Υπάρχουν βιβλία που αφηγούνται ιστορίες και βιβλία που καταγράφουν ανθρώπινες διαδρομές. Και υπάρχουν κάποια άλλα, λιγότερα, που επιχειρούν κάτι δυσκολότερο: να φωτίσουν το αθέατο κομμάτι του ανθρώπινου νου, εκεί όπου το σύμπτωμα συναντά το βίωμα, όπου η παραμόρφωση συνδιαλέγεται με την ιστορία που την γέννησε. Το νέο βιβλίο του Νίκου Μπιλανάκη «Στον ψυχίατρο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ισνάφι, ανήκει σε αυτήν την τελευταία κατηγορία. Δεν είναι κατάδυση στην «τρέλα» -λέξη που χρησιμοποιείται πολλές φορές βιαστικά και άκριτα- αλλά σε εκείνη τη λεπτή, σχεδόν άυλη μεθόριο όπου ο άνθρωπος μετακινείται από τον κοινό τόπο της εμπειρίας σε έναν κόσμο ιδιωτικό. Το σημείο αυτό, όπου η πραγματικότητα αρχίζει να μετατοπίζεται, δεν είναι θεαματικό ούτε θορυβώδες. Αντίθετα, συχνά περνά απαρατήρητο. Είναι η στιγμή που ο άνθρωπος απομακρύνεται από τον εαυτό του, παραμορφώνει το γνώριμο τοπίο, ερμηνεύει τον κόσμο με τρόπους που πηγάζουν από φόβο, πόνο, εγκατάλειψη, κακοποίηση, μοναξιά. Ο Νίκος Μπιλανάκης ξέρει ότι αυτό το σημείο δεν είναι ποτέ μια έκρηξη· είναι μια ρωγμή που δύσκολα διακρίνεται στην αρχή. Κι όμως, μέσα απ’ αυτή τρυπώνουν ο τρόμος, η σύγχυση, ο παραλογισμός -αλλά και η ανάγκη, η προσδοκία να κρατηθεί κάποιος όρθιος, ακόμη και μέσα σε έναν κόσμο που οι άλλοι δεν βλέπουν.
Αυτή τη ρωγμή επιχειρεί να σκιαγραφήσει ο συγγραφέας. Όχι ως ειδικός που περιγράφει, ούτε ως αφηγητής που δραματοποιεί. Αλλά ως άνθρωπος που κατανοεί βαθιά ότι πίσω από κάθε παραλήρημα, κάθε εμμονή, κάθε πράξη που η κοινωνία σπεύδει να ονομάσει «τέλος της λογικής», υπάρχει μια μοναχική, θρυμματισμένη διαδρομή, συχνά χωρίς μάρτυρες. Ο αναγνώστης λοιπόν από νωρίς αντιλαμβάνεται ότι το βιβλίο «Στον ψυχίατρο» δεν γράφτηκε για να τον ψυχαγωγήσει ή να τον παρηγορήσει. Γράφτηκε για να τον μεγαλώνει.
Το εύρος των ιστοριών δίνει στο βιβλίο τη δύναμή του: από την άνοια και την αποδιοργάνωση της ταυτότητας, μέχρι τις συνέπειες της κακοποίησης, τη μανία, τις ψευδαισθήσεις, τη μελαγχολία, την παρανοϊκή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, τις διαγενεακές παθολογίες, τις εμμονές, τις «συνενοχικές» παραισθήσεις. Καταγράφει ποικιλία κλινικών φαινομένων, αλλά κυρίως ποικιλία ανθρώπινων ζωών: κάποιες καταλήγουν στη βία και την αυτοκαταστροφή, άλλες στη θεραπεία και την αργή διάσωση.
