people all ages
Αίθουσα ΣύνταξηςΑπόψεις

Η γενιά κάνει τους άντρες και οι άντρες τη γενιά!

Βoomers, γενιά Χ, millennials, γενιά Ζ. Γράφει ο Νίκος Μπιλανάκης.

Αρχές δεκαετίας του ’80, επιστρέφω στην Ελλάδα μετά από μεταγραφή μου από πανεπιστημιακή σχολή του εξωτερικού. Και τότε επαναστατώ και αποφασίζω να διακόψω για λίγο την ξέπνοη τρεχάλα των ατέλειωτων σπουδών μου και να επιτρέψω στον εαυτό μου να κάνει μια στάση, να πάρει μια απόσταση από το μακρόχρονο και συνεχιζόμενο της ακαδημαϊκής μου πορείας. Παρέα, λοιπόν, με έναν φίλο ξεκινάμε ένα ταξίδι με τραίνο, με λεωφορείο, με auto-stop, μέσα στα πλαίσια ενός περιορισμένου φοιτητικού προϋπολογισμού αλλά και μιας απεριόριστης νεανικής αλληλεγγύης, σε όλη την  Ελλάδα, για τρεις περίπου μήνες. Κοιμόμασταν σε σπίτια γνωστών και σε φοιτητικές εστίες, τρώγαμε στις πανεπιστημιακές λέσχες ή… τίποτα, κόβαμε βόλτες, κάναμε παρέες και συζητούσαμε! Κάτι σαν «Στον δρόμο» του Κέρουακ, που άρεσε πολύ στη γενιά μου να διαβάζει. Μαζί με άλλους beatnik συγγραφείς αλλά και σύγχρονους έλληνες εκείνης της εποχής, όπως τον Σκούρτη, τον Ραφτόπουλο, τον Τσατσόπουλο κ.ά. Που στα κείμενά τους αναδυόταν ως θεματική το όραμα της ατομικότητας και όχι της συλλογικότητας, με την πολιτική και τους αγώνες για τη δημοκρατία, όπως συνέβαινε έως τότε. Εκείνο τον καιρό, πολλοί και όχι μόνο εμείς, με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα μας, ταξιδεύαμε την εποχή μας, ψάχνοντας επιμόνως να βρούμε μαύρες θάλασσες και μακρινές πεδιάδες, ιερούς τόπους ενός μέλλοντος που μας είχαν τάξει προφήτες και ποιητές της δικής μας γενιάς!

Στην Αλεξανδρούπολη, στο τέλος του ταξιδιού εκείνου, μείναμε μία μόνο βραδιά, που την περάσαμε το περισσότερο σε ένα ταβερνάκι, στην περιοχή του λιμανιού της. Σε εκείνο το σχεδόν μισοαδειανό ταβερνάκι βρεθήκαμε να μιλάμε μ’ ένα μπάρμπα μιας ή δύο γενιών μεγαλύτερο από εμάς, που τα κουτσοέπινε στο διπλανό τραπεζάκι. Θρακιώτη αγρότη –που’ χε ζήσει πόλεμο, φτώχεια, εξορία- και πάνω στην έξαψη της κουβέντας μας, κάποια στιγμή, τον ρωτήσαμε να μας πει, με την πείρα όλων αυτών των χρόνων που είχε μαζέψει, τι θα μας συμβούλευε για τη ζωή, τι οδηγίες θα μας έδινε τώρα που εμείς ξεκινούσαμε. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι μας απάντησε, πάντως κάτι για «τη φτώχεια και το ψωμί που έλειπε» μας ψιθύρισε και «την ανάγκη εσείς να διαβάζετε και να ακούτε τι λέει το Κόμμα, αν θέλετε να προκόψει ο τόπος κι ο λαός μας». Λόγια που μας απογοήτευσαν, όπως είχαμε απογοητευτεί πολλές φορές μέχρι τότε και με άλλα λόγια, πιο «κανονικά», που μιλούσαν για το παραδοσιακό «πατρίδα – θρησκεία – οικογένεια»!

