Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2016
|
Του Απόστολου Κατσίκη*

ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: Το ηθικο-ιδεολογικό υπόβαθρο των διασχέσεων

Μετά την έναρξη της βιομηχανικής επανάστασης, προϊόντος μάλιστα του χρόνου, το μέγεθος της επιτυχίας που συντελέστηκε σε πολλούς τομείς και που συνδέθηκε με την εξέλιξη της τεχνολογίας (ιδίως κατά τον 20ό αιώνα), οδήγησε τον σύγχρονο άνθρωπο στην αποδοχή της πολύ αισιόδοξης άποψης της “άνευ ορίων ανάπτυξης” και της ταύτισης της τεχνολογικής υπεροχής με την έννοια της προόδου. Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι η αντίληψη περί προόδου, όπως συνδυάζεται με την οικονομική ανάπτυξη, είναι δημιούργημα των τελευταίων τριών αιώνων.

Είναι η προσδοκία του ανθρώπου για συνεχή βελτίωση της ζωής του στο μέλλον. Αποτελεί βέβαια ουτοπία η άρνηση στο δικαίωμα να αξιοποιεί (ο άνθρωπος) την επιστήμη για να καταστήσει τη ζωή του περισσότερο άνετη και ευχάριστη. Η επιστήμη όμως και ειδικότερα οι τεχνολογικές της εφαρμογές, για να νομιμοποιήσουν τη χρηστική τους λειτουργία θα πρέπει, όπως έχει αποδειχθεί στα θέματα τουλάχιστον που αφορούν στο περιβάλλον, να συνοδεύονται από τον αναγκαίο ηθικό προβληματισμό.
Αποτελεί κοινό τόπο ότι ο πολιτισμός, έργο και προνόμιο του ανθρώπινου γένους, είναι συνυφασμένος με πάσης φύσεως παρεμβάσεις στη βιόσφαιρα. Ο άνθρωπος, αν και συστημικά-φυσιολογικά (με τη λειτουργική σημασία) συνδεδεμένος και εξαρτημένος από βιολογικές διεργασίες, διαφοροποιήθηκε από τους υπόλοιπους οργανισμούς και χάρη στις ιδιαίτερες ιδιότητες-ικανότητές του κατόρθωσε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ώστε να καταστεί ο μοναδικός «θέσει» ρυθμιστής των ποικίλων διαδικασιών στη βιόσφαιρα. Η πρόοδος των επιστημών του έδωσε τη δυνατότητα να αναπτύξει δυνάμεις που κινούνται έξω από τις προγραμματισμένες φυσικές-βιολογικές νομοτέλειες, στις οποίες όλα τα υπόλοιπα πλάσματα, λίγο πολύ, υπακούουν.
Και εδώ υφίσταται ένα παράδοξο και οξύμωρο συγχρόνως: ασφαλώς είναι παράδοξο το γεγονός ότι το πλέον νοήμον όν χρησιμοποίησε/χρησιμοποιεί τα αποτελέσματα του σωματικού και κυρίως του πνευματικού του μόχθου για να οδηγηθεί σταδιακά στην αυτοκαταστροφή, συμπαρασύροντας και πολλές άλλες μορφές της βιόσφαιρας. Το οξύμωρον συνίσταται στη διαπιστωμένη αρχή ότι ο άνθρωπος αν και ήταν σε θέση, λόγω του πνευματικού του επιπέδου, να προβλέψει τη δυσμενή κατάληξη συγκεκριμένων ενεργειών του, που σχετίζονται με την εφαρμογή αναπτυξιακών στρατηγικών, εν τούτοις δεν το έπραξε και μάλλον εξακολουθεί να μην το πράττει. Αναφερόμαστε στο αστικό-βιομηχανικό-καταναλωτικό μοντέλο ανάπτυξης το οποίο στηριζόμενο στην ανθρωποκεντρική αντίληψη που έθετε τη Φύση στην παραγωγική υπηρεσία του ανθρώπου, θεωρείται εν πολλοίς υπεύθυνο για την απουσία μέτρων προστασίας του περιβάλλοντος, επομένως και για την υποβάθμισή του, για τη δημιουργία οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων και τελικά για το διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ ανθρώπου και περιβάλλοντος. Η οικολογική κρίση και τα ποικίλα συμπτώματά της, τα οποία όλοι σήμερα γνωρίζουμε, συνιστά τεκμήριο της συνεχιζόμενης διαδικασίας αλλοίωσης των περιβαλλοντικών (και όχι μόνον) παραμέτρων του πλανήτη μας, με ότι αυτό συνεπάγεται για τη διαβίωση - και επιβίωση σε πολλές περιπτώσεις- των μελών της βιόσφαιρας.

