Μου πέρασε από το μυαλό να τρέξω μακριά. Στο σπίτι ήταν η μάνα, ο πατέρας, η γυναίκα και ο γιος μου. Εκεί τους είχα αφήσει, πίστευα πως εκεί θα ΄ναι. Είχα και την ελπίδα να κατέβουν στο υπόγειο. Μια ελπίδα μικρή που τρεμόσβηνε, όσο οι φλόγες θέριευαν. Μέσα από τον καπνό τούς έβλεπα να βρίσκονται στο υπόγειο και ένιωθα καλά και ήσυχος και είπα τότε ας περπατήσω εγώ να βγω στη θάλασσα, γιατί από εκεί άκουγα τις φωνές.
Δεν ήταν αόριστες φωνές, ούτε άγνωστες. Ήταν συγκεκριμένες. Η φωνή του Γιώργου, της Αμαλίας, του Νίκου που μέχρι την προηγούμενη μέρα πίναμε τα ποτά μας κάτω από τα πεύκα της αυλής. Πότε στο ένα σπίτι, πότε στο άλλο, πότε στο δικό μου, κάθε απόγευμα μόλις ο ήλιος έπεφτε. Αυτοί ήταν ζωντανοί, τους άκουγα. Οι δικοί μου δεν ήξερα. Ήλπιζα να βρίσκονται στο υπόγειο. Και είπα να τρέξω εγώ μακριά, προς τη θάλασσα να βρω τον Γιώργο, την Αμαλία και τον Νίκο και τους γείτονες από τον επάνω δρόμο και τους άλλους από την κάτω μεριά, να βρω όσους έλεγα καλημέρα τα πρωινά, που έβγαινα βόλτα και όσους δεν έλεγα, αυτούς που δεν μιλιόμασταν χωρίς να ξέρουμε τον λόγο, ποτέ δεν αναζητήσαμε το λόγο. Αυτούς τους τελευταίους ήθελα οπωσδήποτε να τους βρω. Θα ήταν μια ευκαιρία να μιλήσουμε επιτέλους. Ίσως μια τελευταία ευκαιρία. Δεν ήθελα να σκέφτομαι έτσι.
Και μετά σταμάτησα να περπατώ. Κάπου σκόνταψα και έπεσα, κάπου μπλέχτηκε το πόδι μου και δεν πήγαινε παραπέρα. Θυμήθηκα τότε που έπαιζα με τον γιο μου στην αυλή ποδόσφαιρο, με είχε βάλει τερματοφύλακα και χτυπούσε την μπάλα με όλη του τη δύναμη να βάλει γκολ και το καταλάβαινε πότε ήμουν χαλαρός και του επέτρεπα να σκοράρει και μου ‘λεγε να παίζω κανονικά, να μην τα κάνω εύκολα τα πράγματα και πως δεν ήθελε χάρες. Κι όταν έβαζε γκολ με την αξία του, έκανε τον γύρο της αυλής και πανηγύριζε σαν σπουδαίος παίχτης και όχι σαν μικρό παιδί.
Δεν ξέρω τι έγινε και βρήκα δύναμη και σηκώθηκα πάνω και έτρεξα πίσω σαν υπνοβάτης- δρομέας μέσα στο μαύρο και στο γκρι, που σκέπαζε τα πάντα, και μπήκα στην αυλή, που μου έκαιγε τα πόδια, και είδα την μπάλα να έχει γίνει κάρβουνο και την κούνια κάτω από το υπόστεγο να έχει λιώσει. Ήταν όλοι τους στο υπόγειο με βλέμματα αγριεμένα και με στόματα στεγνά. Ο θάνατος πέρασε από πάνω και δεν τους είδε, βιαζόταν να φτάσει στη θάλασσα να δροσιστεί ακόμα κι αυτός.
Τώρα, έναν χρόνο μετά, συναντώ τα βράδια τον Ανέστη, τη Δήμητρα, τον Σωτήρη πότε στην καμένη αυλή του ενός, πότε του άλλου, πότε στη δική μου, που χορτάριασε κάπως στις άκρες, και κοιτάμε όλοι το αδύναμο πράσινο της ζωής, που ξεκινά από την αρχή. Ο γιος μου μεγάλωσε κατά έναν χρόνο, από τα δέκα πήγε στα έντεκα, αλλά δεν του φαίνεται. Δείχνει πολύ μεγαλύτερος, με σκληρό βλέμμα και βαρύ βηματισμό. Τώρα, έναν χρόνο μετά, παίζει αυτός τον τερματοφύλακα και είμαι εγώ, που σουτάρω την μπάλα προς τη μεριά του, φοβισμένα και δειλά μ’ εκείνον να μου φωνάζει «πιο δυνατά, πιο δυνατά».