Σαράντα χρόνια σχεδόν από τότε, αναρωτιέμαι τι θα απαντούσα σήμερα εγώ στους σημερινούς νέους, αν τύχαινε αυτοί να απευθύνουν σε εμένα την ίδια ερώτηση. Τι θα έλεγα εγώ, ένας μπάρμπας («boomer» θα με λέγανε τώρα) στα σημερινά παιδιά; Σε νέους 20-25 χρόνων που θα τύχαινε να δείξουν, όπως δείξαμε και εμείς τότε, μια διάθεση συναλλαγής με τους προηγούμενους -διάθεση που φαίνεται να σιγοκαίει σαν καντήλι σε κάθε νεότερη γενιά! Σημερινούς νέους που μοιάζουν όχι μόνο άλλης γενιάς άνθρωποι αλλά άλλου είδους ανθρώποι. Που κρύβονται κι αυτοί πίσω από τα μαύρα ρούχα, αλλά αυτοί είναι πολύ πιο πραγματιστές και προγραμματισμένοι από εμάς. Έχοντας το κεφάλι τους διαρκώς σκυμμένο πάνω στο κινητό τους -για να ενημερώνονται από τα κοινωνικά μέσα, να ψωνίζουν ηλεκτρονικά, να μην μπορούν να φανταστούν την ζωή παρά μόνο στο ψηφιακό περιβάλλον. Σημερινοί νέοι που δεν δίνουν προτεραιότητα στη δημιουργία οικογένειας, αλλά φροντίζουν με επιμέλεια το σώμα τους και το lifestyle τους, ανησυχώντας για τα οικολογικά. Νιώθοντας ιδιαίτερα περήφανοι για την άνευ προηγουμένου ελευθερία που απολαμβάνει η γενιά τους αλλά και περισσότερο αδύναμοι να ελέγξουν τις συνέπειες αυτής της ελευθερίας.

Δεν θα με ρωτήσουν όμως. Γιατί δεν με βλέπουν. Όπως και εγώ, όταν ήμουν νέος, δεν έβλεπα τους μεγαλύτερους, τα (γε)ρόντια, τα παππούδια. Προχωρούσα καλπάζοντας μπροστά, με την αλαζονική αυτοπεποίθηση των νιάτων μου που δεν πίστευα ποτέ ότι θα τελειώσουν, μην δίνοντας δεκάρα τσακιστή στις εκκλήσεις των μεγαλύτερων. Ούτε καν στην παρουσία τους. Ό,τι κι αν έκαναν αυτοί για να μπαζώσουν το χάσμα που μας χώριζε.

Χάσμα γενεών, το λένε. Χάσμα που χωρίζει ομάδες ανθρώπων που έχουν γεννηθεί σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Περιόδους εντός των οποίων έχουν συμβεί διαφορετικά ιστορικά γεγονότα που έχουν καθορίσει τις στάσεις και τις αντιλήψεις τους. Και αν παλαιότερα υπήρχαν μόνο δύο γενιές -οι νεότεροι και οι μετά τα 30 που όλοι γινόντουσαν συνομήλικοι- στον σημερινό ρευστό κόσμο, με τα πολλά σημαντικά γεγονότα, ο χρόνος έχει κατακερματιστεί και έχει οδηγήσει στη δημιουργία περισσότερων γενεών.

