Ένας κάδος για την απόρριψη οικοδομικών υλικών έξω από μια πολυκατοικία στην Οπλαρχηγού Πουτέτση –στο ύψος των παραθύρων επαγγελματικού χώρου, κάτω ακριβώς από διαμερίσματα του ημιώροφου. Δοκίμασε να σταθεί κι αλλού, αλλά οι γείτονες διαμαρτυρήθηκαν έντονα και μετακινήθηκε.
Μια εικόνα συνηθισμένη, που δεν θα άξιζε δεύτερη ματιά, αν δεν είχε μείνει στο ίδιο σημείο μήνες ολόκληρους· αν το γέμισμα και το άδειασμά του δεν είχαν προκαλέσει ζημιές στο πεζοδρόμιο δημιουργώντας μια μόνιμη παγίδα για τους πεζούς. Σαν να μην έφτασαν όλα αυτά, ο κάδος λειτουργεί ως πρόκληση για κάθε περαστικό που θέλει να ξεφορτωθεί τα σκουπίδια του. Έτσι, η αυθαιρεσία ενός εργολάβου μετατρέπεται σε άλλη μία μικρή χωματερή –με τη βοήθεια ημών των πολιτών- και η εικόνα του δημόσιου χώρου υποβαθμίζεται ακόμη περισσότερο.
Δεν πρόκειται για μια υποθετική συζήτηση, ούτε για άσκηση αγανακτισμένης γραφίδας. Το περιστατικό είναι πραγματικό, σίγουρα –εκτιμάμε- όχι μεμονωμένο και αποτυπώνει μια βαθύτερη παθογένεια: την αδυναμία του Δήμου να ελέγξει, να παρέμβει και να εφαρμόσει τη νομοθεσία.
Κι όμως υπάρχει νομοθεσία. Ο Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων, οι κανονισμοί καθαριότητας και οι αποφάσεις δημοτικών συμβουλίων σε όλη τη χώρα προβλέπουν με σαφήνεια ότι η τοποθέτηση κάδου για οικοδομικά απόβλητα σε κοινόχρηστο χώρο προϋποθέτει ειδική άδεια κατάληψης. Η άδεια αυτή δεν είναι αόριστης διάρκειας∙ συνήθως περιορίζεται σε τρεις μήνες, με δυνατότητα παράτασης μέχρι έξι, και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φτάσει τον έναν χρόνο. Προβλέπεται ακόμη εγγυητική επιστολή υπέρ του Δήμου για πιθανές ζημιές, υποχρεωτική αναγραφή της άδειας σε εμφανές σημείο, καθώς και μέτρα ασφάλειας για τους διερχόμενους. Σε περίπτωση παραβίασης, ο Δήμος μπορεί να επιβάλει πρόστιμα, να απομακρύνει τον κάδο και να καταπέσει η εγγυητική.
Από τον νόμο στην πράξη
Αυτά στη θεωρία. Στην πράξη, ένας κάδος παραμένει αμετακίνητος επί εννέα μήνες, προκαλεί φθορές, δημιουργεί κινδύνους, χωρίς καμία ενέργεια από την πλευρά του Δήμου. Ούτε λόγος ασφαλώς για ανάρτηση άδειας και λήψη μέτρων για την ασφάλεια των δερχομένων… Το πιο ανησυχητικό βέβαια είναι ότι η παράταση αυτής της αυθαιρεσίας γίνεται εν γνώσει του αρμόδιου αντιδημάρχου. Όταν ζητήθηκε να ενημερώσει για την άδεια που έχει εκδοθεί, δήλωσε ότι «δεν είχε εικόνα» και δεσμεύτηκε να απαντήσει. Αντί απάντησης, μερικές μέρες μετά, φορτηγά εταιρείας που φαίνεται να ανήκουν στον ίδιο τον αντιδήμαρχο (!) άρχισαν κανονικά να τροφοδοτούν το εργοτάξιο, με τον κάδο στη θέση του. Δηλαδή, όχι μόνο δεν υπήρξε έλεγχος, αλλά η ίδια η δημοτική αρχή ανέχθηκε και κάλυψε μια προφανή παρανομία.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο η αδράνεια ενός αιρετού. Είναι ότι ο πολίτης δεν έχει πού να απευθυνθεί. Στην ιστοσελίδα του Δήμου αναγράφονται τηλέφωνο και email του Συμπαραστάτη του Δημότη –θεσμού που θεσπίστηκε ακριβώς για να δίνει λύσεις σε τέτοια ζητήματα. Μάταιος κόπος: το τηλέφωνο δεν απαντά (ούτε τον Αύγουστο, ούτε τον Σεπτέμβριο), το email είναι λάθος. Φαίνεται σαν η ίδια η πολιτεία να προβάλει ως εναλλακτική ένα αποκούμπι που δεν υπάρχει.
