Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013
|
Πέτρος Φραγκούλης

Ένα δάκρυ ας κυλήσει για τούτο τον τόπο το μικρό, το μέγα

Μια θρηνητική ωδή, ένα «Requiem» για ένα τόπο, ο οποίος αργά, βασανιστικά, προδιαγεγραμμένα βιώνει επώδυνα την πορεία του προς το τελείωμά του. Να μιλήσω θέλω με τον τρόπο μου για τη ζωή και το τέλος της στο Ζαγόρι που πάντα ήταν λειψή, λιγοστή, λιπόσαρκη και αφυδατωμένη.

Που πάντα έμοιαζε με φευγαλέα σκιά, ισχνό απείκασμα της ζωής που καμιά φορά, σπάνια βέβαια, ξεδίπλωνε με γενναιοδωρία και περίσσεια σπατάλη οσμές, ηδονές και ευωδιαστούς χυμούς στα λιγοστά διαλείμματα ανάμεσα στη δυστυχία και στην πίκρα, που ήταν το καθημερινό μας τραπέζι.
Έτσι για να ξέρουμε πως θα μπορούσε να είναι, για να συντηρείται το όνειρο.
Όσο πιο πολλά μαθαίνεις για το Ζαγόρι του παρελθόντος, τόσο περισσότερο θλίβεσαι, βαραίνεις, γίνεσαι ένα με τον τόπο και το βαρύ τοπίο. Η ζωή φταίει πάνω απ’ όλα. Το γέλιο στον υπέροχο αυτό τόπο ποτέ δεν ήταν ξάστερο, αβίαστο, ασυννέφιαστο. Πάντα λιγοστό, μια ατέλειωτη χαρμολύπη. Στο επόμενο βήμα πα¬ραμόνευε πάντα ένας χωρισμός, ένας μισεμός, μια υπόσχεση επιστροφής, ένας αβάσταχτος ανεκπλήρωτος τις περισσότερες φορές καημός, νόστος για τον τόπο, που τελικά βιώνεται μόνο ονειρικά με το απωθημένο: Ζαγόρι-χαλασιά μου.
Ο θάνατος τοποθετείται σε δεύτερη μοίρα, έχει παρηγοριά, ο μισεμός είναι αβάσταχτος καημός.
Η ιστορία του Ζαγοριού είναι και ιστορία του κάθε Έλληνα. Μια ατέλειωτη ιστορία λυγμών, χωρισμών, αποχαιρετισμών στα ατέλειωτα κα¬ραβάνια που χάνονταν στις χώρες του Βορρά και της Ανατολής. Πάντα η ίδια τελευταία ματιά αποχαιρετισμού στις βουνοπλαγιές που έμε¬ναν να παρακολουθούν αμήχανες, σιωπηλές, ορφανεμένες, το ίδιο ακατανόητο, παράλογο, ανερμάτιστο ανθρώπινο παιχνίδι.
Τραγική η ιστορία μας, το ίδιο συνεχής, αέναη και ανολοκλήρωτη και η προσπάθεια του μικρού ανθρώπου να κατανικήσει τη μοίρα του.
Ζαγόρι πρώτα και πάνω απ’ όλα ήταν ο κόσμος κι’ ο πολιτισμός του.
Ο κόσμος εκείνος χάθηκε πια, μόνο τ’ αχνάρια που άφησε μαρτυρούν το πέρασμά του.
Τα έργα τους ήταν η ίδια η ψυχή τους, ποιος θα μπορούσε να δώσει ζωή σ’ αυτά, άλλοι καιροί κι’ άλλοι άνθρωποι τώρα.
Αβάσταχτος και δίχως τελειωμό είναι κι’ ο πόνος στους λιγοστούς που απόμειναν τώρα εκεί, τους φυλαχτάδες του τόπου και της κλη¬ρονομιάς, σα βλέπουν μ’ απελπισία το χαλασμό και την ερήμωση, να χάνονται όλα τούτα μέρα τη μέρα.
Κι’ άμα γλυκάνει ο καιρός και μερώσει ο άγριος τόπος, όλο και κάποια κυρτή φιγούρα, σέρνοντας τα ποδάρια με δυσκολία, ξεμυτάει στην αυλή κι’ ακουμπά μοναχική στο πεζούλι έξω από την αυλόπορτα και μένει εκεί απαρηγόρητη και βουβή.
Κοιτά και προσμένει μ’ απόγνωση από την άκρη στο σοκάκι κάποιος να φανεί, καρτερεί να ζωντανέψει το πέτρινο γκαλντερίμι, ν’ ακού¬σει ήχους ζωής που έσβησαν από καιρό κι’ όλα να μένουν έρημα και βουβά, πέτρωσε ο πόνος, στέρεψαν πια και τα δάκρυα, οι χτύποι από την καρδιά κι’ οι αναμνήσεις είναι μοναδική συντροφιά.
Ανθρώπου νους δεν χωρά τούτο το κακό, ζουρλαίνεται.
Κάλεσμα
