Αποτελεί, πλέον, κοινή παραδοχή πως η μητριαρχική οργάνωση της κοινωνίας, σε κάποιο πρώιμο στάδιο ανάπτυξής της, παραχώρησε τη θέση της στην πατριαρχική οργάνωση. Αυτή η αλλαγή επέφερε τεράστια μεταβολή των έως τότε επικρατούντων κανονιστικών δεδομένων της κοινωνίας. Ταυτόχρονα όμως δήλωνε και μια πρόοδο του πολιτισμού, συνιστώντας μια νίκη της πνευματικότητας επί του κόσμου των αισθήσεων, αφού από το στάδιο της μητρότητας -έναν κόσμο που βασιζόταν στο σώμα και στις αισθήσεις- προχωρήσαμε στο στάδιο της πατρότητας, έναν κόσμο που εδραζόταν σε μια προϋπόθεση και ένα συμπέρασμα, δηλαδή στη λογική αλληλουχία.
Για να αναβιβαστεί η πατρότητα από απλό βιολογικό γεγονός (ένα αρσενικό και ένα θηλυκό που συνευρίσκονται, και προκύπτει ένας απόγονος τον οποίο ακολούθως φροντίζουν) στο σημαίνον με τις δαιδαλώδεις απολήξεις που μετασχηματίστηκε στη συνέχεια, χρειάστηκε να πασπαλισθεί από μπόλικη πολιτισμική χρυσόσκονη. Στη διαδικασία του πασπαλίσματος συμμετείχαν θρησκείες, ανάμεσά τους και ο Χριστιανισμός. Που το 325 μ.Χ., στη Σύνοδο της Νίκαιας, όταν υιοθετήθηκε το «Πιστεύω» ως σύμβολο πίστης της χριστιανικής θρησκείας, αναφέρθηκε στον πρώτο, αρχικό στίχο η πίστη σε έναν «πατέρα παντοκράτορα και ποιητή των πάντων». Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η δήλωση της πίστης μας σηματοδοτείται από την αναφορά στον πατέρα και όχι στη μητέρα, που μας κυοφόρησε και μας έφερε στη ζωή. Γιατί είναι ο πατέρας που συμβολίζει τους νόμους και τους κανόνες και όχι η μητέρα.
Αργότερα, και άλλοι υποστήριξαν τη σημασία και τον ρόλο του πατέρα. Ο Φρόιντ, π.χ., τον 19ο αιώνα, μιλώντας για το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, αντιμετώπισε τον πατέρα ως φορέα απόλαυσης, ως το τρίτο σκέλος του Οιδιπόδειου συμπλέγματος, που, για να κατανοηθεί η αξία του, έπρεπε στο τέλος αυτός να θανατωθεί. Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, που θεωρήθηκε σημαντικότατο στη δόμηση της προσωπικότητας αλλά και στον προσανατολισμό της επιθυμίας του ατόμου. Αργότερα, τον 20ο αιώνα, ο Λακάν επέκτεινε τις σκέψεις του Φρόιντ, θεωρώντας τη μητέρα ότι σχηματίζει ένα αδιαφοροποίητο συγκύτιο με το μωρό της και τον πατέρα εκείνον που με τον ερχομό του είναι προορισμένος να προσκομίσει τον νόμο. Τον νόμο του πατέρα, που αντιπροσωπεύει τις ενυπάρχουσες σε κάθε κοινωνία εντολές και απαγορεύσεις, έναν νόμο που έχει χρέος ο πατέρας να εισαγάγει στο παιδί. Σε μια διαδικασία, που στο τέλος, μαζί και με τη γλώσσα, θα συμβάλει στον διαχωρισμό και στη διαφοροποίηση του παιδιού από τη μητέρα. Γιατί έτσι μόνο προχωρά η ζωή: με αποχωρισμούς και εξατομικεύσεις.
Τα τελευταία όμως χρόνια γινόμαστε μάρτυρες συγκλονιστικών αλλαγών που αμφισβητούν τον παραδοσιακό ρόλο του πατέρα. Η πατρότητα όπως την ξέραμε βάλλεται και έχει αρχίσει να επαναπροδιορίζεται, όπως άλλωστε και η ίδια η αρρενωπότητα. Επικρατούν πλέον άλλοι μπαμπάδες. Μπαμπάδες που διαφοροποιούνται από τους παλαιότερους, που χωρούσαν στους κοινωνικά «κατασκευασμένους» για αυτούς ρόλους: του πάτερ-φαμίλια, του μπαμπά-τουρίστα που δεν ήξερε να ψήνει ούτε καφέ ή σε ποιο σχολείο πήγαιναν τα παιδιά του, του αυταρχικού, πολλές φορές σαδιστικού-πατέρα με τη λουρίδα, του πατέρα που δεν κάνει διάλογο αλλά επιβάλλεται επικαλούμενος μόνο τη δύναμη και την εξουσία του.