Μια πρώτη γενιά σχηματίζουν αυτοί που γεννηθήκαν από το 1925 έως το 1945. Επηρεάστηκαν από τις επιπτώσεις του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, στην πλειοψηφία τους εργάστηκαν στον πρωτογενή τομέα και οι γυναίκες τους ασχοληθήκαν κυρίως με τις δουλειές του σπιτιού και το μεγάλωμα των παιδιών. Η συγκεκριμένη γενιά, που χάνεται πλέον, γαλουχήθηκε με τις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες και την πίστη στο Θεό. Ακολουθεί η γενιά που γεννήθηκε από το 1946 μέχρι το 1964. Πήραν το όνομα boomers, από την εκρηκτική αύξηση των γεννήσεων που παρατηρήθηκε εκείνη την περίοδο, μετά τη λήξη του πολέμου. Αυτούς τους χαρακτήρισε ο ψυχρός πόλεμος, η έντονη εκβιομηχάνιση και η αστικοποίηση που οδήγησε πολλά άτομα στα μεγάλα αστικά κέντρα για να ασχοληθούν κυρίως με τον δευτερογενή και τον τριτογενή τομέα παραγωγής. Σε αυτή τη χρονική περίοδο άρχισαν επίσης σταδιακά οι γυναίκες να εισέρχονται στην αγορά εργασίας. Αυτή η γενιά θεωρείται επαναστατική γενιά (π.χ. Πολυτεχνείο) και γενιά των κοινωνικών κινημάτων (π.χ. φεμινισμός, ανθρώπινα δικαιώματα). Μετά από αυτούς, ακολουθούν όσοι γεννήθηκαν από το 1965 έως το 1980 (γενιά Χ). Τα άτομα αυτά έζησαν την περίοδο της παγκόσμιας και εγχώριας ευμάρειας (εποχή της αστακομακαρονάδας). Μείζον κοινωνικό γεγονός της συγκεκριμένης γενιάς ήταν επίσης η μαζική είσοδος των γυναικών στην εργασία και η έξαρση των διαζυγίων που σημειώθηκε. Ακολουθούν όσοι γεννήθηκαν από το 1981 έως το 1996 (Millennials). Κομβικής σημασίας γεγονός για αυτούς ήταν η οικονομική ύφεση του ’08. Η κρίση οδήγησε εκείνη τη γενιά να καταγράψει υψηλά ποσοστά ανεργίας και οι αμοιβές τους να είναι πολύ χαμηλότερες σε σχέση τόσο με τις δυο προηγούμενες γενιές. Κατά τα άλλα έχουν εξαιρετική εκπαίδευση, μιλούν μια με δυο γλώσσες πέραν της μητρικής τους και είναι πολύ εξοικειωμένοι με τις νέες τεχνολογίες. Οι άνθρωποι αυτοί δεν δίνουν πλέον προτεραιότητα στη δημιουργία οικογένειας και πολλοί από αυτούς είναι άθεοι. Παράλληλα είναι ευαισθητοποιημένοι σε θέματα που σχετίζονται με την υποβάθμιση του περιβάλλοντος και τη στήριξη και προάσπιση αδύναμων κοινωνικών ομάδων. Συνάμα δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο lifestyle, έχοντας οι περισσότεροι υιοθετήσει προγράμματα καλύτερης διατροφής και σωματικής άσκησης. Στο τέλος, είναι όσοι γεννήθηκαν από το 1997 μέχρι και το 2015 και σχηματίζουν τη γενιά Ζ. Το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα των συγκεκριμένων ατόμων είναι πως γεννήθηκαν σε ένα κόσμο που υπήρχε το διαδίκτυο, οπότε δεν γνωρίζουν πώς ήταν ο κόσμος χωρίς αυτό.