Φέρουσα ικανότητα της Γης και αναπτυξιακή στρατηγική
Σήμερα όλα τα μεγέθη, οικονομικά, κοινωνικά, δημογραφικά, πολιτισμικά κ.λπ. σε θεωρητικό, αλλά κυρίως σε πρακτικό επίπεδο, καταδεικνύουν ότι ο «μύθος της άνευ ορίων ανάπτυξης» έχει καταρριφθεί. Καθίσταται επίσης φανερό ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να ξεπεράσει ορισμένα όρια. Η διαπίστωση αυτή, η οποία για ορισμένους τομείς ήλθε πολύ αργά, σχετίζεται με συγκεκριμένα μοντέλα τα οποία δεν έλαβαν/λαμβάνουν υπόψη τους μια θεμελιώδη ιδιότητα του πλανήτη μας: αυτή της φέρουσας ικανότητάς του, που αναφέρεται στο μέγεθος των πληθυσμών (ειδών), συμπεριλαμβανομένου και του Homo sapiens sapiens, που μπορούν να στηρίξουν τα αποθέματα πρώτων υλών και οι βιογεωχημικοί κύκλοι της Γης.
Η άποψη ότι διατηρούμε το δικαίωμα να εννοούμε την οικονομική ανάπτυξη αποκλειστικά και μόνο στο πλαίσιο της υπηρεσίας εξυπηρέτησης κανόνων που έχουμε εμείς θεσπίσει, ανεξάρτητα δηλ. από την ένταξή της σε ένα σύνολο γενικότερων περιβαλλοντικών αρχών, φαίνεται ότι έχει αρχίσει να αυτο-διαψεύδεται.
Το γεγονός είναι ευεξήγητο αν αναλογισθεί κανείς το σύνολο των σχέσεων που συνδέουν τον άνθρωπο, ως βιολογικό ον, με τα υπόλοιπα μέλη-μέρη της βιόσφαιρας καθώς και το είδος των αλληλεξαρτήσεων μεταξύ του διπόλου άνθρωπος–περιβάλλον. Το παραπάνω πλαίσιο σχέσεων φαίνεται να αγνοήθηκε συστηματικά και αντικαταστάθηκε με την περίεργη, μάλλον, θέση της μη υπαγωγής του ανθρώπου στο σύνολο των στοιχείων της βιόσφαιρας.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια βασική αρχή–διαπίστωση της οικολογικοποιημένης σκέψης  ότι όχι μόνο δεν μπορούμε να διαχωρίζουμε ένα αυτόνομο όν από τον φυσικό-βιολογικό του χώρο, αλλά πρέπει να λαμβάνουμε πάντα υπόψη μας το αξίωμα ότι αποτελούμε εξαρτημένα συνδεδεμένα μέλη μιας και της αυτής κοινότητας, δηλ. της Φύσης.

