Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018
|
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ν. ΚΑΤΣΙΚΗΣ

Από το «ιπτάμενο Πανεπιστήμιο» της Βαρσοβίας στο Πάνθεον της δόξας

Στις 4 Ιουλίου του 1934, πριν από 84 χρόνια, «έφευγε» από τη ζωή στη Γαλλία μια γυναίκα, εκπρόσωπος των θετικών επιστημών, της οποίας η προσφορά στην επιστήμη αξιολογείται ως μοναδική, εξαιρετικά καινοτόμος και πρωτοποριακή, θεωρείται δε ακόμη και σήμερα η διαπρεπέστερη γυναίκα επιστήμονας όλων των εποχών.

Οι τιμητικές διακρίσεις που της απονεμήθηκαν αντανακλούν το μέγεθος της επιστημοσύνης και της προσφοράς της: ήταν η πρώτη γυναίκα που της παραχωρήθηκε έδρα στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης το 1906, η πρώτη γυναίκα που βραβεύτηκε με Νόμπελ και επίσης έτυχε της εξαιρετικής τιμής να είναι η μοναδική επιστήμων που τιμήθηκε δύο φορές με το βραβείο Νόμπελ σε δύο διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους! Ήταν αυτή για την οποία ο μέγας Αλβέρτος Αϊνστάιν έγραψε: «Αισθάνομαι την ανάγκη να σας πω πόσο πολύ θαυμάζω το πνεύμα σας, την ενέργειά σας και την τιμιότητά σας. Θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που είχα την ευκαιρία να σας γνωρίσω προσωπικά στις Βρυξέλλες».

Πρόκειται για τη Maria Skłodowska (Μαρία Σκλοντόφσκα), τη Μαρία Κιουρί, όπως είναι γνωστή σε όλους μας, μια παθιασμένη και πρωτοπόρο ερευνήτρια και ένα από τα λαμπρότερα μυαλά που είδε ποτέ ο κόσμος, η οποία όχι μόνον αφιέρωσε τη ζωή της  στην προώθηση της Επιστήμης, αλλά κυριολεκτικά έδωσε τη ζωή της σ’ αυτήν.

Η Μαρία γεννήθηκε το 1867 στη Βαρσοβία και ήταν το πέμπτο παιδί της σχετικά ευκατάστατης οικογένειας Σκλοντόφσκι. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής Φυσικής και Μαθηματικών στη Βαρσοβία, ενώ η μητέρα της καθηγήτρια σε σχολή της ίδιας πόλης. Η μικρή Μαρία έδειξε από νωρίς την κλίση της στις θετικές επιστήμες επηρεασμένη μάλλον από τον πατέρα της.

Αν και άριστη μαθήτρια δεν είχε τη δυνατότητα να συνεχίσει σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας, καθώς τότε γίνονταν δεκτά μόνο αγόρια. Φιλομαθής όμως και φιλόδοξη η Μαρία βρήκε άλλο τρόπο να διευρύνει τις γνώσεις της: παρακολούθησε περαιτέρω μαθήματα στο αποκαλούμενο και παράνομο βέβαια «Ιπτάμενο Πανεπιστήμιο», στο «κρυφό σχολειό» της πόλης, μια εκπαιδευτική δομή που δρούσε σε πλήρη μυστικότητα (συγχρόνως, λόγω οικονομικών δυσκολιών, ο πατέρας της είχε χάσει εν τω μεταξύ τη δουλειά του, εργαζόταν ως γκουβερνάντα και δασκάλα σε πλούσιες οικογένειες). Το όνειρό της ασφαλώς δεν περιοριζόταν στη μάθηση αυτού του τύπου. Τόσο η Μαρία όσο και η αδελφή της Μπρονισουάβα, επεδίωκαν την «έξοδο» από την Πολωνία και τη μετάβαση στο Παρίσι για πανεπιστημιακές σπουδές, όπου οι συνθήκες για τις γυναίκες ήταν ασφαλώς ευνοϊκότερες. Τα πραγματικά παράτολμα για την εποχή σχέδια της Μαρίας πραγματοποιήθηκαν το 1891, οπότε φτάνει επιτέλους στο πολυπόθητο Παρίσι. Γίνεται δεκτή στη Σορβόννη, στη Σχολή Θετικών Επιστημών και αφιερώνεται με πάθος στις σπουδές της. Η προσήλωσή της στην υλοποίηση του στόχου της και οι ατελείωτες ώρες εργασίας, σε συνδυασμό με τα πενιχρά μέσα ως προς το ζην (τρεφόταν για μεγάλο διάστημα μόνο με ψωμί και τσάι), της δημιουργούσαν συνεχώς προβλήματα υγείας. Αυτός όμως δεν ήταν σοβαρός λόγος για να αλλάξει γνώμη και να σταματήσει τις σπουδές της. Τίποτα δεν μπορούσε να την καταβάλει: το 1893 θα ολοκληρώσει τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη Φυσική, μάλιστα τον επόμενο χρόνο θα αποκτήσει και δεύτερο πτυχίο στα Μαθηματικά. Με τα τυπικά αυτά προσόντα που συνοδευόταν από τη στέρεη γνώση που είχε αποκτήσει στα ανώτατα ιδρύματα της Γαλλίας, αποφάσισε να στραφεί στη μεγάλη της (ερευνητική) αγάπη, τη διακρίβωση της δομής των υλικών.

