Αν και μέχρι στιγμής η κατάσταση παραμένει διαχειρίσιμη σε επίπεδο νοσηλευτικών κλινών, τόσο τοπικά όσο και πανελλαδικά, οι υγειονομικές αρχές παρακολουθούν στενά την εξέλιξη, καθώς βρισκόμαστε στην καρδιά του χειμώνα και μπροστά μας υπάρχουν ακόμη αρκετές εβδομάδες αυξημένης κυκλοφορίας των ιών.
Σύμφωνα με την αντιπεριφερειάρχη Δημόσιας Υγείας της Περιφέρειας Ηπείρου, καθηγήτρια Ιατρικής Σταυρούλα Τσιάρα, καταγράφεται σαφής άνοδος στις σοβαρές λοιμώξεις του αναπνευστικού, με προεξάρχουσα τη γρίπη. Παράλληλα, μικρή αύξηση παρουσιάζει και ο αναπνευστικός συγκυτιακός ιός (RSV), ενώ ο Covid-19 κινείται ανάμεσα στις δύο αυτές λοιμώξεις, χωρίς να αποτελεί αυτή τη στιγμή την κυρίαρχη αιτία νοσηλείας.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι οι ασθενείς που νοσηλεύονται είναι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, ανεμβολίαστοι, μεγάλης ηλικίας και με υποκείμενα νοσήματα. «Με μεγάλη λύπη μου το λέω ότι είναι μεγάλης ηλικίας άτομα, με υποκείμενα νοσήματα, τα οποία οπωσδήποτε έπρεπε να είχαν υποστεί τον εμβολιασμό τους τελευταίους φθινοπωρινούς μήνες ή την αρχή του χειμώνα, δεν έχουν εμβολιαστεί και έχουν εισαχθεί στο νοσοκομείο εξαιτίας επιπλοκών της γρίπης ή παρατεταμένης νόσου, δηλαδή η νόσος παρατείνεται περισσότερο από το κανονικό με βήχα, δύσπνοια, πυρετούς και άλλες επιπλοκές. Ενδεχομένως θα είχαν αποφύγει αυτή την νοσηλεία αν είχαν εμβολιαστεί, γιατί τα συμπτώματα θα ήταν ηπιότερα», σημείωσε η κ. Τσιάρα, απευθύνοντας έκκληση προς τους πολίτες να εμβολιαστούν, ακόμη και τώρα. Το εμβόλιο της γρίπης παραμένει το βασικό και ουσιαστικότερο μέτρο πρόληψης, είναι δοκιμασμένο, ασφαλές και ενταγμένο εδώ και χρόνια στο Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών. Μάλιστα, όπως σημειώνει η κ. Τσιάρα, υπάρχουν συμπολίτες που έχουν ήδη προμηθευτεί το εμβόλιο, αλλά δεν έχουν προχωρήσει στον εμβολιασμό τους, γεγονός που καθιστά αναγκαία την άμεση ενεργοποίησή τους.
Ταυτόχρονα, ειδικά για την περιοχή μας, υπάρχει ακόμη χρόνος ώστε το εμβόλιο να παρέχει προστασία το επόμενο διάστημα, οπότε η γρίπη και οι λοιμώξεις θα βρίσκονται στο «ζενίθ». Όπως επισημαίνει η κ. Τσιάρα, αυτή την περίοδο κυριαρχεί η γρίπη τύπου Α, ενώ σταδιακά αρχίζουν να εμφανίζονται και μεμονωμένα περιστατικά γρίπης τύπου Β, κάτι που συνήθως ακολουθεί την κορύφωση του πρώτου κύματος. Η εμπειρία των προηγούμενων ετών δείχνει ότι η συνολική επιβάρυνση από τις ιώσεις ενδέχεται να συνεχιστεί για τουλάχιστον ενάμιση με δύο μήνες ακόμη. «Γύρω στα μέσα Φεβρουαρίου αναμένεται ένα νέο “άλμα” στις ιώσεις και μετά τις Απόκριες, μια μικρή άνοδος, μέχρι τους εαρινούς μήνες, οπότε θα αρχίσει η πτώση.
Καθοριστικός είναι και ο ρόλος της υπεύθυνης συμπεριφοράς στην καθημερινότητα, ιδιαίτερα μετά την επανέναρξη της λειτουργίας των σχολείων. Τα παιδιά συνήθως νοσούν ήπια ή και ασυμπτωματικά, γεγονός που διευκολύνει τη μετάδοση του ιού στο σχολικό περιβάλλον και, στη συνέχεια, στο οικογενειακό πλαίσιο. Εκεί, συχνά υπάρχουν ηλικιωμένοι ή άτομα με χρόνια και ανοσοκατασταλτικά νοσήματα, για τα οποία ακόμη και μια φαινομενικά «απλή» ίωση μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη.
Για τον λόγο αυτό, η παραμονή στο σπίτι, σε περίπτωση εμφάνισης συμπτωμάτων, κρίνεται απολύτως αναγκαία, τόσο για τα παιδιά όσο και για τους ενήλικες. «Θα έχουμε λίγο στο μυαλό μας να εμβολιαστούμε, να αποφεύγουμε τις συναθροίσεις, οι ασθενείς να μείνουν στο σπίτι τους για λίγες ημέρες. Παλιότερα, που δεν είχαμε και φάρμακα, η θεραπεία των ιογενών λοιμώξεων ήταν παραμονή στο σπίτι, με ζεστά. Το ίδιο πρέπει να κάνουν και τώρα και οι ενήλικες και τα παιδιά, να μένουν στο σπίτι. Πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας και τους ανήμπορους, παιδιά, νέους ενήλικες και μεγαλύτερους, οι οποίοι είναι ανοσοκατασταλμένοι και μπορεί πραγματικά να χρειαστεί να νοσηλευτούν και να κινδυνεύσουν από αυτά τα απλά νοσήματα για τον γενικό πληθυσμό, που όμως μπορεί να είναι απειλητικά για τη ζωή τους», κατέληξε η κ. Τσιάρα.
Σε έξαρση η γρίπη, αυξημένες εισαγωγές στα νοσοκομεία
Σε ανοδική πορεία βρίσκονται οι λοιμώξεις του αναπνευστικού, με τη γρίπη να παρουσιάζει έντονη έξαρση τις τελευταίες ημέρες, γεγονός που αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις αυξημένες προσελεύσεις και εισαγωγές στα νοσοκομεία των Ιωαννίνων, όπως άλλωστε συμβαίνει και στο σύνολο της χώρας.