Οι αρχές-επιταγές της αειφορίας
Η παραδοχή των παραπάνω δεδομένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι  η πρόκληση για την αντιμετώπιση της οικολογικής κρίσης επικεντρώνεται στην προσπάθεια εναρμόνισης των οικονομικών και κοινωνικών στόχων με την οικολογική διαχείριση του περιβάλλοντος. Η ανάπτυξη ασφαλώς και θεωρείται αναγκαία αλλά με την προϋπόθεση ότι η επίτευξή της δε συνεπάγεται ως αντίτιμο την αλόγιστη διαχείριση, τη μερική και ίσως σε μερικούς τομείς την πλήρη καταστροφή των περιβαλλοντικών παραμέτρων. Ο επαναπροσδιορισμός των εννοιών πρόοδος και ανάπτυξη, με βάση περισσότερο ανθρώπινες διαστάσεις, καθίσταται σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαίος.
Διαπιστώνεται ότι είναι πιο λογικό και εκ των πραγμάτων αναγκαίο να προσβλέπουμε σε ένα μοντέλο ανάπτυξης που δεν στηρίζεται στην καταστροφή του περιβάλλοντος και την αλόγιστη κατανάλωση των φυσικών πόρων, αλλά σε μια οικολογικά συνετή διαχείριση του χώρου, της ενέργειας, των φυσικών υλών, το σχεδιασμό και επιλογή της κατάλληλης τεχνολογίας και το οποίο θα συνδέει κοινωνικο-οικονομικούς με οικολογικούς στόχους, το μοντέλο της αειφορικής ανάπτυξης.
Ο όρος Οικοανάπτυξη, σταθερή, βιώσιμη ή αειφόρος ανάπτυξη υπονοεί μια δυναμική πορεία δηλ. μια εξελικτική διαδικασία στην οποία η εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, η κατεύθυνση των επενδύσεων, ο προσανατολισμός της τεχνολογικής ανάπτυξης και των θεσμικών αλλαγών βρίσκονται σε αρμονία με το μεταβαλλόμενο παραγωγικό δυναμικό του οικοσυστήματος. Η επιτυχία μιας αειφορικής, αναπτυξιακής πολιτικής στηρίζεται στις προδιαγραφές που θέτει αυτή η νέου τύπου θεώρηση των σχέσεων «περιβάλλον-ανάπτυξη». Προϋποθέτει, μεταξύ των άλλων, την πλήρωση των βασικών αναγκών όλων και επεκτείνει σε όλους την ευκαιρία να εκπληρώνουν τις φιλοδοξίες τους για καλύτερη ζωή, χωρίς να αφαιρεί από τις επόμενες γενιές το δικαίωμα να καλύπτουν τις δικές τους ανάγκες.

Η ανάγκη απόκτησης περιβαλλοντικού ήθους

Ικανή και αναγκαία συνθήκη όμως για την προώθηση του μοντέλου της αειφόρου ανάπτυξης είναι η αποδοχή νέων ηθών και προτύπων συμπεριφοράς που θα βοηθήσουν άτομα και λαούς να αντιμετωπίσουν τις γρήγορα μεταβαλλόμενες κοινωνικές, περιβαλλοντικές και αναπτυξιακές πραγματικότητες. Οι ενίοτε εμφανιζόμενες καλές προθέσεις δε διαθέτουν μεγάλες πιθανότητες να τελεσφορήσουν εάν δεν ενσωματωθούν οι οικολογικές αξίες σε επιστημονικές, τεχνολογικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες.
Η αιτιολόγηση συνδέεται με τη διαπίστωση ότι η απαρχή επίλυσης των περιβαλλοντικών προβλημάτων προϋποθέτει την υιοθέτηση μιας νέας σκοποθετικής απέναντι στο περιβάλλον και την αναθεώρηση του συστήματος αξιών-θεσμών και κοινωνικών δομών που καθορίζουν τα πρότυπα στάσεων και επιδιώξεων επιδρώντας στην αμφίδρομη σχέση ανθρώπου-περιβάλλοντος.
Η διαμόρφωση ενός νέου πλανητικού-περιβαλλοντικού ήθους είναι από τα απαραίτητα ζητούμενα για οποιουδήποτε είδους περιβαλλοντική πολιτική. Η Unesco τονίζει ότι η ηθική αυτή θα πρέπει να στηρίζεται στο σεβασμό απέναντι στη Φύση, στον Άνθρωπο και στην ανάγκη για μια ποιότητα ζωής προσβάσιμη από όλους. Το «περιβαλλοντικό ήθος» περιλαμβάνει τέσσερα, διαφορετικής ποιότητας, «συμφέροντα» τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε αναπτυξιακό σχεδιασμό: το ατομικό συμφέρον, το δημόσιο συμφέρον, το συμφέρον των επόμενων γενεών και το συμφέρον του Περιβάλλοντος. Προωθώντας περαιτέρω το συλλογισμό αυτό δεχόμαστε πως πρέπει να θεμελιωθεί μια θετική στάση απέναντι στη Φύση αυτή καθαυτή, χωρίς δηλ. να λαμβάνονται υπόψη τα οφέλη της προς τον άνθρωπο. Διότι στη μεταπολεμική κοινωνία του «εξορθολογισμού» και της οικονομικής ανάπτυξης, η Φύση, ως αυτόνομη-εγγενής περιβαλλοντική αξία, ως χώρος διαβίωσης και δραστηριοποίησης και άλλων, πλην του ανθρώπου, μορφών ζωής, απουσιάζει ή τίθεται σε δεύτερη μοίρα, εφόσον σχεδόν τα πάντα αξιολογούνται με βάση τα οικονομικά οφέλη.
Όλα αυτά θεμελιώνουν μια ηθική σεβασμού για τη Φύση, της οποίας ο Paul Taylor διατύπωσε λεπτομερώς τις αρχές: α) όλα τα όντα θεωρούνται ισότιμα, β) δεν μπορούμε να μεταχειριζόμαστε μια εγγενή αξία σαν ένα μέσο, γ) κάθε ατομική οντότητα έχει δικαίωμα στην προστασία, δ) πρόκειται για υπόθεση αρχής, μιας ηθικής αρχής. Η ηθική του σεβασμού προς τη Φύση είναι μια θεμελιώδης δεοντολογική αρχή, που αξιολογεί τις μελλοντικές ηθικές πράξεις και συνιστά κριτήριο πολιτισμικής κατάταξης.