Εσένα ξένε σε παρακαλώ να ‘ρθεις σήμερα και να σεργιανίσεις στα έρημα γκαλντερίμια των χωριών μας, ν’ αφουγκραστείς τους ήχους που έσβησαν από καιρό και τις μυστικές κλήσεις της γης που κρατούσε κοντά της, σε παλιούς καιρούς, τους ανθρώπους δεμένους μαζί της ως το θάνατο, έτσι που να ξεκινούν από τα πέρατα του κόσμου για ν’ αναπάψουν το κορμί τους στην αγκαλιά της.
Να νιώσεις την οπτασία των ανθρώπων που έζησαν εδώ να περιπλανιέται στα άψυχα πέτρινα σπίτια και να θρηνεί, μέσα στα χαλάσματα, δίχως παρηγοριά, τον κόσμο που έφυγε.
Μπορεί ν’ απαντήσεις και ψήγματα ζωής που «ξέμεινε» και προχωρά βρυχώμενη προς το τέλος της.
Να σκύψεις με τρυφερότητα και ευαισθησία και να συμμεριστείς την αγωνία, το τρεχαλητό και το λαχάνιασμα του μικρού και καθημερινού ανθρώπου που απόμεινε κι’ ολημερίς μοιρολογεί, σ’ αυτή την ατέρμονη και ατελέσφορη προσπάθεια του να υπερβεί και να κατανικήσει τη μοίρα του, πορευόμενος, αδιέξοδα στο πουθενά.
Είναι οι γέροι και οι γερόντισσες που ξέ¬μειναν για να φυλάγουν τα πέτρινα κουφάρια, τα όσια και τα ιερά, να μνημονεύουν τους νε¬κρούς, να καρτερούν τους ζωντανούς.
Στ’ αποκαΐδια του καιρού κλάψε και συ αν μπορείς.
Προσθέτω εδώ μαρτυρία: Εφημ. Βραδυ¬νή (2-5-1972) όπου καταγράφονται τρεις χωριανοί μου Σκαμνελίτες αγωνι¬στές στον Ιερό Λόχο πλάϊ στον Α. Υψηλάντη, με επικεφαλής τον πρωτοσπαθάριο Θεοδόσιο Φινίτη (ποιητή):
«…Αλλά ξύπνησα και είδα
την Ελλάδα αρματωμένη
να μου λέγει, τέκνον έλα,
η πατρίς σου σε προσμένει.
…είπα τότε στους δικούς μου
κι’ εδώ πλέον αν με θάψουν
με τα όπλα να με θέσουν
και εις την πλάκαν μου να γράψουν:
«Ην ποτέ και τούτος ένας εραστής
της Ελευθερίας
της Ελληνικής μας δόξης
και της πάλαι εταιρείας»
Προσκυνητής του τόπου μου και εγώ ο ολίγι¬στος δε μένει παρά να επικαλεσθώ το μέγιστο ποιητή μας Ανδρέα Κάλβο.
Ω ΦΙΛΤΑΤΗ ΠΑΤΡΙΣ
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα, ποτέ
Ας μη μου δώσει η μοίρα μου
εις ξένην γην τον τάφον•
Είναι γλυκύς ο θάνατος
μόνον όταν κοιμώμεθα εις την Πατρίδα
ΖΑΓΟΡΙ (χθες και σήμερα)
Όνομα βγαλμένο από τους ήχους
δωρικού αυλού…
Τα βράχια του βαθιά χαρακωμένα
από τα δάκρυα του ξεριζωμού
του ανεκλήρωτου νόστου…
Υπέστη νήγρετον η γη κι η φύσις
ενεκρώθη
Απέσβετο και λάλον ύδωρ
κι’ έμεινε λέλεμ τόπος έρμος κι’ αδειανός
Έρχονται στιγμές που η αναπόληση τελειώνει με σπαραγμό. Έτσι γίνεται με τις γριές και τους γέρους του Ζαγοριού, όσοι απόμειναν εκεί, φυλαχτάδες ενός κόσμου που ήχησε κι’ αντιλάλησε σε καιρούς περασμένους.
Πώς να χωρέσει ο νους τους ότι τα χωριά ρήμαξαν, τσώπασαν τα γκαλντερίμια, ερήμωσαν οι ρούγες, τα διάσελα και τα ρουμάνια, οι καμπάνες βουβάθηκαν, όλα έγιναν αγνώριστα, πράγματα μιας άλλης ζωής που σκορπάει την απόγνωση.
Αυτός ο τόπος στέκεται σήμερα στην κόψη του ξυραφιού, βάσκανη μοίρα, με τα σημάδια των καιρών αρχίνισε το μοιρολόϊ:
Δίχως μήτρα, φυτρωτή και φύτρο ξέμεινε πλέον. Επήλθεν η ανθολοιγός του φθινοπώρου ώρα,
Ακούσατε δη ότι στενάζω εγώ.
Ίδετε ει έστιν άλγος κατά το άλγος μου,
ο εγεννήθη
Ουκ έστιν ο παρακαλών με.
Δεν έχει Ανάσταση εδώ. ΤΕΛΕΛΕΣΤΑΙ.
Το Ζαγόρι όμως ήταν και παραμένει «σμιλεμένη στήλη» που αγαπάμε και πονάμε.

