Το νέο μυθιστόρημα της Σοφίας Μάντζιου, «Το Πορτρέτο των Αρραβώνων» που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έξη, μας μεταφέρει στην ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’60. Μέσα από την ιστορία της Ρίνας, μιας γυναίκας που βρέθηκε εγκλωβισμένη σε κοινωνικούς κανόνες, και της φίλης της Αρετής που επέλεξε να αντισταθεί, η συγγραφέας φωτίζει με συγκίνηση και αλήθεια το δίλημμα ανάμεσα στη θυσία και στην ελευθερία. Με κεντρικό σύμβολο ένα πορτρέτο που από εικόνα καταπίεσης γίνεται τελικά σημάδι λύτρωσης, το βιβλίο θέτει ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια μιας εποχής και αγγίζουν τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Κυρία Μάντζιου, το βιβλίο σας μας γυρίζει σε μια Ελλάδα της δεκαετίας του ’60, όπου οι γυναίκες κουβαλούσαν στους ώμους τους θυσίες, σιωπές και κοινωνικές επιταγές. Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε να δημιουργήσετε αυτήν την ιστορία και πώς καταφέρατε να αποδώσετε τη φωνή εκείνων των γυναικών χωρίς να μείνει μονάχα μια «ιστορική» αφήγηση αλλά κάτι που αφορά και το σήμερα;
Έμπνευσή μου αποτέλεσαν οι ίδιες οι γυναίκες που βίωσαν τη σκληρή ζωή της επαρχίας από τα τέλη του ’50 κι έπειτα. Και οι γυναίκες αυτές, είναι και ο λόγος που κατάφερα να μεταδώσω το κλίμα της εποχής με τον τρόπο που το έκανα. Οι γιαγιάδες μας, οι θείες μας, αποτέλεσαν τον δίαυλό μου με το παρελθόν. Το έκαναν αυθόρμητα, μέσα από την καθημερινή συναναστροφή μου μαζί τους κι όχι με την αγωνία με την οποία διηγείται κάποιος τα ιστορικά γεγονότα.
Σαν άνθρωπος που γεννήθηκα, μεγάλωσα και ζω στην επαρχία, έχω μάθει να αφουγκράζομαι τους ανθρώπους της, να απολαμβάνω την εξιστόρηση των περασμένων με ρυθμό ήρεμο, φυσικό. Με κάθε αφορμή, άκουγα τις ζωές τους, τα περιστατικά που τους συνέβησαν… Ήταν η ανάγκη τους για μοίρασμα, για ξαλάφρωμα και όχι για ιστορική καταγραφή. Πολλές φορές ήταν η ανάγκη τους να τα ξορκίσουν, να τα πετάξουν από πάνω τους, να τ’ αφήσουν πίσω. Κι έτσι πέρασαν μέσα μου, ως οι πληγές του χθες που μας συνόδευσαν στο σήμερα, ως το διαγενεακό τραύμα μας, που πρέπει πλέον να το φροντίσουμε, για να μην το μεταβιβάσουμε και μεις στο αύριο μας.
Η Ρίνα και η Αρετή είναι δύο γυναίκες που επιλέγουν εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Η μία μένει εγκλωβισμένη στην οικογένεια και στα καθήκοντα, ενώ η άλλη αναζητά την ελευθερία της. Ποια ήταν η πρόθεσή σας πίσω από αυτή τη διπλή αφήγηση και πόσο πιστεύετε ότι αντανακλά πραγματικά πρότυπα γυναικών εκείνης αλλά και της δικής μας εποχής;
Σίγουρα η Ρίνα ενσαρκώνει σε μεγαλύτερο βαθμό το πρότυπο των γυναικών της εποχής, στην οποία λαμβάνουν χώρα τα γεγονότα του βιβλίου μου. Δε χωράει αμφιβολία για το τι επέσυρε το ακούσιο λάθος του να γεννηθείς θηλυκό! Πιστεύω πάντως, ότι ανάμεσα σε τόσες «Ρίνες», κάπου κάπου ξεπρόβαλλε σίγουρα και κάποια «Αρετή». Υπήρχαν γυναίκες, οι οποίες είτε στέκονταν τυχερές και μεγάλωναν σε πιο προοδευτικές οικογένειες, είτε κουβαλούσαν από τη φύση τους ένα αλλόκοτο τσαγανό, που δεν τις άφηνε να παραδοθούν στην ασχήμια των καιρών. Τουλάχιστον όχι δίχως μάχη!
Στην εποχή μας, ευτυχώς η «Αρετή» δεν ξεπροβάλει μονάχα κάπου κάπου! Δεν έχει εκλείψει όμως και το πρότυπο της «Ρίνας», άρα οι μάχες συνεχίζουν να είναι ζωτικής σημασίας. Μπορεί να έχουν αλλάξει λιγάκι βέβαια τα όπλα ή τα πεδία…
Όσον αφορά την πρόθεση μου, πέρα από το να δημιουργήσω ένα δυνατό δίδυμο ηρωίδων, που οι αντιθέσεις τους και οι αλληλεπιδράσεις τους καθορίζουν και κεντούν την ιστορία, ήθελα να φωτίσω και τις πτυχές κάθε διαφορετικής προσωπικότητας, κάθε διαφορετικού χαρακτήρα. Αλλά και να θυμίσω, στο τέλος, ότι μέσα σε κάθε «Ρίνα» ίσως ζει μια «Αρετή» και το αντίστροφο!