Πλέον όλο και περισσότερο συναντάμε ένα άλλον τύπο πατέρα, αυτόν που κάνει αποενοχοποιημένα cocooning απουσιάζοντας τακτικά από το καφε(νείο), που ποστάρει στιγμιότυπα της ημέρας του στο Insta, ή τον hipster πατέρα που παίρνει άδεια πατρότητας και σουλατσάρει με τον μάρσιπο ή σπρώχνει με καμάρι το καρότσι του παιδιού του στη βόλτα του, ενώ τα λέει με κάποιον φίλο του. Αλλά και έναν πατέρα που δεν επιχειρεί να εισαγάγει νόμους στα παιδιά του. Σε μια συνολική σημερινή οικογένεια, που είναι εντελώς αποκομμένη από τον παιδαγωγικό της ρόλο και ανίκανη να πει το «όχι», που θα οριοθετήσει τα παιδιά, που θα δομήσει την προσωπικότητά τους και θα τα κατευθύνει. Αφού και οι δυο γονείς δεν επιθυμούν τόσο να εκπαιδεύσουν τα παιδιά τους, όσο αποζητούν να είναι οι ίδιοι υπερβολικά αρεστοί σε αυτά. Σε οικογένειες που δεν επικρατεί ιεραρχία αλλά απόλυτη ισότητα, που μπορεί να είναι δημοκρατική, αλλά και ιδιαίτερα επιβλαβής. Άλλες φορές, έναν πατέρα νικημένο (ευνουχισμένο από τη δική του μητέρα ή άνεργο επί μακρόν ή απλά λιγότερο ικανό να επιβληθεί της συζύγου του), άφωνο κομπάρσο να παρακολουθεί παραιτημένος από μακριά το μεγάλωμα των παιδιών του, συμφωνώντας κατ’ ανάγκη με τη δεσποτική σύζυγο που -έχοντας εξασφαλίσει μισθό και αυτοπεποίθηση με την είσοδο της στην αγορά εργασίας- αναζητά νέες ισορροπίες στη σχέση εξουσίας του γονεϊκού ζευγαριού. Καταστάσεις που, πολύ συχνότερα από παλαιότερα, οδηγούν σε διαζύγιο και καταδικάζουν τους πατέρες να ζουν εναγωνίως για τη μέρα που θα έχουν το δικαίωμα να δουν το παιδί τους, βάσει δικαστικών αποφάσεων. Σε μια σύγχρονη ελληνική κοινωνία που πάνω από το 35% των γάμων καταλήγουν πλέον σε διαζύγια και πάνω από τα 4/5 των παιδιών χωρισμένων γονιών μεγαλώνουν με τη μητέρα τους. Και επειδή η «πατρότητα», όταν δεν αναγνωρίζεται από την πρώην γυναίκα τους, δύσκολα θα υιοθετηθεί και από τα παιδιά τους, τα παιδιά αυτά φτάνουν να αποκλείονται από τον πατέρα τους. Επιτρέποντας στη συνέχεια τον εγκλεισμό των παιδιών στην απόλυτη κυριαρχία της μητρικής επιθυμίας και στην αδυναμία τους να ανεξαρτητοποιηθούν από αυτήν και να αποκτήσουν δικό τους λόγο και επιθυμία. Για να μην μιλήσουμε για τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια και οικογένειες που με την τεχνητή γονιμοποίηση, κατεδαφίζουν ακόμα περισσότερο την παραδοσιακή πατρότητα, μην επιτρέποντάς της να επιβιώσει σε έναν νέο κόσμο που κυριαρχείται από άλλες επιθυμίες και ικανότερες σταγόνες σπέρματος.
Κι αν όλα τριγύρω αλλάζουν, πολλά ακόμα μένουν ίδια. Και το ερώτημα παραμένει: τι τέλος πάντων περιλαμβάνει o ρόλος του πατέρα σήμερα; Νομίζω πως ο πατέρας σήμερα δεν χρειάζεται –όπως παλαιότερα- να απαιτεί να είναι παράδειγμα προς μίμηση. Αρκεί απλά να μεταδώσει το μήνυμα ότι η ζωή μπορεί να έχει ένα νόημα. Να βοηθήσει το παιδί του να βρει τη δική του επιθυμία μέσα σε έναν κόσμο ανούσιων απολαύσεων. Να γίνει και οι ρίζες και τα φτερά του παιδιού του, εκείνος που θα αφήσει μια κληρονομιά, την οποία το παιδί θα αναδομήσει και θα χρησιμοποιήσει με τον τρόπο που του ταιριάζει. Ο πατέρας που θα αντισταθεί στον πειρασμό του θανάτου, στη γενικότερη εντροπία. Που θα επιλέξει να κρατήσει τη φωτιά της ζωής αναμμένη. Που δεν θα το βάλει κάτω, αλλά θα συνεχίσει να αγωνίζεται. Σε έναν κόσμο βίας και ματαιότητας. Που θα είναι παρών, θα προστατεύει, θα φροντίζει. Είναι ο πατέρας που είναι ατελής και το δέχεται. Είναι ο πατέρας που είναι πονεμένος, αλλά μέσα από αυτόν τον πόνο έχει τελικά εξανθρωπιστεί.
Τι σημαίνει λοιπόν σήμερα να είναι κανείς πατέρας, τι απομένει από τον παλαιό πατέρα που πρέπει να κρατήσουμε για αύριο; Την ιδέα του μέλλοντος ως δυνατότητα.