Η διαχείριση του περιβάλλοντος: πρόκληση του 21ου αιώνα
Αυτό που έχει ήδη διαφανεί, αλλά που θα αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο για το μέλλον από περιβαλλοντική άποψη, είναι η παγκοσμιότητα των οικολογικών προβλημάτων. Η διαχείριση των περιβαλλοντικών παραμέτρων αλλά και η εξάλειψη των αιτίων της οικολογικής κρίσης αποτελούν την πρόκληση του 21ου αιώνα.
Είναι γεγονός ότι η αναγκαιότητα της υιοθέτησης μιας διαφορετικής αντίληψης ως απάντηση στα διογκούμενα συνεχώς περιβαλλοντικά προβλήματα, οδηγεί την ανθρωπότητα μπροστά σε μια νέα ηθική. Αρχίζουμε να συνειδητοποιούμε ολοένα και περισσότερο την αλληλεξάρτηση και την αλληλεγγύη που διέπουν τα στοιχεία του περιβάλλοντος, ανεξάρτητα από τη σύνθεση και τη συστημική τους κατάταξη. Αυτό δηλ. που υποστήριζε ο Edgar Morin: «όλη η ιστορία της ανθρωπότητας είναι ιστορία αλληλεπίδρασης της βιόσφαιρας και του ανθρώπου». Μόνο που δυστυχώς, το επιβεβαιώνουμε μέσω των αρνητικών επιπτώσεων.
Θα είναι η πρώτη φορά, σε παγκόσμιο επίπεδο, που κάποια γενιά θα παραδώσει στις επόμενες αρνητική κληρονομιά. Το γεγονός αυτό θέτει ένα άνευ προηγουμένου ηθικό πρόβλημα, αφού οι συνήθεις προσδοκίες της ανθρώπινης κοινωνίας (ιδιαίτερα της σύγχρονης δυτικής κοινωνίας) προϋποθέτουν πως η κάθε γενιά θα αυξήσει, ή τουλάχιστον θα διατηρήσει, την παρακαταθήκη της επιστημονικής γνώσης, των τεχνολογικών επιτευγμάτων και της υλικής υποδομής της κοινωνίας, προς το συμφέρον των μελλοντικών γενεών.
Η έννοια της «διαγενεακής δικαιοσύνης»
Η οικοδόμηση ενός περιβαλλοντικά σταθερότερου μέλλοντος απαιτεί, προφανώς, την ύπαρξη ενός οράματος γι’ αυτό το μέλλον. Τα διδάγματα και οι εμπειρίες, παρελθόντος και παρόντος, οδηγούν στην αποδοχή μιας και μόνης άποψης: αυτής που συνδέεται με την αειφορία, ως μοντέλου ανάπτυξης και στο σχεδιασμό των προδιαγραφών μιας αυτοσυντηρούμενης κοινωνίας. Αυτής δηλ. που θα ικανοποιεί τις ανάγκες της χωρίς να υποσκάπτει τις προοπτικές των επόμενων γενεών. Αυτή η έννοια της δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών, η αποκαλούμενη «διαγενεακή δικαιοσύνη», που εμπεριέχει ένα βαθύτατο ηθικό χαρακτήρα, παραβιάζεται με αναρίθμητους τρόπους στη σημερινή κοινωνία μας. Η μεταβίβαση της σκυτάλης από την επικρατούσα σήμερα προσπάθεια ικανοποίησης των υλικών απαιτήσεων σε μια πρακτική που θα οδηγήσει το σύγχρονο άνθρωπο στην οδό της ισόρροπης μεγέθυνσης της υλικής ευμάρειας και της κοινωνικής, πολιτιστικής και αισθητικής απόλαυσης, θα επιβεβαιώσει την πνευματική «ιδιαιτερότητα» του ανθρώπινου είδους.
Ας θυμηθούμε, διότι μάλλον τείνουμε να το ξεχάσουμε, ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες της Φύσης συγκροτούν τα θεμέλια της ύπαρξης της ανθρώπινης κοινωνίας και της οργάνωσης της παγκόσμιας οικονομίας. Λίγους αιώνες πριν ο άνθρωπος αποτελούσε ο ίδιος μέλος της Φύσης, ένα εξελίξιμο είδος μέσα στο οικοσύστημα και ζούσε, αξιοποιώντας τους πόρους της και απολαμβάνοντας τις υπηρεσίες της, σε αγαστή αρμονία μαζί της. Σήμερα ελέγχει την τύχη τής Βιόσφαιρας, άρα επωμίζεται την ευθύνη για την ύπαρξη και την εξέλιξή της. Αυτή η ευθύνη θα βαραίνει την ανθρώπινη κοινωνία επί πολύ. Ο άνθρωπος οφείλει «να διδάσκεται από το παρελθόν, να αφουγκράζεται το παρόν για να είναι ικανός να στοχασθεί πάνω στο μέλλον».