Το αποτέλεσμα; Οι πολίτες, όταν εξαντλούν τα περιθώρια, καταφεύγουν στα μέσα ενημέρωσης, στην τηλεόραση, στο διαδίκτυο, στις εφημερίδες –καλή ώρα- για να ακουστεί η φωνή τους. Όχι επειδή αυτό είναι το φυσιολογικό, αλλά επειδή κάθε άλλος δρόμος είναι κλειστός. Όταν η καθημερινότητα σκοντάφτει σε έναν κάδο που έχει μετατραπεί σε καθεστώς, τότε το ζήτημα παύει να είναι απλώς τεχνικό ή γραφειοκρατικό. Γίνεται ζήτημα δημοκρατίας.
Η τοπική αυτοδιοίκηση δεν υπάρχει για να παρακάμπτει τον νόμο, ούτε για να διευκολύνει γνωστούς, φίλους ή και συνεργάτες. Υπάρχει για να υπερασπίζεται τον κοινό χώρο, για να εξασφαλίζει ότι οι πολίτες ζουν σε μια πόλη ασφαλή και λειτουργική. Αν ένας κάδος μπορεί να μένει μήνες σε ένα σημείο χωρίς άδεια, τι εμποδίζει να συμβεί το ίδιο με τραπεζοκαθίσματα, με περίφραξη πεζοδρομίου, με οποιαδήποτε άλλη αυθαιρεσία; Η απάντηση είναι τίποτα.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πολιτικό διακύβευμα. Δεν αρκεί να υπάρχει νομοθεσία. Πρέπει να εφαρμόζεται. Δεν αρκεί να υπάρχει θεσμός Συμπαραστάτη. Πρέπει να λειτουργεί. Δεν αρκεί να εκλέγονται αντιδήμαρχοι. Πρέπει να ασκούν τα καθήκοντά τους. Διαφορετικά, η πόλη αφήνεται στη λογική του ισχυρότερου και του πιο «βολεμένου».
Η υπόθεση του κάδου είναι, λοιπόν, κάτι πολύ περισσότερο από μια γειτονική ενόχληση. Είναι μια μικρή τομή στο σώμα της τοπικής δημοκρατίας. Αποκαλύπτει πώς ο δημότης αντιμετωπίζεται ως περιττός, πώς ο αιρετός αδιαφορεί για την υποχρέωσή του να δίνει λόγο, πώς οι θεσμοί, που θα έπρεπε να εγγυώνται δικαιώματα, είναι ανύπαρκτοι.
Ζητούμενο δεν είναι να λυθεί το πρόβλημά μας. Αν αυτός ήταν ο στόχος, θα είχε επιτευχθεί από την πρώτη στιγμή, με τη χρήση των νομικών δρόμων που προβλέπει η πολιτεία. Η οικοδομή, όμως, είναι στα τελειώματά της. Δεν υπάρχει πρόθεση να χαθούν μεροκάματα εργατών ούτε να μπλοκαριστεί η δουλειά. Άλλωστε, όλον αυτόν τον καιρό, με τις φθορές στην περιουσία μας και με τους σοβαρούς τραυματισμούς που προκλήθηκαν από παρατημένα υλικά και εργαλεία, οι νομικές οδοί ήταν ανοιχτές. Θα μπορούσαν να έχουν ενεργοποιηθεί, με συνέπεια να μην φτάναμε ίσως ποτέ στο τέλος των εργασιών. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι η δική μας ταλαιπωρία, αλλά η απροθυμία του Δήμου να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον και να επιβάλει την εφαρμογή των κανόνων.
Και επειδή η ιστορία αυτή τείνει να γίνει κανονικότητα στην πόλη, καθώς δεν αφορά έναν άνθρωπο ή μία πολυκατοικία, αλλά όλους, η συζήτηση πρέπει να ανοίξει. Ο Δήμος Ιωαννιτών οφείλει να δημοσιοποιεί με απόλυτη διαφάνεια κάθε άδεια κατάληψης κοινόχρηστου χώρου. Ο Συμπαραστάτης του Δημότη πρέπει να είναι προσβάσιμος, παρών, με πραγματική δυνατότητα παρέμβασης. Οι αντιδήμαρχοι οφείλουν να γνωρίζουν, να ελέγχουν, να επιβάλουν κυρώσεις. Κι αν δεν το κάνουν, τότε έχουν χάσει το δικαίωμα να φέρουν τον τίτλο τους.
Ένας κάδος, που στέκει εννέα μήνες στο ίδιο σημείο, είναι το πιο απτό σύμβολο μιας πόλης που παραδίδει τον κοινό της χώρο στην αυθαιρεσία. Και όσο αυτό γίνεται ανεκτό, δεν φταίνε μόνο οι παρανομούντες εργολάβοι. Φταίνε και εκείνοι που, ενώ όφειλαν να προστατεύσουν τους πολίτες, προτίμησαν να κλείσουν τα μάτια.
