονητής. Τον ευχαριστώ πάρα πολύ. Όπως και τη βιομηχανία ζυμαρικών Melissa, που με στήριξε και έμπρακτα στο ταξίδι μου στο «Σπάρταθλον».