Ο Νίκος επιλέγει τις λέξεις του μεθοδικά και προσεκτικά. Τις παιδεύει, τις ζυγίζει. Αντιστέκεται στον πειρασμό της εντυπωσιοθηρίας, της εύκολης δραματοποίησης ή της συναισθηματικής υπερβολής. Αντίθετα, υιοθετεί μια γλώσσα που δεν είναι ούτε σκληρή ούτε τρυφερή· είναι ακριβής. Μια γλώσσα που ενσωματώνει την πράξη της φροντίδας, μια ηθική στάση απέναντι στο υποκείμενο. Η λέξη λειτουργεί σαν περίβλημα, προφυλάσσοντας τον άνθρωπο που εκτίθεται μέσα στην αφήγηση, χωρίς ποτέ να τον εξωραΐζει. Μ’ αυτόν τον τρόπο δίνει στους ήρωές του μια αξιοπρέπεια, που ενδεχομένως ούτε οι ίδιοι δεν θα απαιτούσαν για τον εαυτό τους –εκείνος όμως νιώθει ότι τους την οφείλει.
Κι εκεί βρίσκεται η αξία του βιβλίου: μας φέρνει αντιμέτωπους με το ανθρώπινο υπόλειμμα πίσω από την παραμόρφωση και τη βία. Με το κομμάτι που δεν χάνεται, όσο κι αν σκοτεινιάσει ή ξεστρατίσει ο νους. Με τις σχέσεις που μετασχηματίζονται, ενίοτε και θεραπευτικά. Με τη φροντίδα που, όταν υπάρξει, μπορεί να επαναφέρει τον άνθρωπο από το χείλος στο έδαφος σε στέρεο έδαφος -όχι πάντα, όχι με θαύματα, αλλά με συνέπεια, επιμονή και στοιχειώδη κατανόηση.
Ο Νίκος Μπιλανάκης δεν προτείνει λύσεις ούτε παρηγορητικές εξηγήσεις. Προσφέρει κάτι δυσκολότερο: έναν τρόπο να βλέπουμε πέρα από την κρίση της στιγμής. Να αντιλαμβανόμαστε ότι κάθε αποδόμηση έχει ρίζες και κάθε πιθανή αποκατάσταση απαιτεί χώρο, χρόνο και σεβασμό. Κι αυτή είναι η δύναμη των «ψυχρογραφημάτων» του: όχι στο σοκ που προκαλούν οι πράξεις των ανθρώπων αυτές καθ’ αυτές, αλλά στην ακρίβεια με την οποία φωτίζουν αυτά τα ψυχογραφήματα την ανθρώπινη συνθήκη όταν φτάνει στα όριά της. Την παραφροσύνη όχι ως τερατωδία, αλλά ως συνέχεια της ζωής -μιας ζωής που εκτράπηκε, πληγώθηκε, στράβωσε, αλλά εξακολουθεί να έχει ρίζες, μνήμες, πρόσωπα. Γι’ αυτό και οι ιστορίες αυτού του βιβλίου δεν μιλάνε για «καλούς» και «κακούς», ούτε για «θύματα» και «θύτες» με απλοϊκό τρόπο. Μιλάνε για ανθρώπους που βρέθηκαν σε ψυχική άβυσσο για διαφορετικούς λόγους, με διαφορετικές διαδρομές, με άνισο βαθμό ευθύνης. Το βιβλίο δεν χαρίζεται σε κανέναν, αλλά δεν διαπομπεύει κανέναν. Αντίθετα, αποκαθιστά τη συνθετότητα των εν πολλοίς τραγικών ιστοριών που αφηγείται, όχι την αθωότητα των πρωταγωνιστών τους.
Και εδώ ο Νίκος κατορθώνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: κρατά ισορροπία ανάμεσα στο γεγονός, την καταγραφή και το συναίσθημα, που αυτή η καταγραφή γεννά στον αναγνώστη, αλλά και στον ίδιο τον συγγραφέα. Δεν απογυμνώνει τις ιστορίες από την ανθρώπινη διάστασή τους, ούτε όμως τις αφήνει να παρασυρθούν από το δράμα τους. Η συγκίνηση είναι υπόγεια, όχι επιβλητική. Η κατανόηση περνά μέσα από τις λεπτομέρειες, όχι από ρητορικές εξάρσεις. Η ανθρώπινη ευαλωτότητα δεν παρουσιάζεται ως αδυναμία, αλλά ως κάτι αναγνωρίσιμο: όλοι μπορούμε να ραγίσουμε. Άλλοι αντέχουν, άλλοι όχι. Άλλοι επιστρέφουν, άλλοι χάνονται.