Οι ειδικοί ισχυρίζονται ότι με τη δημογραφική εξέλιξη που παρατηρείται στη κοινωνία μας, τις νέες τεχνολογίες και την παράταση της εργασιακής ζωής, σήμερα πλέον μπορούν να συνυπάρχουν και οι πέντε ανωτέρω διαφορετικές γενιές. Πέντε γενιές ανθρώπων που κατανοούν διαφορετικά τον κόσμο. Με τις τελευταίες από αυτές, επιπρόσθετα, να διακατέχονται και από μια νοοτροπία ανωτερότητας, που βασίζεται στην αντίληψη ότι ο κόσμος τους είναι ο καλύτερος και ο σοφότερος απ’ όλους τους προηγούμενους κόσμους που υπήρξαν. Κάνοντας με αυτό τον τρόπο την απόσταση που υπάρχει έτσι ή αλλιώς αναμεταξύ των γενεών να γίνεται όλο και πιο μεγάλη. Δυσκολεύοντας τους γονείς να καταλάβουν και να επικοινωνήσουν με τα παιδιά τους, τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας να έχουν άλλες απόψεις από τους μεγαλύτερους συναδέλφους τους, τις διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ ατόμων διαφορετικών γενιών να περιορίζονται ή να εκλείπουν τελείως.

Ναι, η γενιά κάνει τον άντρα, με την έννοια ότι καθένας από εμάς ανήκει στη γενιά του και καθορίζεται από την εποχή του. Οι αποφάσεις και η συμπεριφορά του καθενός μας, του ανήκουν και τις χρεώνεται αλλά είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι διαμορφώνονται και δικαιολογούνται από το ιστορικό πλαίσιο που ζει η γενιά του. Όπως συνέβηκε με τον Θρακιώτη αγρότη που οι βασικές του επιλογές καθοριστήκαν από τον καιρό του, όπως συνέβηκε με εμένα, όπως θα συμβεί και με τον σημερινό νέο που επίσης τον καθορίζει η δική του γενιά.

Το ζήτημα όμως είναι να μην μένει η κάθε γενιά βουτηγμένη και αποκλεισμένη στον δικό της κόσμο, γιατί έτσι περιορίζουμε όλοι μαζί τους ορίζοντες μας, περιορίζουμε τον ίδιο τον κόσμο. Αν μιλούσαμε μεταξύ μας, οι νεότερες γενιές θα μπορούσαν να φέρουν τους γεροντότερους σε επαφή με τις δικές τους ιδέες και αξίες και οι μεγαλύτεροι, από τη μεριά τους, εκτός από τη σοφία και τα διδάγματά τους, θα μπορούσαν να προσφέρουν στους νεότερους πολύτιμα παραδείγματα για το πώς μπορεί να μοιάζει η ζωή μετά τη νεότητα. Επιτρέποντας επιπλέον στα νεαρά άτομα να δημιουργήσουν πρότυπα που δεν θα περιορίζονται μόνο σε αυτά των γονέων τους. Αν μιλούσαμε μεταξύ μας, αν ενθαρρυνόμαστε στην επικοινωνία μεταξύ των γενεών μας, θα είχαμε μια κοινωνία περισσότερο συμπεριληπτική και λιγότερο μοναχική!

Αν μιλούσαμε μεταξύ μας κι αν ποτέ ρωτούσανε εμένα τι κατάλαβα από τη δική μου ζωή, τότε θα τους έλεγα ότι τρία πράγματα κατάλαβα ως σημαντικά:

Πρώτον ότι η ζωή είναι σύντομη, γρήγορα τελειώνει. Ας τη ζήσουν λοιπόν ολοκληρωτικά, ας τη ρουφήξουν ως το μεδούλι, να μην αφήσουν πίσω κανένα κομμάτι της αβίωτο!

Δεύτερον ότι η ζωή από μόνη της στερείται νοήματος, νόημα και σκοπό της δίνουμε εμείς. Ας της δώσουν λοιπόν αυτοί το νόημα που θα επιλέξουν!

Και τρίτον, αυτή τη σύντομη και άσκοπη ζωή θα τη ζήσουν καλύτερα αν τη ζήσουν με αγάπη, «αγάπη για τα βουνά και τα πέλαγα, τους γνωστούς και τους άγνωρους τόπους, τα πουλιά, τα λουλούδια, τα σύννεφα και πιο πολύ τους ανθρώπους». Αυτά θα τους έλεγα αν με ρωτούσανε.