Λαμβάνοντας μια επιχορήγηση για ερευνητικούς σκοπούς αναζητούσε εργαστήριο για την εκτέλεση σχετικών πειραμάτων. Τότε, αγαθή τύχη, την οδήγησε στο επιστημονικό αλλά και προσωπικό πεπρωμένο της. Ένας συνάδελφος θα τη σύστηνε το 1894 στον Γάλλο φυσικό Πιερ Κιουρί. Η γνωριμία ήταν καταλυτική για τους δύο νέους επιστήμονες, αλλά και για την επιστήμη. Ο Πιερ Κιουρί και η Μαρία Σκλοντόφσκα αποτέλεσαν έκτοτε όχι μόνο ζευγάρι στη ζωή, αφού παντρεύτηκαν μετά από ένα χρόνο, αλλά συνάμα και ένα εκπληκτικό επιστημονικό δίδυμο. Ως πρωτοπόροι μάλιστα νέοι παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο και χωρίς δαχτυλίδια (ο Πιερ Κιουρί δήλωνε άθεος) και ως μήνα του μέλιτος πραγματοποίησαν τον γύρο της Γαλλίας με ποδήλατα! Έτσι, και από τότε, η Μαρία Σκλοντόφσκα απέκτησε το επώνυμο Κιουρί, με το οποίο έγινε ευρέως γνωστή.

Το επιστημονικό έργο του ζεύγους Κιουρί υπήρξε καινοτόμο και πρωτοποριακό. Ειδικότερα η ενασχόληση της Μαρίας με υλικά τα οποία εξέπεμπαν ακτινοβολία ήταν έξω και πέρα από τα ερευνητικά ενδιαφέροντα και ενασχολήσεις της πλειονότητας των φυσικών της εποχής της και η προσφορά της στον τομέα αυτόν τεράστια.

Μετά από επίπονη προσπάθεια το 1898 οι Κιουρί ανακοινώνουν στην επιστημονική κοινότητα την ανακάλυψη δύο νέων στοιχείων, του πολωνίου, που ονομάστηκε έτσι προς τιμήν της πατρίδας της Μαρίας Κιουρί και του ραδίου. Τα συγκεκριμένα στοιχεία είχαν ανιχνευθεί με τη βοήθεια της ραδιενέργειας. Ειδικότερα η Μαρία Κιουρί έγινε διάσημη για τις μελέτες της στην εκπομπή ακτινοβολιών, καθώς και για τις επιπτώσεις της. Σ΄ αυτήν οφείλεται η χρήση του τόσο διαδεδομένου μέχρι σήμερα όρου ραδιενέργεια. Αργότερα ανακαλύπτει και τις ραδιενεργές ιδιότητες του θορίου. Στους Κιουρί οφείλεται επίσης η ανακάλυψη ότι η ακτινοβολία του ραδίου καταστρέφει τους καρκινικούς όγκους (ραδιοθεραπεία). Η μέθοδος της ραδιοθεραπείας τελειοποιήθηκε το 1906 από τη Μαρία Κιουρί, όταν υπολόγισε τις σωστές δόσεις για θεραπεία με ράδιο.

Μετά από αυτά η αναγνώριση ήλθε σύντομα και ήταν στο υψηλότερο επίπεδο. Η Μαρία Κιουρί έγραψε ιστορία το 1903, όταν έγινε η πρώτη γυναίκα που βραβευόταν ποτέ με Νόμπελ (Φυσικής). Μοιράστηκε βέβαια τον ιδιαίτερα τιμητικό έπαινο με τον σύζυγό της Πιερ και τον Ανρί Μπεκερέλ για τη συνολική συνεισφορά τους στην ανακάλυψη της ραδιενέργειας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, με τη βράβευση, το ζεύγος Κιουρί απέκτησε διεθνή φήμη για τα επιστημονικά του επιτεύγματα, τα οποία συνεχίστηκαν και με την αξιοποίηση του  χρηματικού ποσού που συνόδευε το Νόμπελ.

