BREASTFEEDING
Απόψεις

Αυτό που το λένε αγάπη, ποτέ κανένα στόμα δεν το είπε ακόμα!

Γράφει ο Νίκος Μπιλανάκης.

Με τη διαδικασία του φαγητού προσλαμβάνουμε και ενσωματώνουμε τις τροφές, λαμβάνοντας από αυτές τις αναγκαίες ποσότητες ενέργειας που χρειαζόμαστε για την επιβίωσή μας. Και παίρνουμε τις γνωστές χαρές της γευστικής απόλαυσης και του κορεσμού της πείνας.

Η τροφή έχει χρησιμοποιηθεί ως σύμβολο ζωής σε διάφορες θρησκείες. Την προσφορά τροφής στον ξένο, στα πλαίσια της ελληνικής φιλοξενίας, επιτηρούσε ο ίδιος ο Ξένιος Δίας. Το φαγητό αποτέλεσε και αποτελεί το επίκεντρο σημαντικών κοινωνικών δραστηριοτήτων που έχουν στηθεί για χάρη του. Και εμείς, οι Έλληνες, λαός εξαρτημένος σε μέγιστο βαθμό από τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, συνηθίσαμε να συναθροιζόμαστε σε συμπόσια και γλέντια, γύρω από τροφές και ποτά. Πολύ αργότερα, συνεχίσαμε να κάνουμε το ίδιο, να συναντιόμαστε δηλαδή σε τελετές κατάποσης ενός ποτού, του καφέ, είτε αυτός προσφερόταν σε χώρους δημόσιας συνάντησης (καφενεία, καφέ κλπ), είτε σε ιδιωτικούς χώρους (κατοικίες).

Στη χώρα μας, η προσφορά τροφής λειτουργούσε ανέκαθεν ως ο καλύτερος τρόπος για να δείξει κανείς την ΑΓΑΠΗ του, την εκτίμηση και την αποδοχή του στο πρόσωπο του άλλου. Το «να σου φτιάξω το φαγητό που σου αρέσει» σημαίνει πάνω απ’ όλα τιμή και νοιάξιμο. Όπως και το «τι να κεράσω;» Το κυριακάτικο τραπέζι της ελληνικής οικογένειας αποτελούσε και συνεχίζει να αποτελεί μια πάγια ιεροτελεστία, τα θεμέλια της οποίας παραμένουν σταθερά ακόμα και σήμερα. Εντός των μελών της οικογένειας, σταθερή και κυρίαρχη ήταν για χρόνια (και για πολλούς παραμένει) η έγνοια για «α στόματα που περιμένουν να γεμίσουν». Η προσφορά τροφής και το τάισμα σε όλες τις παραπάνω εκδηλώσεις, σαν διπλή χειρονομία, τόσο του δούναι όσο και του λαβείν, γίνεται βάσει συναλλαγής από την οποία απορρέει συμβολισμός και μέθοδος ρύθμισης της κοινής πραγματικότητας.

Αλλά και στην ανάπτυξη του καθενός ανθρώπου χωριστά, οι συναλλαγές μητέρας-παιδιού συγκροτούνται γύρω από την πράξη του φαγητού και του ταΐσματος. Και αν ο πατέρας έχει εδραιώσει την παρουσία του ως «ο κουβαλητής της τροφής»”, η μητέρα θα είναι πάντα εκείνη που θα την ετοιμάζει και θα ρυθμίζει την κατανάλωσή της. Η μητέρα που από πάντα διαφέντευε την ζωή μέσω της τροφής που έδινε. Η Ελληνίδα μητέρα που ενσωματώνει την εικόνα της μητέρας-τροφού για τον εαυτό της. Και το τάισμα φτάνει να σημαίνει συμπεριφορά φροντίδας και ΑΓΑΠΗΣ. Μέσα στον ρόλο της μητέρας ενυπάρχει το να προσπαθεί να ικανοποιήσει την πείνα και υπεισέρχεται το να γεμίζει τα κενά, τα κουφώματα, με τροφή.  Μια μητέρα θεωρείται ανάξια αν δεν το επιτυγχάνει αυτό, αν δεν «στουμπώνει» το παιδί της. Όπως και ένα παιδί λιποβαρές, σημαίνει ένα παιδί αφρόντιστο, ακόμα και άρρωστο. Η γυναίκα-μητέρα, που, μέσα από τον ρόλο της στην παρασκευή και διανομή της τροφής, αποκτά δύναμη. Μια δύναμη που αντιγυρίζει πίσω στα μέλη της οικογένειας μέσω της προσφοράς της: προσφέρει στήθος όταν κάποιος αναζητά την μητρική θαλπωρή, δίνει τροφή όταν κάποιος πεινά, ζεσταίνει με την αγκαλιά της όταν δεν έχει κάτι άλλο να δώσει. Μητέρα-τροφός που τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας θα καταβροχθίσουν και θα ενσωματώσουν. Αυτό άλλωστε δεν υπονοεί το παραμύθι της Σταχτοπούτας;  Ο πατέρας θα προσέλθει κι αυτός με τη σειρά του στην ανατροφή του παιδιού, με όπλο του τους νόμους της πραγματικότητας (και τη γλώσσα) για να θρυμματίσει το συγκύτιο μάνας-παιδιού και να απελευθερώσει το παιδί. Να το βοηθήσει να ξεχωρίσει την υγιή πείνα από την αταβιστική βουλιμία. Και να τιμωρήσει τη λαιμαργία, θεωρώντας την μία από τις εφτά θανάσιμες αμαρτίες. Αν και αυτός δεν καταφέρει να κανονίσει την όρεξη του παιδιού, τότε ένα λαίμαργο, βουλιμικό παιδί θα εμφανισθεί για να συμβολίζει την αιχμαλωσία του από την νοσταλγία της ένωσης με την μητέρα του, εκπροσωπώντας το αίτημα για ακόρεστη ΑΓΑΠΗ και την ανάγκη του να παραμείνει εσαεί το αντικείμενο της επιθυμίας της.