Η κοινωνική καταπίεση και οι έμφυλες διακρίσεις είναι έντονα παρούσες στο έργο σας. Πιστεύετε πως έχουμε ξεπεράσει αυτά τα στερεότυπα ή μήπως ζούμε ακόμη σε μια κοινωνία που απλώς τα εκφράζει με πιο έμμεσους τρόπους;
Μακάρι να μπορούσα να απαντήσω πως όλες αυτές οι παθογένειες που περιγράφω ανήκουν στο παρελθόν! Η αλήθεια όμως είναι, ότι μας ακολουθούν ακόμη, παίρνουν τη μορφή που είναι ταιριαστή σε κάθε εποχή. Τότε απλώς δεν χρειάζονταν προσχήματα. Τώρα, έχουμε κάνει μεν βήματα προόδου, βλέπουμε ωστόσο έντονες τις περιπτώσεις κεκαλυμμένων διακρίσεων και κοινωνικών πιέσεων. Υπάρχει εξάλλου μια αναφορά, κοντά στο τέλος του βιβλίου, σχετικά με τη διαχρονικότητα των όσων διαδραματίζονται στις σελίδες του.
Το πορτρέτο που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο σας ξεκινά ως σύμβολο σκλαβιάς και μετατρέπεται σε εικόνα λύτρωσης. Πόσο σημαντικός ήταν για εσάς αυτός ο συμβολισμός και πώς τον χρησιμοποιήσατε για να καθοδηγήσετε την πορεία της ηρωίδας;
Ο συμβολισμός αυτός ήταν κάτι που είχα αποφασίσει από την αρχή, γιατί από την αρχή είχα αποφασίσει και το τέλος της ιστορίας. Δεν ήξερα πως θα «φτάσω» εκεί, τι εμπόδια θα νικήσουν οι ήρωες μου, ποιοι θα νικηθούν στην πορεία, ήξερα όμως ότι το πορτρέτο των αρραβώνων της Ρίνας θα ερχόταν να κλείσει τον κύκλο της διήγησης και να ξεπληρώσει το χρέος που είχε η ζωή απέναντί της. Ένα θραύσμα από το παρελθόν, μια σύνδεση με τη γυναίκα που ήταν και με όσα υπέμεινε, θα γινόταν πλέον το κλειδί για την εκπλήρωση της μεγαλύτερης ευχής της. Τη μέρα που στάθηκε, άψυχη κούκλα, δίπλα στον αρραβωνιαστικό της δημιουργήθηκε το πορτρέτο, μπροστά στο οποίο θα στεκόταν και τη μέρα που η ψυχή της επέστρεψε -ολόκληρη πια- στο σώμα της!
Η Ρίνα επιλέγει στο τέλος να σπάσει τα δεσμά της και να χαράξει τον δικό της δρόμο. Ποιο μήνυμα θέλατε να μεταδώσετε μέσα από αυτήν την επιλογή και τι θα θέλατε να κρατήσει ο αναγνώστης φτάνοντας στην τελευταία σελίδα;
Η Ρίνα υπήρξε υποταγμένη και συγκαταβατική, έχασε χρόνια ευχαριστώντας μόνον τους άλλους, ποτέ την ίδια. Είχε επίσης χάσει την ελπίδα της για μια καλύτερη ζωή, βούλιαζε. Ήρθε όμως η στιγμή που την ταρακούνησε, την αφύπνισε και κατάφερε να ξεφύγει. Δεν ήταν εύκολο, ήταν πάραυτα απαραίτητο, ήταν αναγκαίο! Ουσιαστικά λοιπόν, η ελπίδα και η διαφύλαξη της είναι το μήνυμα! Ο αναγνώστης του βιβλίου μου θέλω να κρατήσει, το πόσο σημαντικό είναι να δραπετεύσει κανείς από όσα τον πνίγουν, έστω κι αν φαίνεται να είναι αργά για «νέες αρχές»…
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Το βιβλίο διανύει μια δύσκολη εποχή, αυτό είναι δεδομένο. Έχει ισχυρούς ανταγωνιστές να αντιπαλέψει, διατηρώ όμως την εμπιστοσύνη μου στη δύναμή του και στη δύναμη κάθε μορφής έκφρασης της τέχνης γενικότερα.
Η αναδιαμόρφωση είναι ένας υψηλός στόχος, ένας απαιτητικός στόχος… Αξίζει αναμφίβολα να προσπαθούμε γι’ αυτόν και μακάρι να επιτευχθεί. Οι κόσμοι που γεννάει ο νους μέσω της τέχνης και εν προκειμένω της λογοτεχνίας, δε μπορούν να συγκριθούν με το περιεχόμενο καμίας συσκευής και καμίας εφαρμογής, όσο «έξυπνες» κι αν είναι. Αρκεί να δώσει κανείς μια ευκαιρία στα βιβλία και θ’ ανακαλύψει πως μέσα του, μέσα στο κεφάλι του κατοικούν ολόκληρα σύμπαντα, τα οποία περιμένουν στωικά για ένα ξύπνημα, για μια αφορμή να φανερωθούν…