*Ο Πέτρος Φραγκούλης είναι φυσικός,
πρώην φροντιστής, μουσείο φωτογραφίας
Ζαγορισίων Πολιτεία, Τσεπέλοβο

Προσφατα

04.05.15 | Ανοιχτό γράμμα για το Νίκο Ράπτη και την...

Με έκπληξη πληροφορηθήκαμε ότι φορείς του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων τιμήσαν τελικά σε εκδήλωση τους...

17.10.14 | Μέρος Β. Προτάσεις για μια Εθνική Ερευνητική...

Η αναπτυξιακή προσπάθεια της χώρας ή θα ξεκινήσει από έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό της εθνικής...

08.10.14 | Μέρος Α. Το πλαίσιο εφαρμογής της...

Για να σχεδιάσει κανείς μια βιώσιμη αναπτυξιακή πορεία πρέπει ασφαλώς να διαθέτει τα απαραίτητα...

08.10.14 | Επιδοτήσεις και παραδοσιακά προϊόντα

Η εφαρμογή της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) τα τελευταία 30 χρόνια είχε, κατά την άποψή μου,...

17.09.14 | Αναδρομική ασφάλιση στον ΟΑΕΕ

Κατά τη διάρκεια του φετινού καλοκαιριού εκατοντάδες συμπολίτες μας, που εξαιρούνταν μέχρι πρότινος...

03.04.14 | Ένας αντίλογος για την αυτοαξιολόγηση

Ο Κωνσταντίνος Λάζος, δάσκαλος, γράφει για την αυτοαξιολόγηση και δίνει μια απάντηση στο υπουργείο...

19.03.14 | «Ο δικαστής Γκλένκαιρν»

Ξεφυλλίζοντας τα προσφάτως αναδημοσιευμένα Άπαντα του Μπόρχες (Εκδόσεις Πατάκη, Ιανουάριος 2014),...

21.02.14 | Επενδύοντας στις περιοχές Natura

Το τελευταίο διάστημα συμβαίνουν δύο σημαντικά πράγματα σχετικά με την προστασία της φύσης. Το ένα...