* Ο Απόστολος Κατσίκης είναι Ομ. Καθηγητής Γεωγραφίας – Περιβάλλοντος Πανεπιστημίου Ιωαννίνων




Το όνομά σας:
Το email σας:
Θέμα:
Σχόλιο: (μέχρι 1000 χαρακτήρες)


Προσφατα

15.11.18 | Ο τουρισμός στην υπηρεσία της αγροτικής...

Ο τόπος μας άντεξε στους ισχυρούς κλυδωνισμούς της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης, παρά τις...

18.09.18 | Errare humanum est… αλλά το δις ή το...

Όλα τα κακά της παιδείας μας προφανώς ξεκινούν από την ύπαρξη θεωρητικών μαθημάτων και...

06.07.18 | Μοιρολατρία και τυχαιότητα*

Γινόμαστε ό,τι θέλομε ή ό,τι είναι γραφτό μας; Ο Πυθαγόρας πρόσεξε την κυκλική κίνηση των πλανητών...

20.06.18 | Δικαιώματα επιβατών, υπεραστικό ΚΤΕΛ και...

Πρόσφατα χρησιμοποίησα το υπεραστικό ΚΤΕΛ για την επιστροφή μου στα Ιωάννινα από την Αθήνα. Για...

17.05.18 | Τοπική Αυτοδιοίκηση και Απλή Αναλογική

Την προηγούμενη βδομάδα έγινε έκτακτο δημοτικό συμβούλιο με θέμα το σχέδιο νόμου Κλεισθένης 1 για...

24.02.18 | Με τη δέσμευση να ζητήσουν συγνώμη

Αξιότιμε Πρόεδρε, αξιότιμα μέλη της Διοικητικής επιτροπής και του Διοικητικού συμβουλίου,

16.01.18 | Τρεις κρίσιμες ερωτήσεις για τους...

Στο παρόν άρθρο θα καταβληθεί μία προσπάθεια να απαντηθούν τρία κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την...

05.12.17 | Μπάχαλο η Δημοκρατία;

Μπάχαλο η απλή αναλογική για τον κ. Χατζηδάκη, ακυβερνησία για τον κ. Πατούλη, δικτατορία των...