Η συνεχής, εξαντλητική σχεδόν απασχόληση στην εργαστηριακή έρευνα δεν εμπόδισε το ζεύγος Κιουρί να δημιουργήσει οικογένεια: το 1897 απέκτησαν την πρώτη κόρη τους, Ειρήνη και το 1904 τη δεύτερη, την Εύα (η Ιρέν Ζολιό-Κιουρί, ακολούθησε τα βήματα των γονέων της, σπούδασε φυσικός, παντρεύτηκε τον μαθητή της μητέρας της, φυσικό Φρεντερίκ Ζολιό, και βραβεύτηκε με το Νόμπελ Χημείας. Η Εύα, μουσικός και συγγραφέας, πέθανε πλήρης ημερών, σε ηλικία 103 ετών, το 2007).

Η ζωή όμως, ακόμη και για τους επιτυχημένους, έχει δύο όψεις: η Μαρία χάνει το σύζυγο και συνεργάτη, αλλά και στήριγμά της στη ζωή το 1906, όταν ο Πιερ τραυματίζεται θανάσιμα παρασυρμένος από μια διερχόμενη άμαξα. Παρά το πένθος της, η Μαρία δεν θα λυγίσει και σύντομα θα πάρει τη θέση του στη Σορβόννη, μάλιστα ήταν η πρώτη γυναίκα καθηγήτρια του περίφημου Πανεπιστημίου.

Η φήμη της Κιουρί έμελλε ωστόσο να εκτοξευτεί ακόμα περισσότερο, όταν θα της απονεμόταν άλλη μια σημαντική τιμή το 1911: το βραβείο Νόμπελ, αυτή τη φορά στη Χημεία, για την απομόνωση του Ραδίου και του Πολωνίου. Εξασφάλισε έτσι άλλη μια παγκόσμια πρωτιά, αυτή του πρώτου επιστήμονα στα χρονικά που κέρδιζε δύο βραβεία Νόμπελ και του μοναδικού ανθρώπου (μέχρι σήμερα) που έχει βραβεία Νόμπελ σε διαφορετικές επιστήμες!

Η επιστήμων Κιουρί βρίσκεται  πλέον στα ύψη. Συμμετέχει με άλλους περίφημους επιστήμονες της εποχής, όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και ο Μαξ Πλανκ, στο πρώτο παγκόσμιο συνέδριο Φυσικής, το οποίο διοργανώθηκε ακριβώς για να συζητηθούν οι πρωτοποριακές ανακαλύψεις που επρόκειτο να αλλάξουν ριζικά πολλούς τομείς της επιστήμης και την ανθρωπότητα.

Βέβαια η ζωή μιας προσωπικότητας, όπως της Μαρίας Κιουρί, δεν θα μπορούσε παρά να συνοδεύεται και από ένα σκάνδαλο. Το 1911 έγινε γνωστός ο δεσμός της με τον Πολ Λανζεβάν, πρώην μαθητή του συζύγου της, εν διαστάσει παντρεμένο και πατέρα τεσσάρων παιδιών. Η Μαρία, στο ξενοφοβικό κλίμα της εποχής και παρά την προσφορά της στην επιστήμη και την κοινωνία, διασύρθηκε και χλευάστηκε από τα ΜΜΕ, ιδίως τα σκανδαλοθηρικά έντυπα της εποχής. Σχεδόν καμία εφημερίδα δεν έγραψε σχετικά με την απονομή του Νόμπελ Χημείας στη Γαλλίδα, πλέον, Μαρία Κιουρί το 1911. Παρ' όλα αυτά η ίδια δεν σταμάτησε ποτέ να αποκαλεί τη Γαλλία δεύτερη πατρίδα της.

Με την έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου το 1914, η Κιουρί εγκαταλείπει το  επιστημονικό εργαστήριο και συνδράμει με γνώσεις και εξοπλισμό το έργο των υγειονομικών υπηρεσιών στο μέτωπο. Υπολογίζεται ότι η ίδια, με τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει από τα δύο βραβεία Νόμπελ, εξόπλισε με διαγνωστικά μηχανήματα, που ονομάστηκαν «Μικρές Κιουρί», περίπου 250 ακτινολογικούς θαλάμους στα πολεμικά μέτωπα.