Ολόκληρη η ελληνική οικογένεια ρυθμίζεται από τον κύκλο της τροφής. Όταν οι δεσμοί άντρα-γυναίκας δεν είναι ικανοποιητικοί, η ελληνίδα γυναίκα προσπαθεί να λάβει ικανοποίηση κυρίως από τον ρόλο της ως μητέρας. Έρχεται το παιδί να της προσφέρει χαρές που θα ικανοποιήσουν έστω και μερικώς την έλλειψη που η ίδια νοιώθει από τη σχέση της με τον άντρα της. Περιβάλλει το παιδί της από περισσή φροντίδα, το αγκαλιάζει, το προστατεύει, το επαινεί, αφού αυτό αποτελεί πηγή ικανοποίησης και ΑΓΑΠΗΣ της μητέρας του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το παιδί δύσκολα θα αποφύγει να μετεξελιχθεί σε ένα νέο που θα νοιώθει αμφιθυμικά για τη μητέρα του: θα είναι εξαρτημένος από αυτήν αλλά και θα την εχθρεύεται για τη συνθλίβουσα υποχρεωτικότητα του «ταΐσματός» του και του ελέγχου του, που αυτή μετέρχεται. Γιατί, ταΐζοντας το παιδί της, η μητέρα θρέφεται η ίδια. Η δύναμη επανέρχεται σε εκείνη και της επιτρέπει να εξασκήσει την κατοχική της ιδιότητα σε πολλά επίπεδα. Την ίδια αμφιθυμική στάση θα υιοθετήσει το παιδί της αργότερα με τη δική του σύζυγο, πιέζοντας την να αναζητήσει και αυτή με τη σειρά της την ικανοποίησή της στην ανατροφή του δικού της παιδιού. Δημιουργώντας έναν ατέλειωτο διαγενεακό κύκλο μεταφερόμενων συμπεριφορών.

Λέμε «κουραμπιεδάκι μου», «γλυκάκι μου», «ζαχαρένια μου», για να υποδηλώσουμε τη γλύκα που μας δίνει ο άλλος. Αλλά άλλες φορές λέμε λέξεις που αναφέρονται μεν στο «τρώγειν» (π.χ. «έφαγε τα ψωμιά του») αλλά υποδηλώνουν άλλα νοήματα, διαφορετικά και μακριά από το φαγητό.  Π.χ. όταν λέμε «αυτή τον τρώει», «θα σε φάω μανάρα μου», μιλάμε για τον ΕΡΩΤΑ· όταν λέμε «σας έφαγα όλους», «τον έφαγε το σκοτάδι», «έφαγε τα ψωμιά του» μιλάμε αντίθετα για τον θάνατο· όταν λέμε «φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι» περιγράφουμε πλούσιους και δυνατούς δεσμούς· όταν λέμε «τρώει η μύγα σίδερο και το κουνούπι ατσάλι», μιλάμε για τα βάσανα και την προσπάθεια· όταν λέμε «σε τρώει ο κώλος σου» μιλάμε για μια αμετροεπή στάση με την οποία εκφράζεται και προκαλεί ο άλλος· όταν λέμε «η μάνα τρώει και του παιδιού δεν δίνει» μιλάμε για την εγωιστική ικανοποίηση και όταν λέμε «να με φάει η ξενιτειά», «μου ‘φαγες τα αυτιά ή τα συκώτια», μιλάμε για καταστάσεις που στερούν την απόλαυση. Φαίνεται πως τόσο στη πράξη του «τρώγειν», όσο και στις λέξεις που την υποδηλώνουν, ενυπάρχει ένα πολύ ευρύ φάσμα εννοιών, φαντασιώσεων, αναπαραστάσεων και επιθυμιών. Κι πως οι λέξεις, που μιλάνε για φαγητό, δεν λένε μόνο για τη μάσηση και την κατάποση των τροφών. Αναφέρονται υπόρρητα και σε πολλές άλλες πράξεις. Που εννοούν και υποκαθιστούν μια ευρύτατη γκάμα επιθυμιών και ενστίκτων. Αναφερόμενες σε ενορμήσεις συνδεδεμένες με τις σωματικές και ψυχικές λειτουργίες, απαραίτητες στη συντήρηση της ίδιας της ζωής. Όπως στην ΑΓΑΠΗ, στον  έρωτα, στον θάνατο. Έτσι, το «τρώγειν» και οι λέξεις που το εκφράζουν μετατρέπονται σε αγωγό της ζωής της ίδιας που δεν μπορεί να στηθεί χωρίς την επαφή και την σχέση με τον άλλον. Και όταν δεν διαθέτουμε τον άλλον, έχουμε τις λέξεις, να έρχονται να συμπληρώνουν το κενό ανάμεσα στα χωρισμένα σώματα! Για αυτό σας λέω, το σ’ αγαπώ κανένα στόμα (με τη μάσηση και την κατάποση) δεν μπορεί ολοσδιόλου να το πει ακόμα!

Άντε, χρόνια πολλά και με το μαλακό στα εορταστικά σας τραπεζώματα! Γιατί τώρα ξέρετε πως η πείνα δεν κορένεται μόνο με τα διάφορα καλούδια του γιορτινού τραπεζιού! Χρειάζεται και ΑΓΑΠΗ, κι αυτή δεν περνάει κατ’ ανάγκη από το στόμα. Ούτε από το στομάχι!

Σχετικά άρθρα

Τι σημαίνει σήμερα να είσαι πατέρας;