Το βιβλίο μάς επαναφέρει στο αυτονόητο που ξεχνάμε: οι πιο ακραίες εκφάνσεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς δεν είναι εξαιρέσεις ενός «άλλου» κόσμου, αλλά κομμάτια του δικού μας. Κάθε απόκλιση που βλέπουμε δεν υπάρχει άλλωστε σε κενό χώρο. Υπάρχει μέσα στην κοινωνία, ανάμεσά μας. Στην καθημερινή βιαστική κρίση μας, στην απόσταση που κρατάμε πριν προσπαθήσουμε να καταλάβουμε. Το στίγμα δεν είναι αφηρημένο. Είναι πράξη. Είναι στάση. Και στις ιστορίες του Νίκου, αυτό το στίγμα αποδομείται όχι με θεωρητικό λόγο, νουθεσίες και προτροπές, αλλά με αφηγηματικό ήθος. Εξάλλου ο άνθρωπος δεν γεννιέται «εισβολέας» της κανονικότητας· γίνεται, ή μάλλον μετατοπίζεται, συχνά από ανάγκη.
Θα ήθελα να σταθώ και σε κάτι ακόμη που δεν φαίνεται στο βιβλίο, υπάρχει όμως σε κάθε σελίδα του: τη συλλογική γνώση που έχει χτιστεί μέσα σ’ ένα σπίτι, το οποίο μοιράζεται την ίδια επιστήμη, την ίδια καθημερινότητα, την ίδια εγρήγορση απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Η Κατερίνα Βρατσίστα, που είναι επίσης ψυχίατρος, δεν είναι συνοδοιπόρος μόνο στη ζωή του Νίκου. Είναι και στη ματιά του. Δεν χρειάζεται να είναι παρούσα στο κείμενο για να υπάρχει: είναι εκεί σε κάθε ιστορία που διασταυρώθηκε με τη ματιά της, σε κάθε δίλημμα που συζητήθηκε, σε κάθε ραγισμένο άνθρωπο που άφησε το αποτύπωμά του στη ζωή και των δύο. Αυτή η αθέατη, αλλά καθοριστική, συνεισφορά δείχνει ότι το βιβλίο δεν γράφτηκε από έναν, αλλά γεννήθηκε και μέσα από μια κοινή διαδρομή κατανόησης, στήριξης και έγνοιας.
Κλείνοντας, θέλω να πω ότι όλοι είμαστε πιο κοντά απ’ όσο νομίζουμε στο σκοτάδι των ιστοριών του βιβλίου «Στον Ψυχίατρο». Όχι γιατί είμαστε επικίνδυνοι ή «κακοί», αλλά γιατί είμαστε ανθρώπινοι. Στο τέλος, μένει μια βαθιά εντύπωση: οι ιστορίες δεν γράφτηκαν για να σοκάρουν και να οπτικοποιήσουν τη βία. Γράφτηκαν για να επιτρέψουν. Να επιτρέψουν στον αναγνώστη να αντέξει να δει, να μπει σε έναν νου που παραπατά, να αντιληφθεί ότι η γραμμή ανάμεσα στο «εμείς» και στο «οι άλλοι» είναι απελπιστικά λεπτή. Και ότι ο μόνος δρόμος που μπορεί να μας κρατήσει στην πλευρά του φωτός -όχι πάντα, αλλά συχνά- είναι η κατανόηση και η φροντίδα: η σταθερή, επίμονη, άνευ όρων, αξιοπρεπής φροντίδα.
Κι έτσι, το βιβλίο του Νίκου δεν γίνεται απλώς καταγραφή περιστατικών. Γίνεται υπενθύμιση: πίσω από κάθε ράγισμα υπάρχει ένας άνθρωπος, και πίσω από κάθε άνθρωπο, που ραγίζει, υπάρχει πάντα μια πιθανότητα επιστροφής –δεν είναι μόνο στο δικό του χέρι και των ειδικών, είναι και στο δικό μας.
*Το παρόν κείμενο ήταν μία τις ομιλίες που ακούστηκαν στην παρουσίαση του βιβλίου.