Ολόκληρο το ερευνητικό-εργαστηριακό έργο της Μαρίας Κιουρί είχε ως αντικείμενο τα ραδιενεργά υλικά (μετά το θάνατό της η επιστημονική κοινότητα, σε ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς της, έδωσε το όνομά της σε μονάδα μέτρησης της ραδιενέργειας, κιουρί ή Ci και στο τεχνητό χημικό στοιχείο με ατομικό αριθμό 96, το κιούριο). Την εποχή εκείνη ήταν άγνωστες οι βλαβερές επιπτώσεις της ακτινοβολίας και όλα τα πειράματα διεξαγόταν χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψιν οι παράμετροι ασφαλείας, που αναπτύχθηκαν αργότερα. Παρ' όλο που βρισκόταν σε συνεχή έκθεση στην ακτινοβολία για δεκαετίες, τριγύριζε μάλιστα παντού με δοκιμαστικούς σωλήνες που περιείχαν Ράδιο στις τσέπες της, ποτέ της δεν συνειδητοποίησε τα προβλήματα υγείας που θα μπορούσε να έχει από την έκθεσή της στην ακτινοβολία.

Στις αρχές του 1934 με κλονισμένη υγεία η Μαρία Κιουρί επισκέπτεται την Πολωνία για τελευταία φορά. Με την επιστροφή της στη Γαλλία η διαπρεπής επιστήμονας θα περνούσε την πόρτα σανατορίου, για να ξεκουραστεί και να ανακτήσει τις δυνάμεις της. Δεν θα έβγαινε ωστόσο ποτέ από κει, καταλήγοντας στις 4 Ιουλίου 1934 από απλαστική αναιμία, η οποία είχε προκληθεί από τη χρόνια έκθεση στη ραδιενέργεια.

Το 1995, η σωρός της, μαζί με εκείνη του συζύγου της Πιερ, μεταφέρθηκε στο «Πάνθεον» στο Παρίσι. Και μόνον η απόφαση να αποτεθεί η σορός της στο Πάνθεον, συνιστά τη μεγαλύτερη αναγνώριση της προσφοράς της Μαρίας Κιουρί στην επιστήμη. Είναι η πρώτη γυναίκα που αναπαύεται στον τόπο, που αποτελούσε μέχρι τότε ένα αποκλειστικά «ανδρικό» κοιμητήριο. Μέχρι σήμερα μόνο πέντε γυναίκες είχαν την υψίστη τιμή να τύχουν κατοικίας δίπλα στην πρωτοπόρο Μαρία Κιουρί στο Πάνθεον, με τελευταία προ ολίγων ημερών (1 Ιουλίου 2018), τη διάσημη ποινικολόγο, πρώτη γυναίκα Πρόεδρο του Ευρωκοινοβουλίου, ακτιβίστρια και υπέρμαχο των δικαιωμάτων των γυναικών, Σιμόν Βέιλ.

Ο Απόστολος Κατσίκης είναι ομ. καθηγητής Παν/μίου Ιωαννίνων

5 / 5 (1 Ψήφοι)
Το όνομά σας:
Το email σας:
Θέμα:
Σχόλιο: (μέχρι 1000 χαρακτήρες)


Προσφατα

06.10.18 | «Είναι κρίμα να ψηφίζουμε για πλάκα»

«Η Δημοκρατική Ευθύνη ήρθε για να μείνει, όχι όμως ως περιθωριακό κόμμα, αλλά ως λογική. Και θα...

05.10.18 | Ένας μονόλογος… διάλογος με την πόλη

Η ιστορία συναντά την τέχνη στην παράσταση «Ευτυχία Πρίντζου η επιστροφή», βασισμένη στο πρώτο...

28.09.18 | Αλεξάντερ φον Χούμπολτ, ο επιστήμονας-...

Υπάρχει μια ομάδα διάσημων και επώνυμων ανθρώπων, όπως οι φιλόσοφοι Χέγκελ και Σοπενχάουερ, οι...

23.08.18 | Γκούσταβ Κλιμτ, το κίνημα της «απόσχισης», η...

Σε ένα από τα πολυτελή προάστια της Βιέννης, στον αριθμό 11 της Feldmühlgasse, σε πολύ κοντινή...

13.07.18 | «Δε θέλω να αλλάξω τον Αριστοφάνη»

Λίγες ώρες πριν την πρώτη επίσημη παρουσίαση της κωμωδίας του Αριστοφάνη «Θεσμοφοριάζουσες»,...

26.06.18 | Αφιέρωμα στην Παγκόσμια Ημέρα Μουσικής - ...

Σήμερα θεωρείται δεδομένο οι συναυλίες των καλλιτεχνών-ειδώλων της ροκ μουσικής να συνοδεύονται από...

14.06.18 | «Θέλει υπομονή και επιμονή»

Οι φωτογραφίες του Βασίλη Πατερούση θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος ενός πολυτελούς, ταξιδιωτικού...

08.06.18 | «Θέλω να χορεύω με τους αγγέλους»

Η πάντα γελαστή και χαρούμενη Ούλη Μοιρασγέτη από την Αυστρία, που εδώ και 32 χρόνια ζει στην...